Μπορεί τα τελευταία χρόνια η ιδιότητα της πολιτικού να έχει κάνει κάποιους/ες να το λησμονήσουν, αλλά η Τζώρτζια Κεφαλά παραμένει η τραγουδίστρια του θεσσαλονικιώτικου συγκροτήματος Μπλε και μια αληθινή μουσικός με αγάπη και προσήλωση σε αυτό που κάνει. Στις αρχές Ιουνίου κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό album της «8», στο οποίο για πρώτη φορά υπογράφει τη μουσική και τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια. Μιλά για αυτό με την ίδια θέρμη και πάθος που διαπνέει και τα τραγούδια του.
Με εξαίρεση κάποιες συνεργασίες, οτιδήποτε έχεις κάνει ως τώρα ήταν στο πλαίσιο των Μπλε. Πώς αποφάσισες να κάνεις κάτι μόνη σου και πόσο εύκολο ήταν αυτό συναισθηματικά και όχι μόνο;
Η αλήθεια είναι ότι μόλις πρόσφατα συνειδητοποίησα πόσο πολλές συνεργασίες έχω κάνει τα τελευταία 35 χρόνια όταν μια νεαρή φίλη έκανε μια λίστα στο Spotify με τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια που είχε διάρκεια δύο ώρες και δέκα λεπτά. Αν βάλουμε και κάποια που της ξέφυγαν, φτάνουμε τις δυόμισι ώρες μουσικής! Από την άλλη, με τους Μπλε έχουμε συμπληρώσει 28 χρόνια. Όσοι και όσες με γνωρίζουν ξέρουν πως δεν εγκαταλείπω κάτι με το οποίο έχω δεσμευθεί. Όμως αυτή την εργασία την όφειλα στον εαυτό μου. Βγήκε αβίαστα αλλά χρειάστηκε πολύς χρόνος για να ωριμάσει. Ξεκίνησε το 2008 και κυκλοφόρησε 18 χρόνια μετά. Ναι, λοιπόν, ήταν δύσκολο. Αλλά αν λέω ότι δεν φοβάμαι να εκτεθώ, πρέπει και να το κάνω πράξη.
Ποια ήταν τα κίνητρα για να γράψεις αυτά τα τραγούδια στον συγκεκριμένο χρόνο και συνθήκες και στη συνέχεια να τα κυκλοφορήσεις σε μια ολοκληρωμένη εργασία;
Το κίνητρο πάντα είναι να ανακαλύπτω τα συστατικά της ανθρώπινης φύσης και του φορτίου που έρχεται στις πλάτες μας από την ώρα που διαμορφώνουμε τον εαυτό μας. Ήθελα να τιμήσω όσα έχω κρατήσει από το παρελθόν της οικογένειάς μου που ταυτόχρονα είναι και η συλλογική μας μνήμη, από το τώρα όπως σωστά το θέτεις, από τη σχέση μας με την πίστη, την υποταγή, την εξουσία και βέβαια με τον θάνατο.
Τα τραγούδια έχουν έναν αισθητά πιο σκληρό ήχο από αυτόν των Μπλε και το συνολικό ύφος μου φέρνει στον νου το alternative αμερικανικό ροκ της δεκαετίας του 1990 και των αρχών εκείνης του 2000. Είναι ένα άκουσμα που ανακάλυψες πρόσφατα ή ανέκαθεν το αγαπούσες;
Φυσικά δεν ανακάλυψα αυτό τον ήχο τώρα. Όλη η μέχρι τώρα ζωή μου τον είχε ως soundtrack, φανερό ή «υπόγειο». Γι’ αυτό ήθελα να κάνω έναν δίσκο για τη γενιά μου, να ανοίξω μια πόρτα που αργοκλείνει εδώ και χρόνια. Έναν δίσκο που οι περισσότεροι και οι περισσότερες της γενιάς μου φοβούνται να κάνουν με ελληνικό στίχο, να παραμορφώσω τη φωνή μου σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Να μην προσπαθήσω να αποδείξω κάτι, αλλά απλά να πράξω.
Ο Μιχάλης Σκαράκης ήταν ο κυριότερος συνεργάτης σου στην υλοποίηση του δίσκου; Πόσο σημαντική ήταν η συμβολή του;
Ο Μιχάλης Σκαράκης ήταν σημαντικότατος για τον ήχο αλλά και για τα ατελείωτα βράδια κουβέντας. Ακόμα μεγαλύτερη συμβολή όμως είχε ο Άγγελος Βαφειάδης, που είχε την επιμέλεια της παραγωγής και την ενορχήστρωση σε μια διαδικασία που συνολικά διήρκεσε δυόμισι χρόνια στο στούντιο. Πολλές φορές φτιάχναμε κάτι, αλληλοσυγχαιρόμαστε και μετά του τηλεφωνούσα και του έλεγα να το διαγράψει (γέλια). Περάσαμε πολύ όμορφα και αμφότεροι αγαπούν το album σαν να είναι δικό τους.
Τι σε έκανε να διασκευάσεις τον «Μαρμαρωμένος Βασιλιά» των Απόστολου Καλδάρα και Πυθαγόρα, ένα τραγούδι που δεν θα το συνδυάζαμε με εσένα και μάλιστα απλά κάνοντας φωνητικά;
Είναι ένα τραγούδι που για εμένα είναι ο πόνος μιας γενιάς που ξεριζώθηκε. Ήταν παιδική ανάμνησή μου καθώς το τραγουδούσε ο πατέρας μου πολύ συχνά, είναι η διαχρονικά δύσκολη μοίρα του πρόσφυγα. Συνυπάρχουν σε αυτό η φωνή της Χαρούλας Αλεξίου αλλά και του πατέρα μου που στα 90 του τραγουδά ξανά!
Πώς προέκυψε το τελευταίο από τα οκτώ τραγούδια που έδωσε και τον τίτλο στον δίσκο, μια σύνθεση του αείμνηστου Νίκου Αντύπα και με τη συμμετοχή του Σωκράτη Μάλαμα;
Το «8» είναι σύνθεση του Νίκου Αντύπα που μου την έδωσε και μου είπε πολύ απλά ότι είχε φτάσει η ώρα να γράψω στίχους και δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Έγραψα τους στίχους, το τραγούδησα και του άρεσε πολύ. Όταν πέθανε, σχεδόν θύμωσα, ήταν σαν να έμεινε μια σημαντική συνομιλία στη μέση, ανολοκλήρωτη για πάντα. Του είχα υποσχεθεί ότι θα έγραφα και στίχους και μουσική και το έκανα. Η φωνή του Σωκράτη Μάλαμα ήταν η μόνη φωνή που άκουγα σε αυτό το τραγούδι. Τον αγαπώ και νομίζω ότι τα αισθήματα είναι αμοιβαία.
Η οργή κυριαρχεί στα «Είμαι αρνί» και «Καρμανιόλα», ενώ είναι αισθητή και σε κάποια άλλα τραγούδια. Πιστεύεις ότι μπορεί να είναι και θετικό συναίσθημα και να εκφραστεί δημιουργικά;
Φυσικά! Είναι απόλυτα αποδεκτό συναίσθημα, όμως αφού το βιώσεις πρέπει να επέλθει και μία κάθαρση. Η οργή πρέπει να έχει λόγο ύπαρξης, σαφή κατεύθυνση και στοιχεία αλλαγής, όχι τόσο προσώπων όσο αντιλήψεων. Για εμένα η οργή είναι ένα τέλος εποχής.
Πρόκειται να κάνεις κάποιες προσωπικές συναυλίες παρουσιάζοντας τον δίσκο ή θα εντάξεις τα τραγούδια σε όποιες άλλες θα πραγματοποιήσεις;
Έχει ήδη σχηματιστεί μια μπάντα με την οποία θα πραγματοποιήσουμε όσες περισσότερες συναυλίες μπορούμε σε πολλά μέρη παρουσιάζοντας τα τραγούδια του album μαζί με λίγα από αυτά που έχω κάνει με τους Μπλε.
Οι Μπλε εξακολουθούν να υπάρχουν;
Οι Μπλε δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν εδώ και 30 χρόνια. Υπάρχει σύνδεση και αλληλοϋποστήριξη ανάμεσά μας, μας ενώνει μια ζωή συνέπειας, αγάπης και μουσικής που μοιραστήκαμε με πάρα πολλούς ανθρώπους. Αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ και οτιδήποτε κάνω προσωπικά είναι παράλληλο και όχι υποκατάστατό του.
Μπορεί οι στίχοι ενός από τα γνωστότερα τραγούδια των Μπλε, του «Πιάνω φωτιά», να έχουν γραφτεί όπως και όλων των άλλων του συγκροτήματος από τον Γιώργο Παρώδη, αλλά 24 χρόνια μετά ο τίτλος και το ρεφρέν του εξακολουθούν να περιγράφουν απόλυτα την Τζώρτζια που το ερμήνευσε και δεν προβλέπεται αυτό να πάψει να ισχύει σύντομα.
