Live τώρα    
Ωραιόκαστρο: Η φωτιά έκαψε και το κράτος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ωραιόκαστρο: Η φωτιά έκαψε και το κράτος

135724827aaaa.jpg

Η πρόσφατη μεγάλη πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο λειτούργησε ως ακόμα μία υπενθύμιση ότι οι σύγχρονες πυρκαγιές δεν σταματούν εκεί όπου σβήνουν οι φλόγες. Εκτός από τις καμένες εκτάσεις, τις επιχειρήσεις που παραδόθηκαν στις φλόγες και το τοξικό νέφος που κάλυψε μεγάλο μέρος της Θεσσαλονίκης, ανέδειξε κρίσιμα ζητήματα για την πρόληψη, τον χωροταξικό σχεδιασμό, την Πολιτική Προστασία και την ενημέρωση των πολιτών. Οι παρεμβάσεις επιστημόνων, εκπροσώπων της Αυτοδιοίκησης και άλλων φορέων συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η αποτελεσματική Πολιτική Προστασία δεν κρίνεται μόνο από την αντιμετώπιση μιας κρίσης όταν αυτή έχει ήδη εκδηλωθεί αλλά κυρίως από το πόσο καλά η Πολιτεία έχει προετοιμαστεί έγκαιρα. Οι νέες συνθήκες απαιτούν έναν σύγχρονο και ολοκληρωμένο σχεδιασμό, που θα μειώνει την τρωτότητα των πόλεων και θα ενισχύει την ανθεκτικότητά τους απέναντι στα ολοένα πιο ακραία φαινόμενα.

Η μεικτή χρήση γης πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο

Σε περιοχές όπως το Ωραιόκαστρο όπου συνυπάρχουν δασικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και κατοικίες, μια φωτιά δεν απειλεί μόνο το φυσικό περιβάλλον αλλά μπορεί να επεκταθεί σε κρίσιμες υποδομές, να προκαλέσει εκτεταμένη ατμοσφαιρική ρύπανση και να επηρεάσει πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό. «Η ανάμειξη χρήσεων γης αυξάνει τη διακινδύνευση των υποδομών και των ανθρώπων» επισημαίνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο πυρομετεωρολόγος και κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών Θοδωρής Γιάνναρος.

Όπως εξηγεί, απαιτείται «ανάλυση της τρωτότητας όλων των ζωνών μείξης στη χώρα και στη συνέχεια να καταρτιστούν σχέδια για την αποτελεσματική πυροπροστασία σε περίπτωση “εισερχόμενων” δασικών πυρκαγιών». Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι ο καθαρισμός των οικοπέδων αποτέλεσε ένα θετικό βήμα, υπογραμμίζει όμως ότι δεν επαρκεί. «Θα πρέπει να ενισχυθεί με υποχρεωτικά, ολοκληρωμένα σχέδια πυροπροστασίας, ειδικά σε περιπτώσεις βιομηχανιών, βιοτεχνιών και άλλων κρίσιμων υποδομών» σημειώνει. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα και με τον χωροταξικό σχεδιασμό. Η περίπτωση του Ωραιοκάστρου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός διαχρονικού μοντέλου ανάπτυξης χωρίς συνεκτικό μητροπολιτικό σχεδιασμό, που επιτρέπει τη συνύπαρξη ασύμβατων χρήσεων γης.

Τοξικό νέφος και δημόσια υγεία

Η επέκταση της φωτιάς σε εγκαταστάσεις διαχείρισης ανακυκλώσιμων υλικών και μονάδα επεξεργασίας λιπαντικών μετέτρεψε μια δασική πυρκαγιά σε εκτεταμένο περιστατικό ατμοσφαιρικής επιβάρυνσης. Η καύση μεγάλων ποσοτήτων πλαστικών και άλλων συνθετικών υλικών δημιούργησε ένα σύνθετο μείγμα ρύπων, το οποίο μεταφέρθηκε γρήγορα πάνω από τη Θεσσαλονίκη.

Μιλώντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής, η μεταδιδακτορική ερευνήτρια του Εργαστηρίου Φυσικής της Ατμόσφαιρας του ΑΠΘ Δάφνη Παρλιάρη χαρακτηρίζει την πυρκαγιά «ένα πολύ σοβαρό επεισόδιο ατμοσφαιρικής ρύπανσης με επιπτώσεις στη δημόσια υγεία». Όπως εξηγεί, η καύση ανακυκλώσιμων και συνθετικών υλικών οδηγεί στην έκλυση ενός ιδιαίτερα σύνθετου και επικίνδυνου μείγματος ρύπων. Οι μετρήσεις του Εργαστηρίου κατέγραψαν στις 4 και 5 Ιουλίου πολύ υψηλές συγκεντρώσεις λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων, που τοπικά ξεπέρασαν τα 100 μg/m³, ενώ σε τέτοιες πυρκαγιές μπορούν να παραχθούν πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, πτητικές οργανικές ενώσεις και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, διοξίνες και φουράνια».

«Η διασπορά των ατμοσφαιρικών ρύπων δεν περιορίζεται στα διοικητικά όρια ενός δήμου», επισημαίνει η ίδια, εξηγώντας ότι, ανάλογα με τις μετεωρολογικές συνθήκες το νέφος μπορεί να επηρεάσει ολόκληρες αστικές περιοχές, όπως συνέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασε γρήγορα μέχρι την Καλαμαριά. Η έκθεση στους συγκεκριμένους ρύπους μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό, βήχα, δύσπνοια και να επιβαρύνει ιδιαίτερα άτομα με αναπνευστικά και καρδιαγγειακά νοσήματα. Για τον λόγο αυτόν, όπως σημειώνει η ερευνήτρια, απαιτείται συνεχής παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα και αξιολόγηση του κινδύνου για τον πληθυσμό.

Το 112 δεν αρκεί

Το περιστατικό άνοιξε τη συζήτηση και ακόμα ένα κενό στη διαχείριση τέτοιων συμβάντων: την ενημέρωση των πολιτών όταν η απειλή δεν προέρχεται μόνο από τις φλόγες αλλά και από τους ατμοσφαιρικούς ρύπους. Η Δάφνη Παρλιάρη επισημαίνει πως, παρότι ενεργοποιήθηκε το 112, «δεν δόθηκαν σαφείς οδηγίες προστασίας της δημόσιας υγείας». Όπως τονίζει, οι πολίτες πρέπει να ενημερώνονται έγκαιρα για τις περιοχές που επηρεάζονται, τους κινδύνους και τα αναγκαία μέτρα προστασίας. Αναδεικνύει στο πλαίσιο αυτό την ανάγκη «δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού διαχείρισης περιβαλλοντικών κρίσεων που θα συνδυάζει μετρήσεις ποιότητας αέρα, προγνώσεις διασποράς των ρύπων, επιστημονική αξιολόγηση του κινδύνου και έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών».

Δήμοι και Πυροσβεστική

Η ανάγκη για καλύτερο σχεδιασμό αφορά και τους φορείς που καλούνται να εφαρμόσουν στην πράξη τα μέτρα Πολιτικής Προστασίας. Στην τελευταία συνεδρίαση της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας, οι εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης επανέφεραν το ζήτημα της υποχρηματοδότησης και της υποστελέχωσης των δήμων, υπογραμμίζοντας ότι οι αυξημένες αρμοδιότητες στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας δεν συνοδεύονται από τους αντίστοιχους πόρους. Δήμαρχοι χαρακτηρίζουν «απολύτως ανεπαρκή» τα κονδύλια που διατέθηκαν, σημειώνοντας ότι αναγκάζονται να στηρίζονται ακόμη και σε εθελοντές προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες της αντιπυρικής περιόδου.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η επιχειρησιακή επάρκεια του Πυροσβεστικού Σώματος απέναντι στις ολοένα πιο απαιτητικές αντιπυρικές περιόδους. Οι εποχικοί πυροσβέστες αναδεικνύουν σε παρεμβάσεις τους ότι οι υπηρεσίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, γεγονός που επιβαρύνει τις βάρδιες και οδηγεί σε συστηματική υπερεργασία, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες. Παράλληλα, εκφράζουν επιφυλάξεις για τη νέα προκήρυξη πρόσληψης πυροσβεστών επί θητεία, σημειώνοντας ότι δεν καλύπτει τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες, ενώ ο αποκλεισμός έμπειρων εποχικών πυροσβεστών λόγω ηλικιακών ορίων στερεί από το Σώμα πολύτιμη εμπειρία. Οι εργαζόμενοι στην πυρόσβεση ζητούν ενίσχυση του προσωπικού, σύγχρονο εξοπλισμό και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, επισημαίνοντας ότι η αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων που δημιουργεί η κλιματική κρίση απαιτεί ισχυρό και καλά προετοιμασμένο Πυροσβεστικό Σώμα.

Τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά

Πέρα από την επιχειρησιακή διαχείριση της φωτιάς, η συζήτηση στρέφεται πλέον και στην πρόληψη. Πόσο συστηματικοί είναι οι έλεγχοι σε εγκαταστάσεις που διαχειρίζονται εύφλεκτα υλικά; Τηρούνται τα προβλεπόμενα μέτρα πυροπροστασίας; Υπάρχει σχεδιασμός για περιστατικά που συνδυάζουν δασική πυρκαγιά, βιομηχανικό συμβάν και έκλυση επικίνδυνων ρύπων;

Στο πλαίσιο αυτό, ο επικεφαλής της παράταξης «Αλλαγή στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας» Γιάννης Μυλόπουλος κατέθεσε ερώτηση προς τη διοίκηση της Περιφέρειας ζητώντας στοιχεία για τους ελέγχους που γίνονται, τα μέτρα πυροπροστασίας που εφαρμόζονταν και τον σχεδιασμό αντιμετώπισης αντίστοιχων περιστατικών. Τα ερωτήματα αυτά υπερβαίνουν το συγκεκριμένο περιστατικό και αφορούν συνολικά την εποπτεία εγκαταστάσεων υψηλού κινδύνου και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρόληψης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0