Γνωρίσαμε την ερμηνεύτρια και τραγουδοποιό Χριστίνα Ψύχα το 2021 με το «Βιολετέρα», τον εξαίρετο κατά βάση jazz πρώτο δίσκο της. Στο τέλος Μαΐου ήρθε το «Νήνεμο», πιο ώριμος και εξελιγμένος αλλά και πιο εσωστρεφής και φιλοσοφημένος από τον προκάτοχό του, όπως ακριβώς και η δημιουργός του.
Τι άλλαξε στα ακούσματα και γενικά στα μουσικά ερεθίσματα, τόσο τα δικά σου όσο και του Νικόλα Αναδολή, στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στα δύο albums;
Νομίζω πριν απ’ όλα αλλάξαμε και οι δύο ως άνθρωποι, μεγαλώσαμε, ωριμάσαμε και αυτό μοιραία δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και τη μουσική μας. Τα ακούσματά μας εμπλουτίστηκαν με μουσικές τού σήμερα και με τον «περιβάλλοντα» ήχο. Αυτό προέκυψε από την ανάγκη μας να ανήκουμε στην εποχή μας, βρίσκοντας όμως τον δικό μας χώρο.
Το «Βιολετέρα» ήταν ένας jazz δίσκος, ενώ στο «Νήνεμο» η jazz είναι ακόμα ένα στοιχείο και όχι το ισχυρότερο. Πώς προέκυψε αυτή η τόσο δραστική αλλαγή;
Ήταν συνειδητή επιλογή, δική μου περισσότερο. Θα αισθανόμουν στάσιμη αν ακολουθούσα τον ίδιο ήχο και επέλεξα να κρατήσω την jazz σαν βασική και αγαπημένη αναφορά μας. Στο «Βιολετέρα» ήταν πολύ διαφορετική η διαδικασία παραγωγής, με εμένα στη σύνθεση και τον Νικόλα στην ενορχήστρωση. Οι ρόλοι ήταν πιο διακριτοί και συγκεκριμένοι, ενώ στο «Νήνεμο» δουλέψαμε από κοινού σε όλα τα στάδια της δημιουργικής διαδικασίας. Από κοινού με τον παραγωγό μας Άγγελο Σπίνουλα προσπαθήσαμε να χτίσουμε έναν νέο ήχο.
Αντίστοιχα εσύ και ο Νικόλας Αναδολής εξακολουθείτε να αισθάνεστε και να δηλώνετε jazz μουσικοί ή αυτό δεν ισχύει πια;
Προερχόμαστε και οι δύο από την jazz παιδεία, αν και ο Νικόλας έχει εμβαθύνει πολύ περισσότερο. Εγώ δεν αισθάνθηκα ποτέ αμιγώς jazz ερμηνεύτρια, περισσότερο την επέλεξα ως μουσική γλώσσα, εκπαιδευτικά και αισθητικά. Συνεχίζει να είναι η αφετηρία και των δύο μας και νομίζω πάντα θα υπάρχει σε ό,τι κάνουμε.
Στο πρώτο album είχες γράψει τους στίχους σε όλα τα τραγούδια. Πώς ήρθες σε επαφή με την Αναστασία Μωραΐτη, τη Νικόλ Κατσάνη και τον Νικόλα Ασκορδαλάκη και συνεργάστηκες μαζί τους ή και τους ανέθεσες να γράψουν τους στίχους σε αρκετά του νέου album;
Το «Βιολετέρα» ήταν πιο μοναχική εργασία και στο πλαίσιο της συνολικής αλλαγής έγινε και αυτό. Ήθελα να συνεργαστώ με περισσότερους ανθρώπους και να μοιραστούμε ιδέες. Με την Αναστασία και τον Νικόλα υπάρχει παλιά φιλία, τη Νικόλ τη γνώρισα πιο πρόσφατα και οι τέσσερίς μας έχουμε κοινή αισθητική.
Πες μας με δυο λόγια τι σε ώθησε να μελοποιήσεις καθένα από τα ποιήματα των Τάσου Λειβαδίτη, Κώστα Καρυωτάκη και Φερνάντο Πεσόα.
Η αφετηρία για να ασχοληθώ με τη μελοποίηση ποίησης ήταν η ανάγκη μου να τραγουδήσω αυτά τα κείμενα και να εκφράσω διαμέσου της μουσικής τη συγκίνηση που μου προκαλούν. Διάλεξα τον Λειβαδίτη για τη βαθιά ανθρωπιά του, τον Καρυωτάκη για την ειλικρίνεια και τη μελαγχολία του και τον Πεσόα για την εσωτερική αναζήτηση. Όλα είναι στοιχεία που με αφορούν πολύ και αισθανόμουν πάντα ότι συνομιλώ με αυτούς τους ποιητές.
Τι σε συνδέει με το ηπειρώτικο παραδοσιακό τραγούδι «Φεγγάρι»; Ήταν κυρίως οι στίχοι ή η μουσική του που σε έκαναν να το διασκευάσεις;
Υπήρχε και στο «Βιολετέρα» με τίτλο «Ποιος σε φίλησε». Τότε είχα κάνει μια πολύ διαφορετική διασκευή εστιάζοντας σε μια άλλη πτυχή του. Αισθάνομαι ότι μου υπενθυμίζει τις ρίζες μου καθώς από μικρή θυμάμαι να ακούγεται σε γιορτές και οικογενειακά τραπέζια. Με τις διασκευές προσπαθώ να εντάσσω τον εαυτό μου στις εκάστοτε φάσεις του. Είναι ο τρόπος μου να θυμάμαι τις ρίζες μου και ταυτόχρονα να εξελίσσομαι.
Υπήρχαν λόγοι για τη διάλυση της μπάντας που σε συνόδευε στον πρώτο δίσκο και στις τότε ζωντανές εμφανίσεις σου ή απλά κρίνατε ότι δεν τη χρειαζόσαστε πια;
Ήταν πρακτικοί λόγοι. Ολοκληρώθηκε ο κύκλος του «Βιολετέρα» και επικεντρώθηκα στη δημιουργία του νέου δίσκου, οπότε ήταν δύσκολο να διατηρηθεί η μπάντα χωρίς ζωντανές εμφανίσεις.
Πώς ένας από τους κορυφαίους jazz πιανίστες στην Ελλάδα όπως ο Νικόλας Αναδολής βρέθηκε ξαφνικά να παίζει και synthesizers; Και με την ευκαιρία, τα ηλεκτρονικά στο album υπάρχουν για λόγους οικονομίας και ανάγκης ή ήταν συνειδητή επιλογή σας να υπάρχει έντονα αυτό το στοιχείο στον ήχο;
Για εμένα το να είσαι ουσιαστικά κορυφαίος/α σε κάτι προϋποθέτει έναν πλούσιο και ανοιχτό ορίζοντα οπτικής και αντίληψης και αυτό αφορά συνολικά τη ζωή. Κάθε είδους προσκόλληση στα γνώριμα και οικεία υπηρετεί τον έλεγχο και τον φόβο πίσω από αυτόν. Ο Νικόλας είναι από τους πιο ανοιχτούς και καινοτόμους ανθρώπους που είχα την ευλογία να γνωρίσω και ο πειραματισμός και η εξερεύνηση είναι δομικά στοιχεία του. Η επιλογή των ηλεκτρονικών έγινε συνειδητά στο πλαίσιο του πειραματισμού και της ανάγκης μας για αλλαγή. Η εξέλιξή μας ως μουσικών και ανθρώπων είναι η πυξίδα μας.
Αυτή τη φορά είσαι παρούσα και εκτελεστικά στον δίσκο και μάλιστα παίζοντας όργανα που δεν είχες ασχοληθεί τόσο μαζί τους μέχρι τώρα, όπως η κιθάρα. Πώς το αποφάσισες;
Κιθάρα και πιάνο παίζω από όταν άρχισα να γράφω τραγούδια, αλλά πάντα συνοδευτικά γιατί το κύριο όργανό μου είναι η φωνή. Δεν έχω σπουδάσει αυτά τα όργανα αλλά στην κιθάρα έχω φτάσει σε ικανοποιητικό επίπεδο γιατί έχω παίξει πολύ jazz και latin ρεπερτόριο, το οποίο είναι ιδιαίτερα απαιτητικό. Πάντως για εμένα τα όργανα κυρίως είναι «εργαλεία» σύνθεσης και συνοδείας της φωνής μου.
Στις ζωντανές εμφανίσεις θα παρουσιάσετε τα τραγούδια με τον ήχο του album ή θα είναι διαφοροποιημένος;
Οι ενορχηστρώσεις και οι δομές παραμένουν ίδιες, ο συνολικός ήχος όμως είναι δύσκολο να αποδοθεί όπως στον δίσκο γιατί θα χρειαζόμασταν μια περίπου δεκαπενταμελή μπάντα. Τώρα είμαστε κουιντέτο και το αποτέλεσμα είναι αρκετά κοντά στον δίσκο, προσπαθούμε όμως να έχουμε ένα πιο πολυμελές σχήμα που θα κάνει το αποτέλεσμα μαγικό.
Η αίσθηση που άφηνε το «Βιολετέρα» ήταν μάλλον γλυκόπικρη. Θα έλεγες ότι το «Νήνεμο» είναι πιο αισιόδοξο;
Νομίζω ότι και το «Νήνεμο» εμπεριέχει τη μελαγχολία, αλλά αφήνει περισσότερο χώρο στο γλυκό και στο πικρό. Περισσότερο ελπιδοφόρο παρά αισιόδοξο θα το χαρακτήριζα από μια πιο υπαρξιακή οπτική καθώς εστιάζει στη συμφιλίωση, στην αποδοχή και στη γαλήνη μετά από μια δύσκολη διαδρομή.
Και τα σχέδιά σου για το υπόλοιπο του καλοκαιριού, ίσως και λίγο πιο μακροπρόθεσμα, αν υπάρχουν;
Οργανώνουμε την παρουσίαση του δίσκου το φθινόπωρο στην Αθήνα και το καλοκαίρι υπάρχουν μικρές συναυλίες σε φεστιβάλ της περιφέρειας.
Το «Νήνεμο» κάθε άλλο παρά χαρακτηρίζεται από δημιουργική και αισθητική άπνοια και η Χριστίνα Ψύχα συνεχίζει με ούριο άνεμο το όλο και πιο ενδιαφέρον ταξίδι της στη μουσική.
