Οι τελευταίες εξάρσεις της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης στο Στενό της Ταϊβάν είναι πλέον πιο δύσκολο να θεωρηθούν οι τετριμμένες που πυροδοτούν τις συνηθισμένες επιδείξεις ισχύος εκατέρωθεν.
Η Ταϊβάν φαίνεται να κινείται σε μια λογική επικείμενης αντιπαράθεσης, προετοιμαζόμενη για το πώς θα αντιμετωπίσει έναν κινεζικό ναυτικό αποκλεισμό και για το πώς θα ανταπεξέλθει με στρατιωτικά μέσα σε μια τέτοια κατάσταση.
Την περασμένη εβδομάδα τα σχετικά σενάρια ξεδιπλώθηκαν στο κέντρο επιχειρήσεων των ταϊβανέζικων ναυτικών δυνάμεων με ενεργητικό μάλιστα τρόπο, δηλαδή με εκτοξεύσεις αμερικανικών πυραύλων HIMARS στον θαλάσσιο χώρο του Στενού και με λήψη θέσεων μάχης για την απόκρουση απόπειρας αποκλεισμού ναυτιλιακών οδών ζωτικής σημασίας.
Από την άλλη πλευρά, η Κίνα προχώρησε σε μια απρόσμενη δοκιμή βαλλιστικού πυραύλου από υποβρύχιο στον Ειρηνικό, σημαίνοντας συναγερμό στους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή, ιδιαίτερα στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, χώρες που μαζί με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα παρακολουθούν στενά την αναβάθμιση των κινεζικών στρατιωτικών ικανοτήτων.
Παράλληλα, συνέχισε τις μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές δραστηριότητές της γύρω από την Ταϊβάν, ενώ οι παρατηρητές επισήμαναν την ενίσχυση του πολιτικού ελέγχου επί του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA) μέσω μιας ευρείας επιχείρησης αποστρατεύσεων ανώτερων αξιωματικών, προφανώς ταυτόχρονα με τις προαγωγές άλλων σε καίρια πόστα.
Σενάρια και ασκήσεις
Αθροιστικά και συνδυαστικά, αυτές οι εξελίξεις σχηματίζουν το περίγραμμα μιας σταθερά κλιμακούμενης αντιπαράθεσης. Ωστόσο, δεν υποδεικνύουν απαραίτητα μια επικείμενη στρατιωτική σύγκρουση. Αποτυπώνουν μια πιο σύνθετη κατάσταση πραγμάτων: Το Πεκίνο και η Ταϊπέι προετοιμάζονται για πολύ διαφορετικά σενάρια, ενώ ταυτόχρονα η κάθε πλευρά προσπαθεί να επηρεάσει τους στρατηγικούς υπολογισμούς της άλλης.
Η συνθήκη αυτή διαμορφώνει ουσιαστικά τη «χαρτογράφηση» της αντιπαράθεσης ως ενός ανταγωνισμού αποτροπής με ολοένα και πιο εξελιγμένα μέσα και τακτικές, ενώ από την άλλη σηματοδοτεί ψυχολογική πίεση, η οποία ενέχει πραγματικούς κινδύνους κλιμάκωσης, ακόμη και αν καμία πλευρά δεν φαίνεται διατεθειμένη αυτή τη στιγμή να εμπλακεί σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Οι τελευταίες ναυτικές ασκήσεις της Ταϊβάν δεν επικεντρώθηκαν στην απόκρουση μιας κινεζικής απόβασης αλλά σε μια πιο ρεαλιστική πιθανότητα, αυτή του ναυτικού αποκλεισμού. Το ταϊβανέζικο επιτελείο προσομοίωσε σενάρια υπό τα οποία σκάφη της κινεζικής ακτοφυλακής αναχαίτιζαν εμπορικά πλοία προερχόμενα από την Ταϊβάν, επέβαλλαν τελωνειακούς ελέγχους σε άλλα εισερχόμενα ή τα ανάγκαζαν να συμμορφωθούν με τους κινεζικούς κανονισμούς.
Αλλάζοντας τις υποθέσεις
Η επιλογή του σεναρίου αυτού αντικατοπτρίζει μια σημαντική μεταβολή στη στρατηγική σκέψη των Ταϊβανέζων. Δηλαδή, αντί να προετοιμάζονται για το σενάριο μιας σαρωτικής απόβασης τύπου Νορμανδίας, επικεντρώνονται στην απόκρουση τακτικών γκρίζας ζώνης, τις οποίες το Πεκίνο έχει χρησιμοποιήσει και θα μπορούσε να ξαναχρησιμοποιήσει στην περιοχή του Στενού. Εννοείται πως μια τέτοια επιχείρηση, αν και δεν μπορεί να εκληφθεί ως άμεση στρατιωτική δράση, εντούτοις έχει την ικανότητα να περιορίσει δραστικά την ελευθερία κινήσεων της Ταϊβάν. Θέτει επίσης δύσκολα διλήμματα στην Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της, οι οποίοι θα πρέπει να αποφασίσουν -και μάλιστα γρήγορα- αν ένας οικονομικός και εμπορικός αποκλεισμός της Ταϊβάν αποτελεί επαρκή λόγο για να επέμβουν.
Ο Ταϊβανέζος πρόεδρος Γουίλιαμ Λάι Τσινγκ-τε επιδιώκει τελευταία να ενισχύσει αυτή την ευρύτερη στρατηγική αλλά και την προς τα έξω εικόνα της ανθεκτικότητας του νησιού. Η κυβέρνησή του έχει διατάξει εντατικοποίηση της συλλογής πληροφοριών, επέκταση των ζωνών επιτήρησης με drones στο Στενό, βελτίωση του συντονισμού του πολιτικού μηχανισμού εξυπηρέτησης της εμπορικής ναυτιλίας και επανεκτίμηση όλων των στρατηγικών αποθεμάτων ενέργειας και βασικών προμηθειών. Αυτά τα μέτρα αναγνωρίζουν ουσιαστικά μια δυσάρεστη στρατηγική πραγματικότητα: Η μεγαλύτερη ευπάθεια της Ταϊβάν μπορεί να μην προέρχεται από μια άμεση εισβολή αλλά από έναν παρατεταμένο οικονομικό και εμπορικό αποκλεισμό της.
Προβολή ισχύος
Το Πεκίνο συνεχίζει να αυξάνει την πίεση μέσω σχεδόν καθημερινών αεροπορικών και ναυτικών επιχειρήσεων γύρω από την Ταϊβάν, ενώ παράλληλα επιδεικνύει νέες στρατιωτικές ικανότητες που αποσκοπούν στο να περιπλέξουν οποιαδήποτε ξένη παρέμβαση στο Στενό. Η πρόσφατη δοκιμή βαλλιστικού πυραύλου που εκτοξεύτηκε από υποβρύχιο στον Ειρηνικό, αν και περιγράφηκε από το Πεκίνο ως «άσκηση ρουτίνας», ανέδειξε την αυξανόμενη πυραυλική και προφανώς πυρηνική ικανότητα της Κίνας αλλά και την επάρκειά της στην προβολή ισχύος πέρα από τη Νότια Σινική Θάλασσα.
Η δοκιμή αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και άλλες κυβερνήσεις του Ειρηνικού, όχι βέβαια επειδή οι δοκιμές πυραύλων είναι κάτι το πρωτόγνωρο μεταξύ των πυρηνικών δυνάμεων αλλά επειδή αποτυπώνουν το ευρύτερο μοτίβο μιας όλο και πιο δυναμικής κινεζικής στρατιωτικής συμπεριφοράς. Το μήνυμα του κινεζικού πυραύλου «πέρασε» πάνω από την Ταϊβάν: οποιαδήποτε μελλοντική περιφερειακή σύγκρουση θα εκτυλιχθεί σε πολύ ευρύτερο στρατηγικό θέατρο.
Προσοχή ωστόσο: Η στρατιωτική ικανότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την πολιτική βούληση. Σε αυτό το σημείο η τελευταία αξιολόγηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών που επικαλείται το ISW κάνει μια σημαντική αναπροσαρμογή των μέχρι τώρα επικρατούντων σεναρίων. Το λεγόμενο «παράθυρο Ντέιβιντσον» -η πεποίθηση ότι η Κίνα θα επιχειρήσει να καταλάβει την Ταϊβάν έως το 2027- μοιάζει να κλείνει. Η νέα αξιολόγηση των Αμερικανών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Πεκίνο εξακολουθεί να προτιμά την ειρηνική ενοποίηση αναγνωρίζοντας ότι μια αμφίβια επιχείρηση κατάληψης είναι εξαιρετικά δαπανηρή, αβέβαιης έκβασης στρατιωτικά και εξαιρετικά πιθανό να προκαλέσει αμερικανική παρέμβαση.
Αποτροπή έναντι αντιπαράθεσης
Αυτό το συμπέρασμα αντικατοπτρίζει προφανώς τη συνειδητοποίηση του ρίσκου από πλευράς Πεκίνου. Οποιαδήποτε αποτυχημένη επίθεση στην Ταϊβάν θα απειλούσε την πολιτική εξουσία του Σι Τζινπίνγκ και τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί τον κύριο στόχο του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος.
Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, η ίδια η εκστρατεία του Σι για την ενίσχυση της «ιδεολογικής πειθαρχίας» σε όλα τα κλιμάκια του PLA θα μπορούσε να μειώσει περαιτέρω την πιθανότητα άμεσης κινεζικής στρατιωτικής δράσης στο Στενό. Η εκστρατεία, που επισήμως αποσκοπεί στην ενίσχυση της πολιτικής αφοσίωσης της στρατιωτικής ηγεσίας και στην καταπολέμηση της διαφθοράς, έχει οδηγήσει σε μαζικές αποστρατείες, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίσιμη διοικητική ικανότητα που απαιτείται σε μια τέτοιας κλίμακας και μορφής μεγάλη επιχείρηση.
Έτσι, για την ώρα τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι και στις δύο πρωτεύουσες οι ιθύνοντες συνεχίζουν να δίνουν προτεραιότητα στην αποτροπή έναντι της άμεσης αντιπαράθεσης. Η Ταϊβάν επιδιώκει να πείσει το Πεκίνο ότι η ενδεχόμενη προσπάθειά του να την απομονώσει, θα αποτύχει. Η Κίνα επιδιώκει να πείσει την Ταϊβάν ότι η αντίσταση είναι μάταιη.
Ο ανταγωνισμός που προκύπτει μοιάζει με μια παρατεταμένη εκστρατεία ψυχολογικής πίεσης που υποστηρίζεται από τη σταθερά αυξανόμενη στρατιωτική πίεση. Αυτή η ισορροπία φαίνεται ότι θα παραμείνει σταθερή για κάποιο χρονικό διάστημα, προοδευτικά όμως τείνει να γίνει πιο ασταθής.
