Κάθε μεγάλη τεχνολογική μετάβαση συνοδεύεται από μια μεγάλη υπόσχεση ανάπτυξης. Σήμερα η υπόσχεση που δίνεται στη Δυτική Μακεδονία είναι ότι τα Data Centers θα διαδεχθούν τον λιγνίτη και θα αποτελέσουν τον πυρήνα ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, προσαρμοσμένου στις ανάγκες της ψηφιακής οικονομίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Είναι, όμως, αρκετή η εγκατάσταση τέτοιων υποδομών για να αλλάξει πραγματικά το μέλλον της περιοχής;
Η Δυτική Μακεδονία γνωρίζει καλά τι σημαίνει να βρίσκεται μία περιφέρεια της χώρας στο επίκεντρο μιας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής χωρίς να απολαμβάνει αναλογικά τα οφέλη της. Για περισσότερες από πέντε δεκαετίες αποτέλεσε την ενεργειακή καρδιά της χώρας, τροφοδοτώντας την ελληνική οικονομία με ηλεκτρική ενέργεια. Το κόστος, όμως, έμεινε σε μεγάλο βαθμό στην ίδια την περιοχή: περιβαλλοντική υποβάθμιση, εξάντληση φυσικών πόρων, υγειονομική επιβάρυνση, μονοδιάστατη οικονομική εξάρτηση και μια ανάπτυξη που δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ανθεκτικό παραγωγικό υπόδειγμα. Η μετάβαση θα μπορούσε να αποτελέσει μια μεγάλη ευκαιρία, ακριβώς επειδή δυνητικά θα μπορούσε να αποτρέψει την επανάληψη ενός μοντέλου μονοκαλλιέργειας και εξάρτησης από έναν μόνο παραγωγικό κλάδο.
Σήμερα αλλάζει ο στρατηγικός πόρος της οικονομίας. Τη θέση του λιγνίτη καταλαμβάνουν τα δεδομένα, οι υπολογιστικές υποδομές και η Τεχνητή Νοημοσύνη. Τα Data Centers αποτελούν κρίσιμο τμήμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Δεν είναι, όμως, αυτά που παράγουν από μόνα τους τη μεγαλύτερη αξία. Στη σύγχρονη ψηφιακή οικονομία, η ισχύς συγκεντρώνεται εκεί όπου ελέγχονται τα δεδομένα, αναπτύσσονται οι αλγόριθμοι, παράγεται η γνώση και λαμβάνονται οι στρατηγικές αποφάσεις. Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μόνο πού εγκαθίστανται οι υποδομές αλλά πού παράγεται και πού παραμένει η αξία που δημιουργούν. Η εμπειρία δείχνει ότι μια μεγάλη επένδυση δεν μετατρέπεται αυτόματα σε ανάπτυξη. Αυτό συμβαίνει όταν δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς με την τοπική οικονομία, ενισχύει την καινοτομία, κινητοποιεί νέες επιχειρήσεις και διαχέει την προστιθέμενη αξία στην κοινωνία. Διαφορετικά, λειτουργεί ως ένας απομονωμένος θύλακας δραστηριότητας, με περιορισμένη συμβολή στον παραγωγικό μετασχηματισμό της περιφέρειας. Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος για τη Δυτική Μακεδονία. Αν ο ρόλος της περιοριστεί στην παροχή γης, ενέργειας και δικτύων για τη λειτουργία των Data Centers ενώ η τεχνογνωσία, η πνευματική ιδιοκτησία και τα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη παραμένουν συγκεντρωμένα στα κέντρα των διεθνών τεχνολογικών ομίλων, τότε δεν θα έχει αλλάξει το αναπτυξιακό πρότυπο. Θα έχει αλλάξει μόνο το αντικείμενο της εξάρτησης. Από την εξόρυξη του λιγνίτη θα έχουμε περάσει στην εξόρυξη των δεδομένων.
Η ψηφιακή οικονομία, όμως, δεν είναι άυλη. Τα Data Centers απαιτούν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, γης και νερού, ενώ η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αυξάνει συνεχώς τις ανάγκες τους. Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, η αύξηση των υπολογιστικών αναγκών ενισχύει σημαντικά το ενεργειακό και υδατικό αποτύπωμα των ψηφιακών υποδομών. Για μια περιοχή που έχει ήδη βιώσει τις συνέπειες της έντονης εκμετάλλευσης των φυσικών της πόρων, η διαχείριση αυτών των αγαθών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή τεχνική παράμετρος. Είναι ζήτημα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και κοινωνικού ελέγχου πάνω στους πόρους που ανήκουν στην κοινωνία. Η διεθνής εμπειρία από χώρες και περιοχές όπου έχουν αναπτυχθεί μεγάλες ψηφιακές υποδομές, όπως η Ιρλανδία, η Ολλανδία και περιοχές των ΗΠΑ, δείχνει ότι η προσέλκυση Data Centers δεν οδηγεί αυτόματα σε περιφερειακή ανάπτυξη. Η δημόσια συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την απλή προσέλκυση επενδύσεων στα ζητήματα της ενεργειακής κατανάλωσης, της χρήσης φυσικών πόρων, της φορολογικής συνεισφοράς και της πραγματικής σύνδεσης με τις τοπικές οικονομίες. Το διεθνές μάθημα είναι σαφές: χωρίς τη δημόσια παρέμβαση, τον σχεδιασμό και τους μηχανισμούς διάχυσης της αξίας, οι ψηφιακές υποδομές μπορούν να ενισχύσουν περισσότερο τη συγκέντρωση ισχύος παρά την περιφερειακή ανάπτυξη.
Το ίδιο αφορά και το ζήτημα του χώρου. Η Δυτική Μακεδονία δεν είναι μια κενή περιοχή προς αξιοποίηση αλλά ένας τόπος με ιστορία, μνήμη και το αποτύπωμα δεκαετιών λιγνιτικής δραστηριότητας. Η αποκατάσταση του τοπίου και η δημιουργία μιας νέας παραγωγικής ταυτότητας αποτελούν τον πυρήνα της δίκαιης μετάβασης. Αν οι νέες ψηφιακές υποδομές περιοριστούν στην εγκατάστασή τους χωρίς ουσιαστικό χωρικό σχεδιασμό και συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας, υπάρχει ο κίνδυνος η περιοχή να συνεχίσει να λειτουργεί απλά ως χώρος υποδοχής δραστηριοτήτων που σχεδιάζονται αλλού. Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της εργασίας. Τα Data Centers είναι επενδύσεις υψηλής έντασης κεφαλαίου και χαμηλής έντασης εργασίας. Μπορούν να δημιουργήσουν εξειδικευμένες θέσεις απασχόλησης, αλλά δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις απώλειες της απολιγνιτοποίησης ούτε να αντιμετωπίσουν τη δημογραφική συρρίκνωση. Η πραγματική πρόκληση είναι η δημιουργία ενός νέου παραγωγικού οικοσυστήματος που θα συνδέει την τεχνολογία με την εκπαίδευση, την έρευνα και την τοπική οικονομία. Γι’ αυτό τα Data Centers μπορούν να αποτελέσουν μέρος της λύσης μόνο αν ενταχθούν σε μια ευρύτερη στρατηγική. Η σύνδεσή τους με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, η ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών, η ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων και η δημιουργία τοπικών επιχειρηματικών αλυσίδων είναι οι προϋποθέσεις ώστε η περιοχή να μην μείνει απλώς ο χώρος εγκατάστασης της νέας οικονομίας, αλλά να συμμετέχει στην παραγωγή της.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την οικονομική αποτελεσματικότητα μιας επένδυσης αλλά και το ποιος έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει τις προτεραιότητες της ανάπτυξης. Η μετάβαση στη νέα ψηφιακή οικονομία είναι και ζήτημα δημοκρατικού ελέγχου: ποιος αποφασίζει για τη χρήση των πόρων, ποιο μοντέλο ανάπτυξης παρουσιάζεται ως αυτονόητο και ποια συμφέροντα αποκτούν ηγεμονική θέση στη διαμόρφωση του μέλλοντος της περιοχής. Με την γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας, η εξουσία δεν ασκείται μόνο μέσω της οικονομικής δύναμης αλλά και μέσω της δυνατότητας να παρουσιάζεται ένα συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης ως η μόνη δυνατή επιλογή. Η δίκαιη μετάβαση προϋποθέτει ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν θα είναι απλοί αποδέκτες αποφάσεων αλλά ενεργοί συνδιαμορφωτές της πορείας τους. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «λιγνίτης ή cloud». Είναι αν η Δυτική Μακεδονία θα συνεχίσει να παρέχει τους πόρους της για την ανάπτυξη άλλων ή αν θα αποκτήσει ενεργό ρόλο στην παραγωγή γνώσης, τεχνολογίας και κοινωνικής ευημερίας. Η δίκαιη μετάβαση δεν θα κριθεί από τον αριθμό των Data Centers ούτε από το ύψος των επενδύσεων, αλλά από το αν η γνώση, η καινοτομία, οι ποιοτικές θέσεις εργασίας και η προστιθέμενη αξία θα παραμείνουν στην περιοχή. Διαφορετικά, η μετάβαση δεν θα αποτελεί το τέλος του παλιού μοντέλου περιφερειακής εξάρτησης αλλά την ψηφιακή του συνέχεια.
* Ο Τάσος Πολιτίδης έχει MSc in Social and Solidarity Economy και είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
