Στις 3 Ιουλίου κυκλοφόρησε το δέκατο πέμπτο (μείον soundtracks, συλλογές και ζωντανές ηχογραφήσεις) album της Madonna, το «Confessions II», όχι μόνον ένα από τα καλύτερα του ’26 αλλά και ένα από τα σημαντικότερα των τελευταίων δέκα ετών για την διεθνή μουσική σκηνή. Το «II» του τίτλου σημαίνει ότι είναι το δεύτερο μέρος ή η συνέχεια αν προτιμάτε του «Confessions On A Dance Floor» του 2005.
Ο χορός ως δύναμη ζωής και τρόπος επιβίωσης
Το 2005 η Madonna είχε συμπληρώσει είκοσι δύο χρόνια στη δισκογραφία. Ολοι και όλες αναγνώριζαν την απόλυτη κυριαρχία της στην ποπ μουσική όχι μόνο της σκηνής των ΗΠΑ αλλά και τη διεθνή τις δύο προηγούμενες δεκαετίες, κάτι που είχε σφραγίσει με το ανανεωτικό και πολύ ενδιαφέρον «Music» του 2000. Όμως το «American Life» του 2003 – φτιαγμένο όπως δείχνει και ο τίτλος για να εμψυχώσει τους/τις κατοίκους μιας χώρας, της δικής της, η οποία για σχεδόν δύο χρόνια ζούσε στη σκιά, τον πόνο αλλά και τον φόβο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους – ήταν ένας άνισος δίσκος και από τους μέτριους που είχε κάνει. Πολλοί και πολλές λοιπόν άρχισαν να σκέφτονται ή και να λένε ότι η Madonna ήταν ένα όνομα που χαρακτήρισε το τέλος του εικοστού αιώνα και ανήκε αποκλειστικά σε αυτόν ενώ δεν ήταν κατάλληλη για την επόμενο, πιο απλά ότι την είχε υπερβεί οριστικά η εποχή και η συνολική νέα συνθήκη της.
Αυτό που μάλλον δεν λάβαιναν υπόψη τους είναι ότι η Madonna είναι γεννημένη survivor, διαθέτει ένα πανίσχυρο και αλάνθαστο ένστικτο επιβίωσης, με κάθε έννοια του όρου. Λησμονούσαν επίσης ότι η Madonna Louise Ciccone όπως είναι το πλήρες ονοματεπώνυμο της (η ίδια προσέθεσε αργότερα το Veronica, το όνομα της μητέρας της που πέθανε από καρκίνο όταν εκείνη ήταν μόλις πέντε ετών) σπούδασε μπαλέτο από αρκετά νεαρή ηλικία και όταν πήγε στη Νέα Υόρκη από τα περίχωρα του Ντιτρόιτ του Μίσιγκαν όπου μεγάλωσε είχε ως βασικό σκοπό να βρει εργασία ως χορεύτρια, το τραγούδι και η καριέρα στη μουσική προέκυψαν μέσα από μια σειρά ευτυχών για εκείνη συγκυριών. Ο χορός ανέκαθεν ήταν αυτό που ενδυνάμωνε το σώμα της και υποστήριζε την ψυχολογία της και σε αυτόν επέστρεφε σε κάθε δύσκολη στιγμή, προσωπική ή οποιαδήποτε άλλη. Τέλος, όσο και αν δεν φαίνεται σε πρώτο επίπεδο, ποτέ σε όλη την μακρά διαδρομή της δεν έκανε κάτι, ακόμα και το πιο μικρό ή ασήμαντο πράγμα, συμπτωματικά ή τυχαία και δίχως να το έχει σκεφτεί πολύ καλά πριν.
Η αντίδραση της λοιπόν στην έστω και όχι τόσο εκφρασμένη αποδοκιμασία που δέχτηκε ως δημιουργός ήταν να στραφεί και πάλι στο χορό για να βρει την απάντηση. Αυτή είχε βέβαια τον τίτλο «Confessions On A Dance Floor» και, αν ο χορευτικός ρυθμός ανέκαθεν ήταν και παρέμεινε η κινητήρια δύναμη των τραγουδιών της, η δέκατη δισκογραφική εργασία της ακολουθούσε – σε μικρότερο βαθμό - το «I’m Breathless» του ’90, ουσιαστικά το soundtrack της ταινίας «Dick Tracy» στην οποία συμπρωταγωνιστούσε με τον Γουόρεν Μπίτι και το «Erotica» του ’92 και απόλυτα το «Ray Of Light» του ’98 και βέβαια το «Music» σαν ένα αμιγώς χορευτικό album.
Από το εμβληματικό single «Hung Up» με την ευρηματικότατη χρήση ενός sample από το «Gimme! Gimme! Gimme! (A Man After Midnight)» των Abba και τον πολλαπλής ανάγνωσης εναρκτήριο στίχο και ταυτόχρονα επωδό Ο χρόνος κυλά τόσο αργά με κατάληξη την ομολογία Και εγώ δεν ξέρω τι να κάνω και το εθιστικό επίσης single «Sorry» μέχρι το «I Love New York», ένα ερωτικό τραγούδι για την πόλη που έχει υιοθετήσει ως «δική της» και είχε πληγωθεί τόσο οδυνηρά μα και βαθιά από την επίθεση των τρομοκρατών της Αλ Κάιντα στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το «Confessions On A Dance Floor» περιείχε συνολικά δώδεκα χορευτικά τραγούδια υψηλού επιπέδου και εξίσου υψηλής ενέργειας. Οι επικριτές και οι επικρίτριες αναγκάστηκαν να σωπάσουν, η Madonna είχε αποδείξει ότι μπορούσε να συμβαδίζει με την εποχή και τις απαιτήσεις της άνετα και χωρίς να τρέχει για να την προλάβει.
Οι δύσκολοι καιροί απαιτούν και επιβάλλουν σύνθετο και «δύσκολο» πολιτισμό
Όμως η δυναμική που της προσέδωσε το «Confessions On A Dance Floor» δεν διήρκεσε για πολύ. Το «Hard Candy» (2008) πιθανότατα ήταν ο πιο αδιάφορος αλλά και ο πιο «άψυχος» δίσκος της και το «MDNA» (2012) έδειχνε μια δημιουργική κόπωση και δεν κατάφερνε να υλοποιήσει τις ανανεωτικές προθέσεις του.
Όπως ήταν φανερό ήδη από τον τίτλο αλλά και το εξώφυλλο του η δημιουργική φλόγα της επέστρεψε σε μεγάλο βαθμό με το «Rebel Heart» (2015) το οποίο λειτούργησε και ως προπομπός του «Madame X» του 2019. Στο album αυτό η Madonna σχεδόν ξαναβρήκε τη φόρμα του «Confessions On A Dance Floor». Κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά την πρώτη εκλογή του Τραμπ ενώ εκείνη είχε, όχι συμπτωματικά, μετοικίσει για κάποια χρόνια στη Λισαβόνα. Το πορτρέτο της στο εξώφυλλο παρέπεμπε ξεκάθαρα στις αυτοπροσωπογραφίες της ιδιοσυγκρασιακής Μεξικάνας ζωγράφου Φρίντα Κάλο και αν η στιχουργική θεματολογία ήταν ασυνήθιστα «σκοτεινή» για τα δεδομένα της για πρώτη φορά οι συνθέσεις και κυρίως ο ήχος ενός δίσκου της ενσωμάτωναν τόσα πολλά στοιχεία από ιδιώματα εκτός της, με την ευρύτερη έννοια, μουσικής των ΗΠΑ.
Το συνεχώς ανανεούμενο και βελτιούμενο σχέδιο
Όταν ξεκινούσε η Madonna οι γνώμες για εκείνη διχάζονταν ανάμεσα στο «τραγουδίστρια της σειράς με ελάχιστο ταλέντο» και «ένα ακόμα πορνίδιο της showbiz» (για να μην μεταχειριστώ μια πιο κατάλληλη λέξη της καθομιλουμένης). Ελάχιστα χρόνια αργότερα την αποκαλούσαν «βασίλισσα της ποπ» κατ’ αντιστοιχία με τον «βασιλιά της ποπ», δηλαδή τον αείμνηστο Michael Jackson. Η ίδια δεν έδωσε ποτέ σημασία, ούτε καν σχολίασε τέτοιους «τίτλους».
Η Madonna δεν ήταν φαινόμενο της ποπ, ούτε καν ποπ είδωλο αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Ποτέ δεν είχε ιδιαίτερα μεγάλο ταλέντο σαν ερμηνεύτρια ούτε πολύ περισσότερο ως δημιουργός (καθώς πολύ σύντομα άρχισε να συμμετέχει στη σύνθεση της συντριπτικής πλειονότητας των τραγουδιών της). Τα μεγαλύτερα χαρίσματα της, ανεξάρτητα από το αν φάνηκαν από την αρχή, ήταν και εξακολουθεί να είναι η ευφυία της, η σπάνια διορατικότητα της και το ιδιαίτερα οξυμένο αισθητήριο της.
Αργά, σταδιακά αλλά και πάρα πολύ μεθοδικά η Madonna μελέτησε και σχεδίασε τα πάντα, από το εκάστοτε image της και το ύφος των τραγουδιών της – που πάντα κολακεύουν, αν δεν αναδεικνύουν, την περιορισμένων δυνατοτήτων ερμηνεία της – μέχρι την δημόσια εικόνα της. Δεν αφήνει το κοινό να της προσδώσει την εικόνα που θέλει ή φαντάζεται για εκείνη αλλά του την δίνει κάθε φορά απόλυτα διαμορφωμένη, σχεδόν την επιβάλλει.
Αυτά σε συνδυασμό με την παροιμιώδη και ακούραστη εργατικότητα της πριν από όλα την κατέστησαν μια performer τόσο υψηλού επιπέδου ώστε ελάχιστοι και ελάχιστοι άλλες μπορούν να το πλησιάσουν. Επίσης την έκαναν την μεγαλύτερη σταρ της σύγχρονης εποχής, αυτής που ξεκίνησε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή την εποχή την διαμόρφωσε και την καθόρισε η ίδια, περισσότερο από κάθε άλλον και άλλη. Πήρε το πρότυπο της χορευτικής ποπ που είχε σκιτσάρει ο μέγας Quincy Jones στο «Thriller» του Michael Jackson και το μετέτρεψε στο κυρίαρχο ρεύμα της popular μουσικής, αρχικά στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στο μεγαλύτερο τμήμα του πλανήτη.
Απόδειξη για όλα αυτά είναι το κυριότερο κριτήριο για κάθε είδους άνθρωπο του πολιτισμού, η διάρκεια της. Ανάλογοι και περισσότερο ή λιγότερο ίσης ακτινοβολίας σταρ όπως ο Michael Jackson και η Whitney Houston έγιναν θύματα του ίδιου του εαυτού τους και έφυγαν από τη ζωή πολύ πρόωρα ενώ πολύ περισσότεροι/ες είναι οι ήσσονες που ήρθαν, παρήλθαν και ξεχάστηκαν.
Ξεχωριστή κατηγορία είναι εκείνες που επηρεάστηκαν πολύ, ακόμα και υπερβολικά από τη Madonna. H Αυστραλή Kylie Minogue είναι δέκα χρόνια νεότερη της αν και ξεκίνησε την καριέρα της ελάχιστα μετά από εκείνη. Παρόλα αυτά θεωρεί την Madonna μέντορα της, σχεδόν κάτι σαν…μεγάλη αδελφή της με εκείνη να της ανταποδίδει την εκτίμηση και την αγάπη. Οι περισσότερες βέβαια είναι Αμερικανίδες, η Gwen Stefani ξεκίνησε διαφορετικά ως μέλος των No Doubt αλλά στην προσωπική διαδρομή της σε πολύ μεγάλο βαθμό αντιγράφει τη Madonna σε όλα τα επίπεδα, η εντονότατη επιρροή της είναι φανερή στις Christina Aguilera, Britney Spears, Katy Perry, Selena Gomez αλλά και στην πολύ νεότερη Sabrina Carpenter ενώ τέλος διακρίνεται η επίδραση της στη Jennifer Lopez και την Κολομβιανή Shakira. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι η Lady Gaga, αναμφίβολα ταλαντούχα μεν αλλά στις αρχές της διαδρομής της βασίστηκε σε υπέρμετρο βαθμό σε οτιδήποτε έκανε η Madonna στην πρώτη περίοδο της χωρίς μάλιστα να το αναγνωρίσει ούτε μία φορά. Ισως για αυτό η μεταξύ τους σχέση δεν είναι κακή αλλά απλά ανύπαρκτη, δεν αναφέρονται ποτέ η μία στην άλλη σαν αντίστοιχα να αγνοεί την ύπαρξη της.
Με αυτές τις νοηματοδοτήσεις, σηματοδοτήσεις αλλά και υπόρρητα λοιπόν η Madonna έφτασε στο «Confessions II». Περιλαμβάνει περισσότερα τραγούδια από το «Confessions On A Dance Floor», δέκα έξι με την αντίστοιχα μεγαλύτερη διάρκεια και με τρία από αυτά να έχουν μέχρι τώρα κυκλοφορήσει ως singles. Βασικός συνεργάτης της ήταν ο Βρετανός παραγωγός Stuart Price αλλά συμπράττει και με άλλους όπως ο Γάλλος Mirwais Ahmadzaï που ήταν ο υπεύθυνος για τον μινιμαλιστικό ήχο του «Music».
Το εναρκτήριο «I Feel So Free», ευφορικό και ταυτόχρονα «ζεστό» deep house, θέτει το πλαίσιο αν και στη συνέχεια υπάρχουν αρκετές παραλλαγές του αλλά και μεγαλύτερες ή μικρότερες αποκλίσεις από αυτό. Κλασικό, λιτό και απολύτως λειτουργικό house της Νέας Υόρκης τα «Good For The Soul» και «One Step Away» ενώ στο «Bring Your Love» συμμετέχει η σχεδόν «προστατευόμενη» της Sabrina Carpenter που την υποστηρίζει ενεργά έχοντας εμφανιστεί ακόμα και σε συναυλίες της. Το «Danceteria» «ανακυκλώνει» ευφυώς την μουσική δομή και σχήμα και την στιχουργική του κλασικού πια «Vogue» από το «I’m Breathless», το «Read My Lips» με τη συμμετοχή του Κολομβιανού ερμηνευτή Feid επαναφέρει το latin στοιχείο που υπάρχει σε κάποια τραγούδια της από την εποχή του «La Isla Bonita» με μια πολύ σύντομη υπόμνηση της «τελετουργικής» ατμόσφαιρας του «Like A Prayer» στην εισαγωγή του, το «Everything» είναι κοφτό, δυναμικό και ξεσηκωτικό hardhouse που φτάνει σχεδόν στα όρια του techno και το απολαυστικό nu disco του «Love Sensation» αποτίει απροκάλυπτο φόρο τιμής στον ομότιτλο disco ύμνο της Loleatta Holloway από το 1980.
Το «Love Without Words» είναι θαυμάσια χορευτική ποπ όπως μόνον εκείνη ξέρει να κάνει, το σαγηνευτικό «Bizarre» στο οποίο συμμετέχει ο Ολλανδός DJ και παραγωγός Martin Garrix δικαιώνει τον τίτλο του, το «School» με την αινιγματική «αύρα» του είναι μια επιστροφή στην παιδική ηλικία και την σχολική εκπαίδευση κατά την διάρκεια της, δύο πράγματα που έχουν καθορίσει την προσωπικότητα της και κάποιες φορές γίνονται θεματολογία της μουσικής της, ενώ το «Fragile» ισορροπεί ανάμεσα στον ακατανίκητο «ελαστικό» ρυθμό του και την λεπταίσθητη και απρόσμενα τρυφερή μελωδία του. Στο «My Sins Are My Savior» που συμμετέχει ο Βέλγος τραγουδιστής και ράπερ Stromae επιστρέφει για μια ακόμα φορά στη θρησκευτική θεματολογία και συμβολισμούς τα οποία όμως λειτουργούν κυρίως μεταφορικά με πολλές και ποικίλες προεκτάσεις και επιπλέον με ισχυρό ανατολίτικο «χρώμα», το «Betrayal» είναι house της γαλλικής «σχολής» με ένα sample από έργο του ιμπρεσιονιστή συνθέτη Ερίκ Σατί (!) ενώ η συμμετοχή της Lola Leon, δηλαδή της εικοσιεννιάχρονης Lourdes, του μεγαλύτερου από τα έξι συνολικά παιδιά της, την οποία απέκτησε από την σχέση της με τον Carlos Leon στο κατά τα άλλα τυπικό για εκείνη «The Test», πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της βοήθειας την οποία δεν μπορεί παρά να δώσει μια μητέρα στην κόρη της καθώς ακολουθεί τα βήματα της προσπαθώντας από το ’22 να κάνει καριέρα τραγουδίστριας αν και με όχι σπουδαία αποτελέσματα μέχρι τώρα. Το καταληκτικό «L.E.S. Girl» είναι ίσως το πιο μελωδικό τραγούδι που έγραψε ποτέ αλλά και ένα από τα πιο όμορφα, μια ωδή στην θηλυκότητα αλλά και – περισσότερο ή λιγότερο έμμεσα – στον γυναικείο ομόφυλο έρωτα. Είναι γνωστή άλλωστε η από πολύ νωρίς και με σθένος υποστήριξη της των δικαιωμάτων των κάθε είδους κοινωνικών μειονοτήτων και ιδιαίτερα των κοινοτήτων της σεξουαλικότητας/σεξουαλικής ταυτότητας.
Η ρεαλιστική μεγάλη εικόνα
Το «Confessions II» ήρθε επτά χρόνια μετά το «Madame X», το μεγαλύτερο διάστημα που έχει μεσολαβήσει ανάμεσα σε δύο albums της. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέβησαν πολλά και όχι ευχάριστα, η πανδημία και οι καραντίνες, η λήξη της πρώτης προεδρίας Τραμπ με τα γελοία μέσα στην τραγικότητα και επικινδυνότητα τους γεγονότα του Καπιτωλίου, η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία και ο πόλεμος που συνεχίζεται μέχρι τώρα, η δολοφονική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ με συνέπεια τη γενοκτονία στη Γάζα και βέβαια η επανεκλογή του Τραμπ ο οποίος επανήλθε χειρότερος και πολύ πιο απολυταρχικός από την πρώτη φορά. Όλα αυτά μπορεί να μην λειτούργησαν ως πηγές έμπνευσης αλλά σίγουρα τροφοδότησαν διανοητικά και δημιουργικά την Madonna κάνοντας τις απαιτήσεις της από τον εαυτό της μεγαλύτερες και υψηλότερες από ποτέ.
Έτσι σαράντα τρία χρόνια μετά το δισκογραφικό ντεμπούτο της, είκοσι ένα μετά το «Confessions On A Dance Floor» και ούτε δύο μήνες πριν συμπληρώσει τα εξήντα οκτώ χρόνια της κατέθεσε το «Confessions II». Δεν είναι το δεύτερο μέρος ούτε καν η συνέχεια του «Confessions On A Dance Floor» αλλά ο επανακαθορισμός και η επικαιροποίηση του με βάση τα νέα δεδομένα. Με την εργασία αυτή η αναμφίβολα σημαντικότερη σύγχρονη ποπ ιδιοφυία, παραμένοντας ακμαιότατη, συναντά το παρελθόν της για να το ενώσει με το παρόν, το προσωπικό της αλλά και το συλλογικό. Είναι το πιο πρόσφατο και αψεγάδιαστο μέρος του μεγάλου σχεδίου της που διαρκώς αναπροσαρμόζει και εξελίσσει σε μια αλληλεπίδραση με την πραγματικότητα την οποία ποτέ δεν χάνει. Με αυτό συμβαδίζει απόλυτα με την εποχή, τις συνθήκες, τις απαιτήσεις, τις αναζητήσεις και τις προκλήσεις της (τις οποίες στην μουσική και γενικότερα στην pop culture διαμόρφωσε η ίδια περισσότερο από κάθε άλλον και άλλη) και μπορεί πλέον να προηγείται από αυτές, ίσως και να τις οδηγήσει για άλλη μια φορά. Ακόμα και όσοι και όσες δεν τους αρέσει το αισθητικό αποτέλεσμα του «Confessions II» οφείλουν να τις αποδώσουν τον σεβασμό που μετά από σχεδόν μισό αιώνα ακάματης και συνεπούς παρά τα ποιοτικά «σκαμπανεβάσματα» δημιουργικότητας έχει κατακτήσει και με το παραπάνω.