Μια σημαντική διαπίστωση μπορεί να διατυπωθεί πλέον με ασφάλεια: Όλα τα σημεία καμπής που «προαναγγέλθηκαν» κατά καιρούς στον εξελισσόμενο πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας δεν ήταν παρά… αντικατοπτρισμοί. Από την αποτυχημένη ρωσική «προέλαση» προς το Κίεβο στην αρχή του πολέμου και τις επιτυχημένες αντεπιθέσεις της Ουκρανίας γύρω από το Χάρκοβο και τη Χερσώνα, έως τη σκληρή μάχη για το Μπαχμούτ και τον σημερινό «θεαματικό» πόλεμο των drones, κάθε νέα στρατηγική πραγματικότητα που διαμόρφωσε η δυναμική της σύγκρουσης δεν «ξεκλείδωσε» τον τερματισμό της.
Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά -στον πιο φονικό και καταστροφικό πόλεμο που βιώνει η Ευρώπη από το 1945- κάθε βεβαιότητα έχει χαθεί, ή μάλλον καλύτερα όλες οι προβλέψεις για την έκβασή του… χάνονται στα βάθη της αοριστίας. Η σύγκρουση βρίσκεται τώρα σε ένα στάδιο που, σύμφωνα με τους στρατιωτικούς αναλυτές, σχεδόν κάθε συμβατική σύγκριση της στρατιωτικής ισχύος των αντιμαχόμενων δείχνει προς μία κατεύθυνση, ενώ η πραγματική δυναμική του πεδίου της μάχης δείχνει προς την αντίθετη.
Δηλαδή, η Ρωσία εξακολουθεί να διατηρεί συντριπτικό πλεονέκτημα σε αριθμητική υπεροχή, σε βιομηχανική παραγωγική ικανότητα και στρατηγικό βάθος. Η Ουκρανία συνεχίζει να «ισοσταθμίζει» τη μειονεξία της μέσω ασύμμετρης τακτικής, επιχειρησιακής ευελιξίας και διαρκών επιχειρήσεων που στοχεύουν στρατιωτικές και ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας - πολύ πέρα από την πρώτη γραμμή του μετώπου.
Ωστόσο, καμία πλευρά δεν φαίνεται ικανή να υπερσκελίσει πλήρως την άλλη. Έτσι, ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μια κούρσα αντοχής, προσαρμογής και πολιτικής διαχείρισης, η κατάληξη της οποίας μπορεί τελικά να εξαρτηθεί λιγότερο από το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο πεδίο της μάχης και περισσότερο από τις αποφάσεις που θα ληφθούν σε πολιτικό επίπεδο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα.
«Συσσώρευση αβεβαιότητας»
Αυτή η «συσσώρευση» αβεβαιότητας αντικατοπτρίζει τη ριζική μεταμόρφωση του χαρακτήρα της σύγκρουσης. Το κεντρικό ερώτημα από πλευράς Ρωσίας δεν είναι πλέον αν μπορεί να κατακτήσει περισσότερα ουκρανικά εδάφη, και από πλευράς Ουκρανίας δεν είναι αν μπορεί να ανακτήσει ό,τι έχει χάσει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια πλευρά μπορεί να διατηρήσει καλύτερα την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ στρατιωτικής πρωτοβουλίας, οικονομικής ανθεκτικότητας, παραγωγικής ικανότητας και -κυρίως για την Ουκρανία- διεθνούς υποστήριξης.
Ο πόλεμος έχει πάρει τη μορφή διαγκωνισμού μεταξύ της αριθμητικής υπεροχής της Ρωσίας και της επινοητικότητας της Ουκρανίας σε επίπεδο τακτικής. Όμως, αυτό το πλαίσιο δεν επαρκεί για μια εις βάθος ανάλυση. Η προσεκτική παρατήρηση των δεδομένων της σύγκρουσης έχει κάνει τους στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες να μιλούν για έναν πόλεμο που εξελίσσεται σε τρία επίπεδα.
Το πρώτο είναι το «κλασικό», δηλαδή το πεδίο της μάχης. Εδώ η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει μεγαλύτερο όγκο δυνάμεων και μεγαλύτερη στρατιωτικο-βιομηχανική παραγωγή, ως εκ τούτου είναι ικανότερη στον πόλεμο φθοράς και αντοχής. Όμως, αυτά τα πλεονεκτήματα έχουν αποτύχει να της εξασφαλίσουν καθαρή νίκη.
Για κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο ουκρανικού εδάφους που κατακτάται καταβάλλεται δυσανάλογο κόστος σε προσωπικό και μέσα. Οι Ουκρανοί έχουν γίνει εξπέρ στο να μετατρέπουν φθηνές, άμεσα προσβάσιμες τεχνολογίες -ιδίως drones που στοχεύουν με υποβοήθηση Τεχνητής Νοημοσύνης- σε πολλαπλασιαστές ισχύος. Το πεδίο της μάχης έχει, επομένως, πάψει να «ανταμείβει» μόνο εκείνον που διαθέτει όγκο δυνάμεων και ισχύ πυρός· «ανταμείβει» εκείνον που είναι ικανός να προσαρμόζεται και μάλιστα γρήγορα.
Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με τη στρατιωτικο-βιομηχανική παραγωγική βάση και την καινοτομία. Η φύση του σύγχρονου πολέμου έχει αλλάξει ριζικά, οι θερμές συγκρούσεις σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό υβριδικές. Δηλαδή, η επικράτηση δεν συναρτάται αποκλειστικά από όγκο δυνάμεων, μέσα, ισχύ πυρός, εξελιγμένες τακτικές κ,λπ., αλλά από τεχνολογία, βιομηχανική παραγωγή, ερευνητικά εργαστήρια, αλυσίδες εφοδιασμού.
Εδώ η Ουκρανία έχει πλεονέκτημα. Είναι ήδη ένα «οικοσύστημα στρατιωτικής καινοτομίας», όχι απλώς αποδέκτης δυτικού οπλισμού. Σε τέτοιον βαθμό μάλιστα που η Ευρώπη αρχίζει να θεωρεί την ενσωμάτωση της ουκρανικής στρατιωτικής παραγωγής στην ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση κρίσιμης σημασίας για το μέλλον. Με άλλα λόγια, ίσως η Ουκρανία να μην ενταχθεί στο ΝΑΤΟ στο ορατό μέλλον, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος που συντηρεί την ισχύ του, τόσο προσφέροντας τόσο τη γνώση της στη στρατιωτική καινοτομία όσο και την πολύτιμη εμπειρία μάχης που θα έχει συσσωρεύσει.
Ισχυρή, όμως, ικανότητα σε αυτό το δεύτερο επίπεδο έχει να επιδείξει και η Ρωσία, που προ πολλού έχει προσανατολίσει την οικονομία της στην υποστήριξη της στρατιωτικο-βιομηχανικής παραγωγής, επιδεικνύοντας μια ανθεκτικότητα που πολλές δυτικές κυβερνήσεις και αναλυτές είχαν αρχικά υποτιμήσει. Ωστόσο, καμία πλευρά δεν μπορεί να ισχυριστεί αυτή τη στιγμή ότι διαθέτει αποφασιστικής σημασίας υπεροχή σε στρατιωτικο-βιομηχανικό επίπεδο, διότι η καθεμία εξαρτάται από πολύ διαφορετικά μοντέλα οργάνωσης, λειτουργίας και δρομολόγησης προτεραιοτήτων.
Το τρίτο επίπεδο -και αναμφισβήτητα το πλέον καθοριστικό- είναι εκείνο της πολιτικής βούλησης. Κάθε πύραυλος που αναχαιτίζεται πάνω από το Κίεβο δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα των Patriot αλλά από πολιτικές αποφάσεις που ελήφθησαν μήνες νωρίτερα στην Ουάσιγκτον, στο Βερολίνο, στις Βρυξέλλες. Κάθε επιτυχημένη επίθεση με ουκρανικό drone βαθιά μέσα στη ρωσική ενδοχώρα δεν εξαρτάται μόνο από μηχανικούς σχεδιασμούς, γνώση και εφευρετικότητα αλλά και από τη διαρκή οικονομική και τεχνολογική στήριξη των δυτικών εταίρων του Κιέβου. Αντίθετα, κάθε ρωσική επίθεση στη Ουκρανία, ειδικά χερσαίων δυνάμεων, εξαρτάται από την ικανότητα του Κρεμλίνου να πείθει τον ρωσικό πληθυσμό ότι η παρατεταμένη θυσία είναι δικαιολογημένη. Και για τους δύο αντιμαχόμενους, η διάκριση είναι ξεκάθαρη: Το κέντρο βάρους της πολιτικής βούλησης που συνδέεται με τη συνέχιση του πολέμου έχει μετατοπιστεί από τη στρατιωτική οπτική και αντίληψη στην πολιτική διαχείριση και ανθεκτικότητα.
Ως γνωστόν, ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς περιέγραψε τον πόλεμο ως συνέχιση της πολιτικής με στρατιωτικά μέσα. Σήμερα στην Ουκρανία γίνεται το αντίστροφο· η πολιτική είναι εκείνη που συντηρεί τη δυναμική συνέχισης του πολέμου. Οι θεαματικές ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών πετρελαϊκών υποδομών, που εκτείνονται από τη Βαλτική μέχρι τη δυτική Σιβηρία, δεν αποσκοπούν μόνο σε «τοπική» ή «υπερτοπική» ζημιά, στοχεύουν σε μια κλιμάκωση ικανή να προκαλέσει ευρύτερο «πόνο». Η άμεση στρατιωτική τους αξία είναι περιορισμένη. Η Ουκρανία δεν παίρνει πίσω τα κατακτημένα εδάφη της με αυτές τις επιθέσεις, δεν καταστρέφει ρωσικές ταξιαρχίες, ούτε προκαλεί κατάρρευση των ρωσικών αμυντικών γραμμών. Όμως, σε στρατηγική κλίμακα επιβάλλει σωρευτικό κόστος στην οικονομία της Ρωσίας, στην επάρκεια καυσίμων της, στις εφοδιαστικές αλυσίδες της και βέβαια στο ηθικό του ρωσικού κοινού. Ταυτόχρονα, αναγκάζει τη Μόσχα να διασκορπίσει τα πολύτιμα συστήματα της αεράμυνάς της σε ακτίνα χιλιάδων χιλιομέτρων, μειώνοντας έτσι τη συγκέντρωσή τους στο μέτωπο. Ο στόχος δεν είναι μόνο η καταστροφή, είναι η συστημική υπερφόρτωση της ρωσικής πολεμικής μηχανής.
Η δύσκολη ποσοτικοποίηση
Αναλόγως, η Ρωσία έχει υιοθετήσει παρόμοια λογική. Μην μπορώντας να επιτύχει γρήγορες εδαφικές επιτυχίες στο μέτωπο του Ντονμπάς, εντείνει την εκστρατεία πληγμάτων εναντίον των ουκρανικών πόλεων. Κι ο δικός της στόχος είναι ευρύτερος: Να εξαντλήσει τα πεπερασμένα αποθέματα αναχαιτιστικών Patriot της Ουκρανίας, να κλονίσει το ήδη δοκιμασμένο σκληρά ηθικό των Ουκρανών και να πείσει τις δυτικές κυβερνήσεις ότι η στήριξη του Κιέβου επ’ αόριστον θα γίνει απαγορευτικά ακριβή για τους προϋπολογισμούς τους.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όλες οι προβλέψεις για την έκβαση του πολέμου είναι παρακινδυνευμένες. Η συμβατική στρατιωτική ανάλυση τείνει να προσμετρά άρματα μάχης, πυροβόλα, αεροσκάφη, αριθμό στρατευμάτων, τεχνολογικό επίπεδο εξοπλισμού, για να καταλήξει σε κάποια εκτίμηση για το πιθανό τέλος μιας σύγκρουσης. Αυτές οι μεταβλητές παραμένουν σίγουρα σημαντικές για τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά δεν αποτυπώνουν πια την αποφασιστική δυναμική του. Πώς μπορεί κάποιος να ποσοτικοποιήσει την πολιτική συνοχή των Ευρωπαίων στο ακανθώδες ζήτημα της στήριξης της Ουκρανίας; Ποιο μοντέλο μπορεί να προβλέψει πότε η έλλειψη βενζίνης μπορεί να πυροδοτήσει μαζικές αντιδράσεις; Σε ποιο σημείο η κόπωση της κοινής γνώμης, η άνοδος του πληθωρισμού ή η αλλαγή του εκλογικού χάρτη μπορούν να μεταβάλλουν την προθυμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να χρηματοδοτήσουν έναν ακόμη χρόνο πολέμου;
Προφανώς όλες αυτές οι μεταβλητές «αντιστέκονται» στην ποσοτικοποίηση. Αλλά η Ιστορία έχει δείξει πως οι πόλεμοι συχνά εξαντλούν τα «καύσιμά» τους, ακριβώς λόγω αυτών των παραγόντων που είναι αδύνατο να ποσοτικοποιηθούν. Για παράδειγμα, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος οδηγήθηκε στο τέλος του από την εξάντληση της βιομηχανικής παραγωγής της Γερμανίας, την οικονομική πίεση και την εσωτερική πολιτική κατάρρευση.
Ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε όχι επειδή «νίκησε» το στρατόπεδο της Δύσης με όρους στρατιωτικής υπεροχής, αλλά επειδή το οικονομικό και πολιτικό σύστημα της Ανατολής δεν μπόρεσε να επιδείξει την ανάλογη ανθεκτικότητα στη διαρκή πίεση της κούρσας των εξοπλισμών και της οικονομικής πρόκλησης της παγκοσμιοποίησης. Η Ουκρανία μπορεί τελικά να αντιπροσωπεύει ένα παρόμοιο μάθημα: Η ανθεκτικότητα σε βάθος χρόνου έχει μεγαλύτερη σημασία από το μομέντουμ.
Μαθαίνοντας το μάθημα…
Μπορεί η έκβαση του πολέμου να παραμένει αίνιγμα, αλλά όποια κι αν είναι, ένα βασικό δεδομένο έχει ήδη διαμορφωθεί: Ο πόλεμος θα ξανασχεδιάσει τον μελλοντικό χάρτη ασφαλείας όλης της Ευρώπης

Στο μάθημα της ανθεκτικότητας η Ευρώπη κάθεται στην πρώτη σειρά… θρανίων. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες -σήμερα του Τραμπ, ίσως αύριο κάποιου άλλου Προέδρου τού «πρώτα η Αμερική»- παραμείνουν αφοσιωμένες στον ευρωατλαντισμό, οι προοπτικές της Ουκρανίας βελτιώνονται σημαντικά. Αν η αμερικανική υποστήριξη γίνει διαλείπουσα ή συναλλακτική, η Ευρώπη θα βρεθεί να καθορίζει κατά πόσον η Ουκρανία μπορεί να διατηρεί το τεχνολογικό πλεονέκτημά της στον πόλεμο. Η συζήτηση επομένως δεν αφορά απλώς την κατανομή των βαρών· αφορά τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης.
Μια από τις μεγάλες ειρωνείες αυτού του πολέμου είναι ότι η Ουκρανία εξελίχθηκε ανέλπιστα από «καταναλωτής» στρατιωτικού εξοπλισμού της Ευρώπης σε έναν από τους δυνητικούς εταίρους της. Η πείρα μάχης που έχει αποκτήσει και οι γνώσεις της στην εξέλιξη της σύγχρονης συμβατικής τακτικής αποτελούν πλέον αντικείμενο άμεσου ενδιαφέροντος των Ευρωπαίων. Κανένας ευρωπαϊκός στρατός δεν διαθέτει αυτή τη στιγμή συγκρίσιμη εμπειρία σε μεγάλης κλίμακας πόλεμο, στη χρήση μαχητικών drones, σε ηλεκτρονικό πόλεμο ή σε χερσαίες μάχες υψηλής έντασης. Η εμπόλεμη Ουκρανία είναι αυτή τη στιγμή ένα προηγμένο εργαστήριο εξέλιξης της στρατιωτικής τακτικής, τα επιτεύγματα του οποίου είναι κρίσιμης σημασίας για την Ευρώπη. Στις Βρυξέλλες αντιλαμβάνονται πως η ενσωμάτωση της Ουκρανίας στο ευρωπαϊκό στρατιωτικο-βιομηχανικό οικοσύστημα δεν είναι φιλανθρωπία αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.
Βέβαια, η στρατιωτική ιστορία προσφέρει πολλά παραδείγματα συγκρούσεων όπου η αριθμητική υπεροχή τελικά επικράτησε. Αλλά προσφέρει και παραδείγματα όπου η προσαρμογή και η ασυμμετρία ανέτρεψαν όλες τις συμβατικές υποθέσεις για το ποια πλευρά θα επικρατήσει.
Αυτό προσπαθεί να πετύχει τώρα η Ουκρανία. Το αν τελικά κατορθώσει να αντισταθμίσει την αριθμητική υπεροχή και την ισχύ πυρός της Ρωσίας με την «έξυπνη» τακτική της παραμένει το μεγάλο αναπάντητο ερώτημα του πολέμου.
Η μάχη για τη Κριμαία
Για την ώρα προσπαθεί να το «απαντήσει» στη μάχη για την Κριμαία. Από την προσάρτησή της στη Ρωσία το 2014, η χερσόνησος δεν έχει χρησιμεύσει απλώς ως σύμβολο της ρωσικής ισχύος αλλά και ως υλικοτεχνική βάση των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ρωσικών δυνάμεων σε όλη τη Νότια Ουκρανία. Προμήθειες, πυρομαχικά, καύσιμα και ενισχύσεις «ρέουν» μέσω της Κριμαίας προς τον ρωσικό στρατό που επιχειρεί στη Χερσώνα και τη Ζαπορίζια.
Αντί να εξαπολύσει μια ευρεία μετωπική επίθεση, η Ουκρανία ακολούθησε μια διακριτική στρατηγική στηριζόμενη στην ασυμμετρία. Με επαναλαμβανόμενες επιθέσεις drones, με πυραυλικά χτυπήματα αλλά και με επιχειρήσεις δολιοφθοράς έχει σταδιακά αποκόψει την Κριμαία από την ηπειρωτική Ρωσία. Γέφυρες, σιδηροδρομικές συνδέσεις, αποθήκες καυσίμων, λιμάνια και συστήματα αεράμυνας έχουν γίνει τακτικοί στόχοι των ουκρανικών επιθέσεων.
Ο σκοπός δεν είναι η άμεση ανακατάληψη. Είναι να μετατραπεί η Κριμαία από έναν ασφαλή κόμβο επιμελητειακής υποστήριξης σε μια δαπανηρή και αμφίβολης αποτελεσματικότητας προκεχωρημένη «εγκατάσταση».
Οι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες περιγράφουν αυτή την τακτική ως «διαμόρφωση του πεδίου μάχης», δηλαδή ο επιτιθέμενος διαμορφώνει συνθήκες που μπορεί να δημιουργήσουν μελλοντικές στρατιωτικές ευκαιρίες, χωρίς απαραίτητα να επιτυγχάνει άμεσα εδαφικά κέρδη. Αν αυτή η τακτική αποδειχθεί επιτυχημένη, θα επιβάλει ένα ακόμη κόστος στη Ρωσία. Η Μόσχα θα πρέπει να διαθέσει επιπλέον προσωπικό, συστήματα αεράμυνας και άλλους πολύτιμους πόρους μόνο και μόνο για να διατηρήσει ανοιχτές τις οδούς ανεφοδιασμού, που προηγουμένως λειτουργούσαν σχεδόν αυτόματα.
Από στρατιωτικής άποψης, πρόκειται για μια ακόμη ασύμμετρη εκστρατεία του Κιέβου κατά του επιχειρησιακού κέντρου βάρους της Ρωσίας. Αλλά και πάλι η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει. Καμία πλευρά δεν έχει αυτή τη στιγμή πραγματική πρωτοβουλία και στρατηγική αυτονομία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αντανακλούν περισσότερο πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο, παρά υπαγορεύονται από τη στρατιωτική λογική.
Σε μεγάλο βαθμό αυτή η κατάσταση έχει τοποθετήσει την Ευρώπη στο κέντρο της προσοχής σε ό,τι αφορά τα μελλούμενα.
Σαφώς η Ουάσιγκτον παραμένει απαραίτητη για το Κίεβο, ιδίως για τις συστοιχίες των Patriot και τα άλλα προηγμένα οπλικά συστήματα, όμως η αβεβαιότητα για τις μελλοντικές αμερικανικές δεσμεύσεις έχει αναγκάσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επαναξιολογήσουν όλες τις υποθέσεις στις οποίες στηρίχθηκε η ευρωπαϊκή ασφάλεια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Έτσι, δεν αναρωτιούνται πλέον πώς μπορεί η Ευρώπη να βοηθήσει την Ουκρανία. Αισθάνονται πως η Ουκρανία έχει γίνει «απαραίτητη» σε αυτό που θεωρούν μακροπρόθεσμη ασφάλεια της Ευρώπης. Μπορεί τελικά η έκβαση του πολέμου να παραμένει ένα αίνιγμα, αλλά όποια κι αν είναι, ένα βασικό δεδομένο έχει ήδη διαμορφωθεί: Ο πόλεμος θα ξανασχεδιάσει από την αρχή τον μελλοντικό χάρτη ασφαλείας όλης της Ευρώπης.
