Η παράπλευρη δημοφιλία που απέσπασε ο Ντόναλντ Τραμπ μέσα από τους stand-up κωμικούς δεν είναι τυχαία: αντανακλά τη νέα σχέση ανάμεσα στα ψηφιακά μέσα και την ολοένα αναπτυσσόμενη «βιομηχανία» του γέλιου. Για δεκαετίες η πνευματώδης σατιρική κωμωδία θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο των προοδευτικών. Την τελευταία δεκαετία όμως μια νέα γενιά δεξιών και αντιδραστικά συντηρητικών κωμικών εκμεταλλεύτηκε τις ψηφιακές πλατφόρμες για να αναστρέψει αυτή την εικόνα.
Το 2024 μια σειρά από φιλικές προεκλογικές συζητήσεις ανάμεσα σε μια μικρή λίστα δημοφιλών stand-up κωμικών σε podcast που διαχειρίζονταν, με τον νυν Αμερικανό Πρόεδρο, κινητοποίησαν στρατιές νεαρών (ανδρών κυρίως) ψηφοφόρων. Στις ψηφιακές εκπομπές του Τζο Ρόγκαν, του Θίο Βον, του Άντριου Σουλτς και των Nelk Boys μεταξύ άλλων, ο Τραμπ αντιμετώπιζε ένα χλιαρά φιλικό περιβάλλον, χωρίς ουσιαστικό αντίλογο σε οτιδήποτε, κάτι που προφανώς εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο χάρη στην εμπειρία του στα media. Σε αυτό το viral περιεχόμενο πολλοί πιστώνουν τη θριαμβευτική επικράτηση του Τραμπ καθώς η εξανθρωπισμένη εικόνα του έφτασε σε ένα κοινό που δεν έχει σαφή πολιτική ιδεολογία, δεν μιλάει τη γλώσσα των ενημερωτικών MME και πλήττει αφόρητα με τα τηλεοπτικά debate. Ο Τζο Ρόγκαν είναι αδιαφιλονίκητα ο πιο επιδραστικός podcaster στον κόσμο και η τρίωρη συνέντευξή του το 2024 σε συνδυασμό με τη δήλωση ότι θα ψηφίσει τον Τραμπ, μόλις μια μέρα πριν από τις κάλπες, πολλοί αναλυτές θεωρούν πως συνέβαλαν αποφασιστικά στην επανεκλογή.
Η άνοδος των «bro-podcast» στην πολιτική
Η προεκλογική περιοδεία του Τραμπ στα podcast στόχευε ευθέως στο λεγόμενο «manosphere», ένα ανεπίσημο δίκτυο αντιδραστικής αρρενωπότητας. Το σχέδιο πέτυχε. Ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν φαίνεται να διαρρηγνύει αυτόν τον δεσμό. Οι επιθέσεις του χτυπούν εκεί που πονάει: τα ποσοστά των Ρεπουμπλικάνων είναι ήδη χαμηλά και οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου προμηνύουν βαριές απώλειες. Ελάχιστοι γνώριζαν τον αμφιλεγόμενο κωμικό Τόνι Χίντσκλιφ πριν από την εμφάνισή του στη συγκέντρωση του Τραμπ στο Madison Square Garden. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην όταν ο Χίντσκλιφ, που είναι στενός φίλος και προστατευόμενος του Ρόγκαν, αποκάλεσε από το μικρόφωνο το Πουέρτο Ρίκο «πλωτό σκουπιδότοπο». Ο Άντριου Σουλτς έφερε κι εκείνος τον Τραμπ στο δικό του podcast, το «Flagrant», που απαριθμεί 2 εκατομμύρια συνδρομητές στο YouTube, όπου είπε περιχαρής ότι του φάνηκε «βασικά ειλικρινής άνθρωπος».
Παρόλο που η αμερικανική Δεξιά έχει καταφέρει να παρουσιαστεί ως το νέο καταφύγιο της ελευθερίας του λόγου και της αιχμηρής κωμωδίας, το τελευταίο διάστημα αρκετοί από τους stand-up κωμικούς έχουν αποστασιοποιηθεί. Ο Τζο Ρόγκαν σε μια σειρά επεισοδίων ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση, από τη μεταναστευτική πολιτική και τον χειρισμό της υπόθεσης Έπστιν έως τον πόλεμο με το Ιράν, λέγοντας: «Δεν τον εκλέξαμε γι’ αυτό». Μάλιστα, επιτέθηκε και στους ίδιους τους οπαδούς του Τραμπ, αποκαλώντας τους «περίεργους», «βαρετούς» και «ανόητους». Με τη σειρά του ο Θίο Βον, που με τη νότια προφορά και τη χαρακτηριστική ατημέλητη κόμμωση έχει καταφέρει να έχει απήχηση σε 8 εκατομμύρια ακολούθους, επίσης δεν αμφισβήτησε ούτε μία στιγμή τον Τραμπ στη δική του συνέντευξη το 2024. Πήρε όμως αποστάσεις όταν η εικόνα του χρησιμοποιήθηκε χωρίς άδεια σε βίντεο απελάσεων και πρόσφατα αποκάλεσε την κυβέρνηση «τρομοκράτες».
Στο μεταξύ, η φιλελεύθερη σάτιρα ακολουθεί την ίδια συνταγή που καθιέρωσε ο κωμικός Τζον Στιούαρτ στο «Daily Show», όπου ένας εύγλωττος, σαρκαστικός παρουσιαστής παραθέτει σχολαστικά τεκμηριωμένα στοιχεία για ένα ζήτημα, δίνοντας τελικά προτεραιότητα στο κήρυγμα και όχι στο γέλιο, χωρίς να απευθύνεται σε νέους αναποφάσιστους ψηφοφόρους αλλά σε φιλελεύθερους με πανεπιστημιακή μόρφωση, ήδη πεπεισμένους.
