Οι βιογραφίες μουσικών, ενώ μπορεί να είναι απ’ τα πλέον αγαπημένα της σεζόν των κινηματογραφικών βραβείων, έχουν γίνει ένα δυσφημισμένο είδος με τα κλισέ τους, τις ξαφνικές δημιουργικές αποκαλύψεις, τις βασανισμένες αφηγηματικές καμπύλες πτώσης, ανόδου και πάλι πτώσης.
Village Vanguard, NYC
Ιούνιος 1961, στη Νέα Υόρκη: Ο πιανίστας της τζαζ Bill Evans δημιουργεί το τέλειο τρίο και ο μόλις 25 ετών κοντραμπασίστας του Scott LaFaro είναι η μουσική του «αδελφή ψυχή». Μια εβδομάδα συναυλιών στο κλαμπ Village Vanguard, τον υπόγειο «ναό της τζαζ» του Big Apple -της μητρόπολης της σύγχρονης τζαζ-, κορυφώνεται με τη ζωντανή ηχογράφηση δύο από τους κορυφαίους τζαζ δίσκους όλων των εποχών.
Δέκα μέρες αργότερα ο LaFaro πεθαίνει σε ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Μουδιασμένος από τη θλίψη της απρόσμενης απουσίας του, ο Bill Evans, μετά από πολλές προσωπικές τραγωδίες και το σοβαρό του πρόβλημα με τα ναρκωτικά, ζει και αυτό το νέο δράμα. Αισθάνεται πως κανείς δεν του ταιριάζει μουσικά και αρνείται να παίξει ξανά.
Η Αργυρή Άρκτος
Στις 13 Φεβρουαρίου του 2026 η ταινία σε σκηνοθεσία του Ιρλανδού Grant Gee και σενάριο του Mark O’Halloran (βασίστηκε στο μυθιστόρημα «Intermission» του Owen Martell) έκανε πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 76ου Διεθνούς Φεστιβάλ του Βερολίνου, κερδίζοντας την Αργυρή Άρκτο Καλύτερης Σκηνοθεσίας.
Το «Everybody Digs Bill Evans» είναι η ιστορία τού τι συνέβη στη συνέχεια σε μια από τις πλέον επιδραστικές τραγικές προσωπικότητες της μουσικής του 20ού αιώνα. Τον ρόλο του Evans παίζει ο Anders Danielsen Lie, με συμπρωταγωνιστές τους Bill Pullman, Barry Ward & Laurie Metcalf. Το δράμα για τον θρύλο της αμερικανικής τζαζ σκηνής είναι οπτικοποιημένο ατμοσφαιρικά, συχνά αποπνικτικά για τον θεατή.

Οργασμική ονειροπόληση
Ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Grant Gee είναι ίσως γνωστός για το ροκ ντοκιμαντέρ του 1997 με τίτλο «Meeting People is Easy», το οποίο βρήκε το συγκρότημα Radiohead σε περιοδεία καθώς ταξίδευαν σε όλο τον κόσμο, μετά τη συντριπτική επιτυχία του άλμπουμ τους «Ok Computer». Το φιλμ «Everybody Digs Bill Evans» είναι μια όχι λιγότερο ειλικρινής κινηματογραφική αποτύπωση.
Ο Bill Evans έγινε γνωστός για την πρωτοποριακή του επιρροή στην τζαζ μουσική και ιδιαίτερα για το πώς το τζαζ τρίο του με τον μπασίστα Scott LaFaro και τον ντράμερ Paul Motian δημιούργησαν το παγκόσμιο «Art of the Trio». Η ταινία ξεκινάει έντονα, βάζοντας τον θεατή σε μια σχεδόν οργασμική ονειροπόληση. Τα χείλη, τα μάτια των μουσικών (τα τελευταία σχεδόν πάντα κλειστά) και η ασπρόμαυρη κινηματογράφηση του Πιρς ΜακΓκρέιλ είναι σαγηνευτικά αισθησιακά και ταιριάζει με το παίξιμό τους.
Κουτάλια που φουσκώνουν
Πριν καν τελειώσουν οι τίτλοι του τέλους η τραγωδία έχει χτυπήσει: ο Scott πεθαίνει σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, αφού τον έχει πάρει ο ύπνος στο τιμόνι. Κι από εκεί η ταινία αποκτά μια πολύ πιο σκληρή, πιο ζοφερή -και λιγότερο μουσική- υπόθεση. Ο Bill Evans αντιμετωπίζει τις συναισθηματικές επιπτώσεις ακυρώνοντας συναυλίες και καταφεύγοντας στη χρήση ηρωίνης. Γνώριμα, κοντινά πλάνα από κουτάλια που φουσκώνουν...
Υπάρχει μια απίστευτα συγκινητική, πρώιμη σκηνή, όπου ο Evans ανοίγεται στη συμπονετική σύζυγο του για τον Scott: στις μετανιωμένες εικασίες του για το πώς μπορεί να απογοήτευσε τον μουσικό του σύντροφο. Στα ήσυχα δάκρυά του νιώθει κανείς τη μαγνητική, σχεδόν ρομαντική σχέση τους. Μια ιδιαίτερα σπάνια στιγμή συναισθηματικής εκφραστικότητας από τον Danielsen Lie. Κατά τ’ άλλα, ο Evans παραμένει μια σιωπηλή ανεξιχνίαστη φιγούρα, η οποία σε κάποια σημεία υποχωρεί σαν φάντασμα στο παρασκήνιο της δικής του ιστορίας.
Αινιγματικός χαρακτήρας
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν ο Evans μετακομίζει με τους γονείς του, τους οποίους υποδύονται οι Laurie Metcalf και Bill Pullman, και αρχίζει να τα παρατάει. Η Metcalf είναι σκληρή και τρυφερή, ενώ ο Pullman αισθάνεται απογοήτευση από το american dream της μεσαίας τάξης. Και οι δύο πολύ καλοί ηθοποιοί του Χόλιγουντ είναι απλά υπέροχοι. Η παρουσία τους στην οθόνη είναι τόσο έντονη, που συχνά μας αποσπούν την προσοχή από τον αποστασιοποιημένο συμπρωταγωνιστή τους.
Παρ’ όλα αυτά, καθώς η ταινία προχωρά, ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος Mark O’Halloran μας δίνουν μια εικόνα για τον αινιγματικό χαρακτήρα του Evans. Όσοι τον περιβάλλουν αγωνίζονται να ελέγξουν τα συναισθήματά τους ενώ αυτός κλείνεται στον εαυτό του, σε μια μορφή αυτοπροστασίας. Για να είναι παρών με την τέχνη του, πρέπει να «απωθήσει τα πάντα μακριά» -συμπεριλαμβανομένης της θλίψης- και να υπάρξει «έξω από τη ζωή», μας εξηγεί στις τελευταίες στιγμές της ταινίας.
Βαθιά ανθρώπινο έργο
Οι σύντομες αναδρομές στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 είναι έγχρωμες, κάτι που θα περίμενε κανείς να σηματοδοτήσει μια αλλαγή στην ατμόσφαιρα, είναι όμως σύντομες για να διευκρινίσουν οτιδήποτε για τη ζωή και την καριέρα του Bill Evans. Το «Everybody Digs Bill Evans» είναι ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, που εστιάζει σ’ ένα όνομα λιγότερο γνωστό στο σύγχρονο κοινό από πολλές άλλες βιογραφικές ταινίες. Θα σας ωθήσει ν’ αρχίσετε να ψάχνετε για τη μουσική του, αν δεν τη γνωρίζετε ήδη. Ο γεννημένος στις 16 Αυγούστου 1929 William John Evans πέθανε σε ηλικία 51 ετών στις 15 Σεπτεμβρίου 1980.
