Live τώρα    
Η αλήθεια της ΔΕΗ και η αλήθεια της Δυτικής Μακεδονίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η αλήθεια της ΔΕΗ και η αλήθεια της Δυτικής Μακεδονίας

1357187260.jpg

Η πρόσφατη ανακοίνωση της ΔΕΗ για τη Δυτική Μακεδονία επιχειρεί να παρουσιάσει έναν συνολικό απολογισμό της απολιγνιτοποίησης και να περιγράψει το αναπτυξιακό μέλλον της περιοχής μέσα από επενδύσεις, χρονοδιαγράμματα και μεγάλα έργα. Το αφήγημα είναι σαφές: η μετάβαση εξελίσσεται με σχέδιο και προοπτική. Όμως μια τόσο βαθιά ιστορική μεταβολή δεν αποτυπώνεται μόνο σε δείκτες και οικονομικά μεγέθη. Κρίνεται πρωτίστως από το ποιος ωφελείται, ποιος επωμίζεται το κόστος και ποιος διαμορφώνει το νέο παραγωγικό μοντέλο.

Η Δυτική Μακεδονία δεν υπήρξε ποτέ μια απλή περιφερειακή οικονομία. Για περισσότερες από έξι δεκαετίες αποτέλεσε τον ενεργειακό πυρήνα της χώρας. Από τα ορυχεία και τους ατμοηλεκτρικούς σταθμούς της στηρίχθηκε η ηλεκτροδότηση της Ελλάδας, η βιομηχανική ανάπτυξη και η συγκρότηση ενός ευρύτερου παραγωγικού ιστού γύρω από τη δημόσια ηλεκτροπαραγωγή. Ο πλούτος που δημιουργήθηκε είχε σαφή εθνικό χαρακτήρα, αλλά στηρίχθηκε σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.

Το τίμημα αυτής της ανάπτυξης ήταν δυσανάλογο. Οι τοπικές κοινωνίες βίωσαν για δεκαετίες περιβαλλοντική υποβάθμιση, εκτεταμένες απαλλοτριώσεις, μετεγκαταστάσεις οικισμών και βαθιές αλλοιώσεις του φυσικού τοπίου. Η αποκατάσταση των εξορυγμένων εκτάσεων, αν και αποτελεί διαχρονική υποχρέωση της ΔΕΗ με βάση το Εθνικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανολοκλήρωτη, ενισχύοντας το αίσθημα μιας άνισης ιστορικής ανταλλαγής. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να οδηγεί σε εξιδανίκευση του λιγνίτη. Η απολιγνιτοποίηση ήταν σε μεγάλο βαθμό ιστορικά αναπόφευκτη. Η Συμφωνία των Παρισίων, η ευρωπαϊκή στρατηγική για την κλιματική ουδετερότητα, το αυξανόμενο κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών και η διαρκής απώλεια ανταγωνιστικότητας του λιγνίτη διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η διατήρηση του παλαιού μοντέλου δεν ήταν πλέον ρεαλιστική επιλογή.

Το πραγματικό ζήτημα, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ αν θα γίνει η μετάβαση αλλά πώς θα γίνει και με ποιους όρους. Η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί απλή τεχνική αναδιάρθρωση του μείγματος παραγωγής. Είναι μια βαθιά κοινωνική και αναπτυξιακή διαδικασία, η οποία οφείλει να διασφαλίζει ότι οι περιοχές που στήριξαν επί δεκαετίες την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας δεν θα μετατραπούν σε παθητικούς δέκτες των συνεπειών της αλλαγής. Σε αυτή τη λογική εντασσόταν το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα του 2018, το οποίο προέβλεπε μια πιο ισορροπημένη μετάβαση: σταδιακή μείωση του λιγνίτη, ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και περιορισμένο ρόλο του φυσικού αερίου ως μεταβατικού καυσίμου. Κυρίως, όμως, συνέδεε τη μετάβαση με δημόσιες πολιτικές που θα έδιναν χρόνο στις τοπικές κοινωνίες να ανασυγκροτήσουν την παραγωγική τους βάση.

Σε αυτή τη στρατηγική εντάχθηκαν και οι Ενεργειακές Κοινότητες του Νόμου 4513/2018, οι οποίες για πρώτη φορά έδιναν σε πολίτες, αγρότες, συνεταιρισμούς και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά ως αυτοπαραγωγοί μέσω μικρών συνεταιρισμών στην παραγωγή ενέργειας. Δεν επρόκειτο απλώς για ακόμα μία ενεργειακή πολιτική αλλά για μια διαφορετική αντίληψη που είχε στον πυρήνα της τη συλλογική ιδιοκτησία στον χώρο της ενέργειας, την ενεργειακή δημοκρατία και την κοινωνική συμμετοχή. Το μοντέλο αυτό μεταβλήθηκε ριζικά μετά την εξαγγελία Μητσοτάκη στον ΟΗΕ για τη βίαιη απολιγνιτοποίηση. Η αλλαγή δεν αφορούσε μόνο το χρονοδιάγραμμα αλλά κυρίως τη φιλοσοφία της μετάβασης. Το φυσικό αέριο αναδείχθηκε σε κεντρικό άξονα του νέου ενεργειακού σχεδιασμού, ενώ η έμφαση μετατοπίστηκε σε μεγάλα επενδυτικά σχήματα με έντονη συγκέντρωση κεφαλαίου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Πτολεμαΐδα V. Μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές επενδύσεις της χώρας ολοκληρώθηκε τη στιγμή που είχε ήδη δρομολογηθεί η απολιγνιτοποίηση και πριν καν αξιοποιηθεί στον αρχικό της ρόλο, αποφασίστηκε η μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εύλογο: πώς μια μονάδα με χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σταθερός μεταβατικός πυλώνας ενεργειακής ασφάλειας, έγινε ο καθρέπτης που αντανακλά τις ενεργειακές πολιτικές των κυβερνήσεων Μητσοτάκη, που από την πρώτη ημέρα αμφισβήτησαν ευθέως τον δημόσιο χαρακτήρα της ΔΕΗ και της ενέργειας ως κοινωνικό αγαθό. Η απολιγνιτοποίηση, όμως, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε ευρωπαϊκές υποχρεώσεις. Αποτελεί και αποτέλεσμα εθνικών επιλογών ως προς τον ρυθμό, το βάθος και την κοινωνική αρχιτεκτονική της μετάβασης. Η πολιτική ευθύνη γίνεται ιδιαίτερα ορατή όταν οι συνεχόμενες κρίσεις και οι γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές ανακατατάξεις εκτόξευσαν το κόστος της ενέργειας και ανέδειξαν τις νέες εξαρτήσεις του συστήματος. Αντίστοιχα, το ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για την περίοδο 2021-2030, αν και κρίσιμο για την πράσινη μετάβαση, εφαρμόστηκε σε ένα περιβάλλον περιορισμένης ελληνικής διαπραγματευτικής ισχύος, με αποτέλεσμα να επιβαρύνει δυσανάλογα τον λιγνίτη, χωρίς επαρκείς μηχανισμούς αντιστάθμισης για τις λιγνιτικές περιοχές.

Σήμερα το επενδυτικό πρόγραμμα των 5,75 δισ. ευρώ για τη Δυτική Μακεδονία προβάλλεται ως η απάντηση στο αναπτυξιακό κενό. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το ύψος των επενδύσεων αλλά το ποιοτικό τους αποτύπωμα: ποιος παράγει τον νέο πλούτο, ποιος τον ελέγχει και σε ποιο βαθμό επιστρέφει στην τοπική κοινωνία. Οι επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αν και απολύτως αναγκαίες, χαρακτηρίζονται από υψηλή ένταση κεφαλαίου και περιορισμένη δημιουργία σταθερής απασχόλησης. Αντίστοιχα, οι μεγάλες τεχνολογικές εγκαταστάσεις, όπως τα data centers, δεν μπορούν από μόνες τους να συγκροτήσουν ένα πλήρες παραγωγικό οικοσύστημα.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι βιώσιμη ανάπτυξη επιτυγχάνεται μόνο όταν συνδυάζονται επενδύσεις με ισχυρή τοπική επιχειρηματικότητα, βιομηχανική δραστηριότητα, έρευνα, εκπαίδευση και σταθερή εργασία. Χωρίς αυτόν τον συνδυασμό, οι μεγάλες υποδομές παραμένουν αποσυνδεδεμένες από την τοπική κοινωνία.

Το ζήτημα είναι, τελικά, βαθιά πολιτικό. Αφορά το ποιος σχεδιάζει τη μετάβαση και με ποιους όρους. Η συγκέντρωση του σχεδιασμού σε κεντρικούς θεσμούς και η περιορισμένη συμμετοχή των τοπικών φορέων έχουν δημιουργήσει ένα μοντέλο που συχνά βιώνεται ως εξωτερικά επιβαλλόμενο.

Η Δυτική Μακεδονία δεν ζητά επιστροφή στο παρελθόν. Ζητά συμμετοχή στο μέλλον. Όχι ως αποδέκτης αποφάσεων, αλλά ως συνδιαμορφωτής ενός νέου παραγωγικού προτύπου. Γιατί η απολιγνιτοποίηση δεν είναι απλώς ενεργειακή αλλαγή. Είναι βαθιά αναδιανομή οικονομικής ισχύος και παραγωγικών πόρων. Και η επιτυχία της δεν θα κριθεί μόνο στην απανθρακοποίηση αλλά στο αν δημιουργεί νέες ανισότητες ή συμβάλλει στην άρση τους. Εκεί θα κριθεί τελικά αν η μετάβαση ήταν πράγματι δίκαιη ή αν αποτέλεσε απλώς μια ενεργειακή αλλαγή με άνισο κοινωνικό αποτύπωμα.

 

* Ο Τάσος Πολιτίδης έχει MSc in Social and Solidarity Economy και είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0