Η κρίση του συστήματος γεννά δυσφορία και ψυχικό πόνο σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων. Η ψυχική υγεία του πληθυσμού όλων των χωρών πάσχει σοβαρά. Την ίδια στιγμή τα συστήματα Ψυχικής Υγείας, πιασμένα στη μέγγενη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, καταρρέουν. Η κυρίαρχη, κατεστημένη Ψυχιατρική, υποταγμένη στη διαχειριστική λογική του DSM και των φαρμακευτικών εταιρειών, επιμένει να ανάγει τα συμπτώματα ψυχικής δυσφορίας σε βιολογικούς παράγοντες που αφορούν τη λειτουργία του εγκεφάλου και επιβάλλουν τη χορήγηση ψυχοφαρμάκων όλο και νεότερης γενιάς σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες. Η κυρίαρχη ιδεολογία επιστρατεύει κάθε μέσο για να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι υπεύθυνοι για τη δυστυχία τους. Η επίσημη Ψυχανάλυση από τη μεριά της, μέσα από τον λόγο προβεβλημένων ψυχαναλυτών, υπερθεματίζει για τον α-πολίτικο χαρακτήρα της, καταδικάζοντας τον Μάη 1968 ως θλιβερή παρένθεση. Σε αυτό το πνεύμα αποσιωπά τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας της και ιδιαίτερα την εμπειρία της «λαϊκής ψυχανάλυσης» της δεκαετίας 1920-30.

Στο βιβλίο του ψυχαναλυτή F. Gabarron-Garcia «Πολιτική Ιστορία της Ψυχανάλυσης» καταγράφεται η ιστορική εμπειρία των περίφημων πολυκλινικών σε Βουδαπέστη, Βιέννη, Βερολίνο, Μόσχα. Ο ίδιος ο Φρόιντ, μετά το διεθνές συνέδριο ψυχανάλυσης το 1918 στη Βουδαπέστη, έκανε κάλεσμα για το άνοιγμα της ψυχανάλυσης στα φτωχά λαϊκά στρώματα και μάλιστα το έκανε πράξη και ο ίδιος.
Η δεκαετία του 1920 ήταν εποχή επαναστατικών αλλαγών στην Ευρώπη, ανατροπής των πανίσχυρων μέχρι τότε μοναρχιών από σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές επαναστάσεις. Η πολιτική στράτευση των ψυχαναλυτών Σαντόρ Φερέντσι, Βίλχελμ Ράιχ, Έλεν Ντόιτς, Έριχ Φρομ, Ερνστ Ζίμελ, Μαρί Λάγκερ και πολλών άλλων ήταν μέρος αυτού του επαναστατικού κλίματος στην κόκκινη Βιέννη, στη Βουδαπέστη των εργατικών συμβουλίων, στη Ρωσία του Κόκκινου Οκτώβρη.
Στο βιβλίο περιγράφονται πολύ ζωντανά και τεκμηριωμένα -με πλήθος βιβλιογραφικών αναφορών- η πρωτοποριακή αλλά άγνωστη εμπειρία της Βέρας Σμιτ και του Παιδικού Σπιτιού στην μπολσεβίκικη Ρωσία στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, η εμπειρία του Βίλχελμ Ράιχ στην πολυκλινική της Βιέννης και στη Sexpol στο Βερολίνο, η εμπειρία της ψυχαναλύτριας, μαρξίστριας, φεμινίστριας Μαρί Λάνγκερ στη Βιέννη και μετά στη Λατινική Αμερική περνώντας πρώτα από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες και την κομμούνα της Καταλωνίας, η εμπειρία του νοσοκομείου Σεντ Αλμπάν όπου κατέφυγε μετά την ήττα της ισπανικής επανάστασης ο Φρανσουά Τοσκεγιές, ψυχαναλυτής τροτσκιστής και πατέρας, μαζί με τον Ζαν Ουρί και τον Φελίξ Γκουαταρί της θεσμικής ψυχοθεραπείας και της συνάρθρωσης στην πράξη του πολιτικού με το θεραπευτικό, η εμπειρία της πρωτοποριακής κλινικής Λα Μπορντ, αλλά και η αναβίωση της επαναστατικής ψυχανάλυσης στη Γερμανία του 1970 με τη «Σοσιαλιστική Κολεκτίβα Ασθενών» (SPK) της Χαϊδελβέργης, που γνώρισε την πιο άγρια καταστολή από το γερμανικό κράτος. Η μελανή σελίδα της προσχώρησης, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας υπό την προεδρία του Έρνεστ Τζόουνς στο Ινστιτούτο Γκέρινγκ αποτελεί ένα πικρό μάθημα για το πού μπορεί να οδηγήσει το δόγμα της «ουδετερότητας» της ψυχανάλυσης, ενάντια στην πολιτική στράτευση των ψυχαναλυτών.
Πρόκειται πραγματικά για ένα σπουδαίο βιβλίο -στην εξαιρετική μετάφραση της Ελ. Καραφύλλη και του Κίμωνα Σχοινά-, που αποτελεί μια πολύτιμη συνεισφορά στον θεωρητικό εξοπλισμό όσων αγωνίζονται για τη χειραφέτηση του ανθρώπου από ιδεολογικά και ταξικά δεσμά.
* Η Κατερίνα Μάτσα είναι πρώην διευθύντρια της Μονάδας Απεξάρτησης 18 ΑΝΩ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (ΨΝΑ), συγγραφέας, εκδότρια του περιοδικού Τετράδια Ψυχιατρικής και από τους πρώτους γιατρούς που συμμετείχαν στην Πρωτοβουλία των Κοινωνικών Ιατρείων

Η υπόσχεση που φέρει η ψυχανάλυση*
Το θέμα είναι να ρίξουμε και άλλο φως στο παρόν του γνωστικού κλάδου, ώστε να μπορέσουμε, ίσως, να το ανοίξουμε εκ νέου και να το συνδέσουμε ξανά με την αιχμή της φροϋδικής ανακάλυψης. Αξίζει να το υπενθυμίσουμε: το ντιβάνι υπήρξε κατεξοχήν τόπος αμφισβήτησης και ανάληψης του λόγου - που και τα δύο, αρχικά, εκφράστηκαν κυρίως από τις γυναίκες. Η επινόηση της talking cure από τον Φρόυντ βρίσκει το αφετηριακό της σημείο στη διαμαρτυρία των γυναικών ασθενών του ενάντια στην ιατρική τάξη -ανδροκρατούμενη κατά βάση, η οποία δεν τις άκουγε. Η επιληψία, η παράλυση των άκρων, η υστερία, δεν μπορούσαν να εξηγηθούν με βάση οργανικά αίτια. Πώς να αγνοήσει κανείς ότι η έξαρση των συμπτωμάτων από τα οποία υπέφεραν, όπως και η αναστολή της σκέψης που τις είχε πλήξει, σχετίζονταν άμεσα με την κοινωνική καταπίεση που υφίσταντο και την καταστολή στην οποία υποβάλλονταν από την παιδική τους ηλικία, όπως υποστήριξε ο Φρόυντ;
Δεκαετίες αργότερα, κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, ο Φανόν θα διαπίστωνε κάτι παρόμοιο για ορισμένους ασθενείς του, πρώην αποικιοκρατούμενους, οι οποίοι παρουσίαζαν συμπτώματα έλκους και παραμορφώσεις της σπονδυλικής στήλης. Η ψυχανάλυση είναι ο χώρος επεξεργασίας αυτής της ενικής ομιλίας, που παρεμποδίστηκε αρχικά, αλλά που επιδιώκει να εισακουστεί παρά την κυριαρχία, την άρνηση, τη χειραγώγηση και τη διαστροφή· και ο αναλυτής καλείται, πολύ συχνά, να γίνει μάρτυρας μιας τέτοιας άφωνης και ανώνυμης οδύνης, που μπορεί να φτάσει ακόμα και να πιαστεί από το πραγματικό του σώματος, και μόνο η εργασία της θεραπείας μπορεί να απελευθερώσει το υποκείμενο από αυτήν. Η δυνατότητα ένα υποκείμενο να ξαναπάρει στα χέρια τη μοίρα του, να ανοίξει δρόμους που θα δώσουν δικαίωμα στην επιθυμία του, και να ξεφύγει από την περιστολή της: αυτή είναι η υπόσχεση που φέρει η ψυχανάλυση.
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Πολιτική Ιστορία της Ψυχανάλυσης» του Florent Gabarron-Garcia, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πότλατς σε μετάφραση της Ελένης Καραφύλλη και του Κίμωνα Σχοινά και πρόλογο της Κατερίνας Μάτσα
