Αν υπάρχει σημείο καμπής σ’ έναν πόλεμο που στερείται προοπτικής ορατού τερματισμού, αυτό σίγουρα δεν είναι η κατάρρευση του ενός εκ των αντιμαχόμενων. Είναι η στιγμή που οι πολιτικοί υπολογισμοί της μιας ή της άλλης πλευράς αρχίζουν ν’ αλλάζουν.
Η εντεινόμενη εκστρατεία βομβαρδισμών της Ουκρανίας κατά ενεργειακών υποδομών της Ρωσίας φαίνεται πως έχει σχεδιαστεί ακριβώς γι’ αυτόν τον στόχο. Να εξαναγκάσει τον Πούτιν να κάνει νέους υπολογισμούς. Κανείς δεν αναρωτιέται σήμερα αν το Κίεβο έχει την ικανότητα να χτυπήσει τη Ρωσία βαθιά μέσα στην επικράτειά της· το έχει αποδείξει.
Αλλά αυτό δεν εξασφαλίζει απαραίτητα την επιτυχία του εγχειρήματος. Οπότε το ερώτημα παραμένει: Μπορεί η τακτική του Ζελένσκι να οδηγήσει τον πόλεμο στο σημείο καμπής που θα μεταβάλλει δραστικά την άμεση προοπτική του για τη Ρωσία; Ή μήπως απλά ανοίγει ένα ακόμη αδιέξοδο κεφάλαιο σε μια παρατεταμένη σύγκρουση;
Η χρονική συγκυρία έχει σημασία. Ενώ οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιέζουν προς την Κοστιαντίνιβκα, τη νότια πύλη προς την ανατολική πλευρά της αποκαλούμενης «ζώνης φρουρίου» της Ουκρανίας, τα ουκρανικά drones πέφτουν κατά σμήνη πάνω σε διυλιστήρια, δεξαμενές καυσίμων, εφοδιαστικούς κόμβους βαθιά μέσα στη ρωσική ενδοχώρα. Φαινομενικά ασύνδετα αυτά τα δύο θέατρα επιχειρήσεων αντιπροσωπεύουν δύο αντίθετες οπτικές γι’ αυτό που η κάθε πλευρά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει «νίκη».
Διαφορετική οπτική
Με άλλα λόγια, η Ρωσία εξακολουθεί να πιστεύει πως η σύγκρουση μπορεί τελικά να κριθεί από τη φθορά του αντιπάλου στο πεδίο της μάχης. Η Ουκρανία, από την άλλη, φαίνεται πεπεισμένη πως το αποφασιστικό χτύπημα θα πρέπει να γίνει πίσω από τις ρωσικές γραμμές· εκεί όπου βρίσκονται τα «θεμέλια» της χρηματοδότησης της στρατιωτικής μηχανής της Μόσχας και τα οποία είναι πολύ πιο ευάλωτα από το καλά οχυρωμένο πεζικό της στο μέτωπο.
Η αντίθεση γίνεται όλο και πιο έντονη. Στην πρώτη γραμμή στο Ντόνετσκ, η Ρωσία συνεχίζει να προελαύνει, αν και αργά και με τεράστιο κόστος. Μικρές ομάδες εφόδου διεισδύουν στα περίχωρα της Κοστιαντίνιβκα, μιας πόλης της οποίας η κατάληψη θα άνοιγε τον δρόμο προς το Σλαβιάνσκ και το Κραματόρσκ, τους εναπομείναντες πυλώνες στήριξης του ανατολικού δικτύου άμυνας της Ουκρανίας. Οι στρατιωτικοί αναλυτές συμφωνούν ότι η πρόοδος της Ρωσίας παραμένει επώδυνα αργή και επιχειρησιακά όχι καθοριστική. Οι ασταμάτητες ουκρανικές επιθέσεις με drones στον μηχανισμό της επιμελητειακής υποστήριξης έχουν περιπλέξει τις ρωσικές επιχειρήσεις, αλλά δεν τις έχουν σταματήσει.
Αυτή η βαλτωμένη κατάσταση δεν αντιστοιχεί στη σαρωτική προέλαση στην οποία στόχευε η Μόσχα. Ούτε όμως προοιωνίζει την κατάρρευσή της που επιδιώκει απεγνωσμένα η Ουκρανία. Έτσι η σύγκρουση γίνεται τώρα ένα εκκρεμές που παλινδρομεί μεταξύ σαφούς πλεονεκτήματος της Ρωσίας στην αριθμητική υπεροχή από τη μία, και αυξανόμενης ασυμμετρίας και τεχνολογικής καινοτομίας της Ουκρανίας από την άλλη.
Μην μπορώντας να κατανικήσει τη ρωσική αριθμητική υπεροχή σε δυνάμεις, το Κίεβο επιλέγει να χτυπά την υποδομή που συντηρεί αυτές τις δυνάμεις. Τα αποτελέσματα είναι αξιοσημείωτα μέχρι στιγμής. Τις τελευταίες εβδομάδες ουκρανικά drones έχουν πλήξει επανειλημμένα διυλιστήρια στο Κρασνοντάρ, το Γιαροσλάβλ και αλλού, ενώ ταυτόχρονα διακόπτουν τις οδούς ανεφοδιασμού προς την κατεχόμενη Κριμαία. Οι συνέπειες δεν γίνεται να αποκρυφθούν από το Κρεμλίνο. Οι ελλείψεις καυσίμων έχουν εξαπλωθεί σε όλη τη Νότια Ρωσία και την Κριμαία, έχει τεθεί σε εφαρμογή δελτίο σε πολλές περιοχές, οι οδηγοί στη Μόσχα σχηματίζουν ουρές σε βενζινάδικα και ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει αναγνωρίσει δημόσια το πρόβλημα.
Για μια χώρα που κατατάσσεται μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών πετρελαίου παγκοσμίως, οι εικόνες άδειων αντλιών καυσίμων στα πρατήρια έχουν βαρύ ψυχολογικό αντίκτυπο. Ίσως πιο αποκαλυπτική του μεγέθους της ζημιάς είναι η ίδια η αντίδραση του Κρεμλίνου. Ο Πούτιν συγκάλεσε έκτακτες συσκέψεις, ίδρυσε μια ομάδα εργασίας για τα καύσιμα που λειτουργεί όλο το 24ωρο και συζήτησε ανοιχτά τον περιορισμό των εξαγωγών ντίζελ για τη διατήρηση των εγχώριων αποθεμάτων. Έδωσε μάλιστα εντολή για προτεραιοποίηση του γεωργικού τομέα στην παροχή καυσίμων λόγω της καλοκαιρινής συγκομιδής. Αυτή η εικόνα έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τη μέχρι τώρα ρωσική αφήγηση που παρουσίαζε τις ουκρανικές επιθέσεις με drones ως στρατηγικά ασήμαντες.
Στρατηγική εξάντληση
Σύμφωνα με τους στρατιωτικούς αναλυτές, η Ουκρανία έχει υιοθετήσει στρατηγική καίριας αποδυνάμωσης της στρατιωτικο-βιομηχανικής βάσης της Ρωσίας. Ο στόχος είναι η στρατηγική εξάντληση συνολικά. Είναι το μεγαλύτερο στοίχημα του Ζελένσκι μετά την αποτυχημένη αντεπίθεση του 2023 που είχε τη σθεναρή υποστήριξη της Δύσης.
Αντί να επικεντρώνεται στον χερσαίο πόλεμο -που δεν είναι το δυνατό χαρτί του- το Κίεβο προσπαθεί να «πείσει» το Κρεμλίνο ότι η συνέχιση του πολέμου θα γίνεται προοδευτικά πιο κοστοβόρα από μια διαπραγμάτευση για τον τερματισμό του. Κάθε διυλιστήριο που σταματά και κάθε κονβόι βυτιοφόρων που καθυστερεί αυξάνει το σωρευτικό κόστος της συνέχισης του πολέμου για τη Ρωσία.
Οι δυτικοί επιμένουν πως η στρατηγική αυτή παράγει μετρήσιμα αποτελέσματα. Η ρωσική εφοδιαστική αλυσίδα έχει γίνει πιο ευάλωτη, ο στρατιωτικός ανεφοδιασμός της Κριμαίας έχει γίνει πιο περίπλοκος και η Μόσχα έχει αναγκαστεί να εκτρέψει πρόσθετους πόρους της αεράμυνάς της μακριά από το μέτωπο για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις με drones.
Αλλά το στοίχημα είναι παρακινδυνευμένο. Η πίεση στα μετόπισθεν δεν έχει αλλάξει το στάτους στο πεδίο της μάχης. Γύρω από την Κοστιαντίνιβκα, οι ουκρανικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν σταθερά αυξανόμενη ρωσική πίεση. Οι οδοί ανεφοδιασμού τους «ελέγχονται» νυχθημερόν από τα ρωσικά drones, ενώ οι εκκενώσεις του ντόπιου πληθυσμού συνεχίζονται. Τα ρωσικά στρατεύματα μπορεί να προχωρούν αργά αλλά συνεχίζουν να προχωρούν. Διαμορφώνεται λοιπόν ένα άβολο στρατηγικό παράδοξο.
Όσο περισσότερες επιτυχίες καταγράφει η Ουκρανία στη διατάραξη της ρωσικής στρατιωτικο-βιομηχανικής βάσης, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το πολιτικό κίνητρο για τη Μόσχα να διατηρήσει και να αυξήσει τη δυναμική της στο πεδίο της μάχης. Για τον Πούτιν, η αποδοχή διαπραγματεύσεων με το Κίεβο την ώρα που τα ουκρανικά drones εφορμούν στα ρωσικά διυλιστήρια και τα πρατήρια στη Μόσχα αδειάζουν από βενζίνη, θα μπορούσε να φανεί ως έμμεση παροδοχή εκ μέρους του ότι η τακτική των Ουκρανών έχει αποτέλεσμα. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολιτικά ανεπίτρεπτο για έναν ηγέτη που έχει ενσωματώσει στην πολιτική και ηγετική φυσιογνωμία του την αφήγηση της ρωσικής ανθεκτικότητας.
Την Τρίτη ξεκαθάρισε ότι η Ρωσία θα συνεχίσει να επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο των τεσσάρων προσαρτημένων ουκρανικών περιοχών και επανέλαβε ότι οι όροι του για διαπραγμάτευση -όπως διατυπώθηκαν το 2024- παραμένουν αμετάβλητοι. Ήτοι, αποχώρηση της Ουκρανίας από τα εναπομείναντα εδάφη που δεν ελέγχουν οι ρωσικές δυνάμεις και εγκατάλειψη του στόχου ένταξης στο ΝΑΤΟ.
Οι διατυπώσεις Πούτιν δείχνουν εντελώς ασυμβίβαστες με τη λογική της αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, συχνά η σκληρή ρητορική δεν είναι παρά προπέτασμα καπνού για πιο σοφές επαναξιολογήσεις. Η έμφαση του Ρώσου Προέδρου στην ενίσχυση της αεράμυνας, στην προστασία των ενεργειακών υποδομών και στη διατήρηση των αποθεμάτων καυσίμων υποδηλώνει ότι η εκστρατεία της Ουκρανίας με τα drones επιβάλλει δύσκολες αποφάσεις κατανομής πόρων. Κάθε επιπλέον συστοιχία αεράμυνας που αναπτύσσεται γύρω από ένα διυλιστήριο περιορίζει την προστασία των στρατευμάτων στο μέτωπο. Κάθε διυλιστήριο που χρειάζεται επισκευή απορροφά πόρους που θα μπορούσαν να διοχετευτούν στη στρατιωτική παραγωγή.
Το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο έχει επίσης σημασία. Η Ουάσιγκτον έχει σηματοδοτήσει το ανανεωμένο ενδιαφέρον της για διπλωματία. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υποστηρίζουν ανοιχτά ότι οι οικονομικές ευπάθειες της Ρωσίας θα πρέπει να «αξιοποιηθούν» πριν από την έναρξη οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων. Το Κίεβο φαίνεται επίσης αποφασισμένο να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση του αυξάνοντας την πίεση, αντί να τη μειώσει. Καμία πλευρά δεν φαίνεται για την ώρα να έχει υπολογίσει το τελικό «άθροισμα». Έτσι, το αρχικό ερώτημα συνεχίζει να αιωρείται: Είμαστε στη φάση της κλιμάκωσης πριν από την αποκλιμάκωση; Ή μπροστά σε ένα ακόμη αδιέξοδο κεφάλαιο μιας σύγκρουσης που παρατείνεται επικίνδυνα;
Σερβία: H «έξοδος» του Βούτσιτς δεν είναι αυτό που φαίνεται
Πιθανώς, η αποχώρηση του Σέρβου Προέδρου δεν είναι παρά ένα τέχνασμα για να αλλάξει ο ίδιος το «αφήγημά» του, πριν το κάνουν άλλοι γι’ αυτόν

«Μετακομίζοντας» ενδεχομένως στην πρωθυπουργία, ο Βούτσιτς θα μπορούσε να συνεχίσει να ελέγχει το κυβερνών κόμμα και βέβαια να διαμορφώνει την κεντρική πολιτική αφήγηση, ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους που σχετίζονται με τη διαδοχή του.
Η αλληλεπίδραση αυτών των δύο τάσεων θα καθορίσει το πολιτικό μέλλον του Βούτσιτς και την πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος σε μία από τις πιο στρατηγικά σημαντικές αλλά δυνητικά ασταθείς περιοχές της Ευρώπης.
Ένα πράγμα δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κάποιος στον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, τον Σέρβο Πρόεδρο που ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την παραίτησή του και την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών και προεδρικών εκλογών: Την ικανότητά του στην πολιτική μόχλευση. Ένα στοιχείο που μπορεί να εξηγήσει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο την ανέλπιστη μακροημέρευσή του στην εξουσία -από το 2012- και μάλιστα χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο.
Σίγουρα, πολιτικοί της συγκεκριμένης κατηγορίας έχουν ανεπτυγμένο το αισθητήριο της πολιτικής όσφρησης, όπως και τη διαίσθηση του «τάιμινγκ». Έτσι, η απροσδόκητη εξαγγελία της παραίτησής του προσεχώς και της προκήρυξης πρόωρων προεδρικών και βουλευτικών εκλογών εκλήφθηκε ως αναμενόμενη.
Ερμηνεύτηκε ως η εύλογη αντίδραση ενός πολιτικού που εδώ και σχεδόν 18 μήνες αντιμετωπίζει αφόρητη πίεση από τις συνεχείς αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες με πυρήνα το τραγικό δυστύχημα της κατάρρευσης του υπόστεγου του σιδηροδρομικού σταθμού του Νόβι Σαντ -της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Σερβίας- τον Νοέμβριο του 2024 που κόστισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους.
Διαφορετική ερμηνεία
Άλλοι θεωρούν την αυτόβουλη έξοδό του ως έναν εύσχημο τρόπο για να αποφύγει το πικρό ποτήρι της αναγνώρισης του Κοσόβου, βασικό «προαπαιτούμενο» των Βρυξελλών για ν’ ανοίξει ο δρόμος της ένταξης. Η Σερβία εξακολουθεί να το θεωρεί αποσχισθείσα επαρχία της. Η αναγνώριση θα τίθεται όλο και πιο επιτακτικά το επόμενο διάστημα, καθώς επιταχύνεται η υλοποίηση του σχεδίου ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων, ελέω φόβου επέκτασης της ρωσικής και κινεζικής επιρροής στα «ακάλυπτα» μέρη της Ευρώπης.
Ο Βούτσιτς, που ενισχύει τους σερβικούς δεσμούς με το Πεκίνο και διατηρεί την ιστορική σχέση με τη Ρωσία και που για κάποιους συνεχίζει να είναι ένας «Σέρβος εθνικιστής», έχει ξεκαθαρίσει πως δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψει αναγνώριση του Κοσόβου.
Ωστόσο, λίγοι εντός της Σερβίας -και ακόμη λιγότεροι στις Βρυξέλλες- πιστεύουν πως η δεσπόζουσα πολιτική περσόνα της χώρας ετοιμάζεται να τους κάνει τη… χάρη να εγκαταλείψει την εξουσία.
Η παραίτησή του μοιάζει περισσότερο με στρατηγική αναδίπλωση με στόχο την πολιτική επιβίωση του. Συνταγματικά «αποκλεισμένος» να διεκδικήσει μία ακόμη προεδρική θητεία -την τρίτη στη σειρά μετά την επικράτησή του το 2017 και το 2022- ο Βούτσιτς φαίνεται πως ενορχηστρώνει μια προσεκτική μετάβαση στην πρωθυπουργία και στον «πυρήνα» της εκτελεστικής εξουσίας.
Ωστόσο, η στενή εστίαση στους ελιγμούς για την αποφυγή των συνταγματικών εμποδίων κινδυνεύει να αποσπάσει την προσοχή από τη μεγάλη εικόνα. Η αναγγελθείσα αποχώρηση έρχεται σε μια στιγμή που συγκρούονται δύο ισχυρές τάσεις στο σερβικό πολιτικό σκηνικό: Από τη μία, η πιο σοβαρή εσωτερική πρόκληση για την εξουσία του Βούτσιτς από τότε που αναδύθηκε στο πολιτικό προσκήνιο το 2012· από την άλλη, η ριζική επανεκτίμηση της στρατηγικής ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων από τις Βρυξέλλες.
Θρυαλλίδα
Το δυστύχημα στο Νόβι Σαντ ήταν η θρυαλλίδα που πυροδότησε τη λαϊκή έκρηξη, όχι μόνο για τα αυτονόητα -τα μέτρα ασφαλείας, τους ελέγχους, την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού- αλλά για το σύνολο του «συστήματος». Για πολλούς Σέρβους, ιδιαίτερα τους νεότερους που δεν έχουν μνήμες από το γιουγκοσλαβικό παρελθόν, το Νόβι Σαντ δεν ήταν παρά το συνδυαστικό σύμπτωμα μιας νοσηρής κατάστασης θεσμικής αποσύνθεσης, συγκεντρωτικής διακυβέρνησης, αποδυναμωμένης δικαστικής εξουσίας.
Οι φοιτητικές διαδηλώσεις -μετά το Νόβι Σαντ- ήταν οι μεγαλύτερες που έχει ζήσει η Σερβία από την εποχή του Μιλόσεβιτς, το 2000. Σε αντίθεση με προηγούμενες εκστρατείες, οι διαμαρτυρίες δεν περιστρέφονταν γύρω από κόμματα ή πολιτικούς. Αμφισβητούσαν την ίδια την «αρχιτεκτονική» της πολιτικής Βούτσιτς. Όλη η διακυβέρνηση, οι οικονομικές πρωτοβουλίες, τα έργα υποδομών, η εξωτερική πολιτική, η στρατηγική συνεργασιών, εντάσσονται σε αυτό που οι επικριτές του αποκαλούν «εξατομικευμένο μοντέλο εξουσίας».
Τώρα όμως, τα συνταγματικά όρια για την προεδρική θητεία επιβάλουν μια διακριτική λύση. Η επιστροφή του Βούτσιτς στο αξίωμα του πρωθυπουργού θα έλυνε το πρόβλημα με κομψό τρόπο. Η προκήρυξη δε πρόωρων εκλογών επαναφέρει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κυβέρνηση, ακριβώς τη στιγμή που η αντιπολίτευση είχε αρχίσει να καθορίζει την πολιτική ατζέντα.
Η διατήρηση του χρονοδιαγράμματος των εκλογών -σκόπιμα αόριστου- αναγκάζει τους αντιπάλους να οργανωθούν υπό πίεση ενώ επιτρέπει στο κυβερνών Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα να εκμεταλλευτεί τον εκλογικό μηχανισμό που έχει δημιουργήσει στη διάρκεια των δεκατριών χρόνων του στην εξουσία.
Αλλά η μεγάλη σκακιέρα είναι η ίδια η Ευρώπη. Η διάχυση του φόβου της «ρωσικής απειλής» έχει προσδώσει χαρακτήρα επείγοντος στη διεύρυνση. Η ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων είχε μπει στο ψυγείο, αλλά τώρα οι ιθύνοντες στις Βρυξέλλες βιάζονται να τη βάλουν στον… φούρνο. Θέλουν τα Δυτικά Βαλκάνια στην Ένωση για να απωθήσουν την επιρροή της Μόσχας και του Πεκίνου. Καμία άλλη χώρα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία σε αυτόν τον υπολογισμό από ό,τι η Σερβία.
Ο «δύσκολος» υποψήφιος
Ωστόσο, αυτή η χώρα είναι επίσης κι ο πιο «δύσκολος» υποψήφιος. Ο Βούτσιτς, ένας πολιτικός του ενστίκτου, δεκατρία χρόνια στην εξουσία έχει γίνει αριστοτέχνης στη στρατηγική ασάφεια. Κατέστησε την ένταξη διακηρυγμένο εθνικό στόχο αλλά αρνήθηκε να ακολουθήσει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Εμβάθυνε την οικονομική και τεχνολογική συνεργασία με την Κίνα, καλωσόρισε σημαντικές κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές και ενίσχυσε τους πολιτικούς δεσμούς με το Πεκίνο. Ταυτόχρονα, συνέχισε να καλλιεργεί την παραδοσιακή εταιρική σχέση με τη Μόσχα, διατηρώντας παράλληλα προσεκτικά ανοιχτή την πόρτα της πρόσβασης στην ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια και στις επενδύσεις.
Ίσως αυτό είναι που «μισούν» οι Ευρωπαίοι στο πρόσωπό του. Και ίσως θα το «μισήσουν» ακόμη περισσότερο όταν αντιληφθούν πως η «φυγή» του δεν είναι παρά ένα τέχνασμα για να αλλάξει ο ίδιος το «αφήγημα», πριν το κάνουν άλλοι γι’ αυτόν.
«Μετακομίζοντας» ενδεχομένως στην πρωθυπουργία, ο Βούτσιτς θα μπορούσε να συνεχίσει να ελέγχει το κυβερνών κόμμα και βέβαια να διαμορφώνει την κεντρική πολιτική αφήγηση, ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους που σχετίζονται με τη διαδοχή του. Με άλλα λόγια, το «Δήλιον πρόβλημα» της Ευρώπης θα μείνει άλυτο. Αλλά προσοχή: Το στρατηγικό πεδίο, που διευκόλυνε μέχρι τώρα την ασάφεια, στενεύει. Ο κόσμος έχει αλλάξει, κι έχει αλλάξει και ανάμεσα στον Σάβο και τον Μεγάλο Μόραβα. Η σερβική κοινωνία δεν είναι εκείνη που ήταν στο λυκόφως του Μιλόσεβιτς· είναι σήμερα πολιτικά ενεργοποιημένη περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη φορά.
Και οι Ευρωπαίοι έχουν «ξυπνήσει». Δεν θα δεχτούν η στρατηγική τους στη διεύρυνση να γίνει... πλαστελίνη. Ούτε θα ανεχτούν παιχνίδι σε άλλο ταμπλό, πλην του δικού τους.
