Το προηγούμενο έργο της Μαρίας Μαραγκουδάκη με τον τίτλο «Διπλή όψη» απαρτιζόταν από δύο σπαρακτικούς, συμπληρωματικούς κατά μία έννοια, θεατρικούς στην ατμόσφαιρά τους μονολόγους, με εμβόλιμα ποιητικά κομμάτια, όπου η συγγραφέας με μεγάλη ευθύτητα και γυμνότητα, με μεγάλη διεισδυτικότητα, ως γνώστης και ανατόμος της ανθρώπινης πολυπλοκότητας κατάφερε να χρωματίσει τις διαβαθμίσεις και τα όρια της απελπισίας. Και αν εκεί επικεντρωνόταν με έναν πιο άμεσο τρόπο στην απόγνωση του κατακερματισμένου εαυτού που βυθίζεται στο παρελθόν και το αναπολεί και το αναπλάθει στην προσπάθειά του να κατανοήσει και να οριοθετήσει το παρόν, στη συλλογή «Κομμένη ταυτότητα» οι ήρωες των έντεκα διηγημάτων είτε κινούνται σε έναν παρελθόντα μακρινό χρόνο, είτε λίγο μετέπειτα, είτε στη σύγχρονή μας εποχή, μοιάζει να τους συναντάμε σε μια παροντική στιγμή τους, όπου το παρελθόν, δίχως οι ίδιοι να το αναπολούν ή να αναφέρονται συχνά σε αυτό, φαίνεται να έκανε ό,τι ήταν να κάνει και να τους άφησε ανίσχυρους στο τώρα, να προσπαθούν να διαχειριστούν αυτό το μικρό τετράγωνο κομματάκι που λείπει από μια γωνία της ταυτότητάς τους, ακριβώς όπως στο ομότιτλο με τη συλλογή διήγημα, όπου μετά τον γάμο της ηρωίδας με το όνομα πολλαπλών παραλλαγών -Κατρίν ή Κάκια ή Κρήνη ή Αικατερίνη ή, ακόμη, και πετίτ Ανί από την Ανί Ζιραντό στο «Πεθαίνω από αγάπη»-, εξαιτίας ενός παλιού νόμου κατάλοιπου πατριαρχίας, αφαιρείται ένα τόσο δα μικρό κομμάτι ταυτότητας από το καλά μελετημένο ορθογώνιο σχήμα της. «Η Αικατερίνη όμως συνήθισε τόσο την απουσία του μικρού τετραγώνου στην κάτω αριστερή γωνία της ταυτότητας που, εάν γινόταν κάποιος να της επιστρέψει το αποκομμένο εκείνο τετραγωνάκι με την προτροπή να το κολλήσει στη θέση του, η Αικατερίνη θα τον κοίταζε έκπληκτη και θα του έλεγε πως είναι πλέον πολύ αργά και πως από την ταυτότητα δεν λείπει τίποτα (...)».

Η Μαραγκουδάκη έχει αυτή τη δυνατότητα/ικανότητα: τη δυνατότητα, ενώ φαινομενικά εστιάζει σε κάτι μικρό, να αναφέρεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Προσπερνώντας την επιφανειακή θέαση των πραγμάτων, δίχως όμως αγωνία, δίχως βαρύγδουπες εκφράσεις, δίχως λόγο εμφατικό ή, πολύ περισσότερο, διδακτικό, άηχα σχεδόν, αθόρυβα, διακριτικά να οδηγεί τον αναγνώστη σε άλλα βάθη και σε άλλα υπαρξιακά μονοπάτια. Λίγα λέγονται και πολλά ειπώνονται.
Η δύναμη της υπεκφυγής με άλλα λόγια. Το να μπορείς να φωτίζεις εκείνες τις λεπτές πτυχές, τις λεπτές αποχρώσεις που λειτουργούν υπόγεια και καταλυτικά και που, εντέλει, καθοδηγούν και καθορίζουν τις πράξεις των ανθρώπων. Ανθρώπων καθημερινών και αναγνωρίσιμων. Ούτε καλών, ούτε κακών. Ή, μάλλον, και καλών και κακών και, κυρίως, μπερδεμένων και πολυσήμαντων. Ανθρώπων που κινούνται μόνοι, μην αναγνωρίζοντας πολλές φορές τις απώλειές τους, ανθρώπων που όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, όσο κι αν ο χρόνος μετατοπίζει τις προτεραιότητες, κινούνται μέσα σε έναν κοινωνικό ιστό, άλλοτε επιθετικά εχθρικό και άλλοτε εντελώς αδιάφορο.
Διαβάζουμε στο «Ο θάνατος μύριζε καλοσύνη»: «Το κακό δεν έρχεται μονάχο του, αυτό το ξέρουν οι παλιές γυναίκες, είναι καρπερό και πολλαπλασιάζεται με ποικίλους τρόπους, αν και μερικές φορές είναι μια μεταμφίεση του καλού, μιας και το καλό ντρέπεται να πιάσει τη βίτσα μη χαλάσει την καλή του εικόνα».
Το κακό, λοιπόν, είναι μια μεταμφίεση του καλού. Ή, αλλιώς, το κακό εμπεριέχεται μέσα στο καλό και το αντίστροφο. Η έννοια του κακού, τα πρόσωπα και οι μεταμφιέσεις του, οι ποικίλες εκφάνσεις του, όλα αυτά βρίσκονται στον πυρήνα της γραφής της Μαραγκουδάκη. Η συλλογή είναι μια σπουδή στην έννοια του κακού. Το κακό ως κατάληξη, ως απόγνωση, ως εκδίκηση, ως λύτρωση, ως αποφυγή, ως ανατροπή, ως αναπόφευκτη μοίρα, ως έρωτας, ως θάνατος. Και ο ίδιος ο θάνατος, βέβαια, απασχολεί τη συγγραφέα. Ο θάνατος όχι ως μοιραία κατάληξη, αλλά ως επιλογή και ως επιβολή.
Το κακό, φυσικά, δεν έχει τερατώδη χαρακτηριστικά, δεν είναι ανοίκειο και μακρινό, ούτε καν απρόσμενο είναι, αλλά ούτε και αναμενόμενο. Γιατί το κακό εμπεριέχεται στους ήρωες ως ένστικτο, ως αταβιστική κληρονομιά, ως επιθυμία για ρήξη, ως επιθυμία για επιβολή. Ως ανάγκη ολοκλήρωσης ενός εαυτού που παλεύει εις μάτην να νιώσει πλήρης.
Η συγγραφέας ανατέμνει το έγκλημα, αντιμετωπίζοντάς το ως ένα συνονθύλευμα κοινωνικών απαιτήσεων, κοινωνικής πίεσης και προσωπικών ανομολόγητων παθών. Όμως γράφει λογοτεχνία. Δεν έχουν τόση σημασία οι αιτίες όσο το αποτύπωμα των γεγονότων πάνω στις ψυχές των ανθρώπων. Το πώς τις καθορίζουν και τις διαμορφώνουν. Οι ήρωές της πέφτουν στην περιπέτεια της ζωής δίχως να προνοήσουν για ασπίδα προστασίας. Έτοιμοι για όλα, ικανοί για όλα επίσης.
Η αφήγηση της Μαραγκουδάκη είναι στεγνή, αποδραματοποιημένη, σχεδόν ψυχρή. Με ωραία, στρωτή, μεστή γλώσσα, δίχως εξάρσεις, δεν ανεβάζει ποτέ τον τόνο της αφήγησης, καθώς οι διαβαθμίσεις της θερμοκρασίας των κειμένων προκύπτουν από τις ψυχικές διακυμάνσεις των ηρώων. Γιατί ξέρει πολύ καλά να μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τον μύθο στην εσωτερική ατέρμονη πάλη του -κατακερματισμένου σίγουρα- εαυτού.
Info
Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη,
«Κομμένη ταυτότητα»
Εκδόσεις Εύμαρος
Σελίδες: 96
Τιμή: 10 ευρώ
