Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο αποφασισμένος να κυβερνήσει, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, ως «δικτάτορας». Να ασκήσει περισσότερη εξουσία από οποιονδήποτε σύγχρονο Αμερικανό Πρόεδρο. Και σε μεγάλο βαθμό το έχει καταφέρει. Δικαστικές αποφάσεις, διοικητικές αλλαγές και η πολιτική κυριαρχία του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχουν ενισχύσει αισθητά τη θέση του.
Όσο, όμως, διευρύνονται οι προεδρικές εξουσίες, τόσο ενισχύονται και οι αντιστάσεις που συναντούν. Το Κογκρέσο, η Δικαιοσύνη, οι πολιτείες, τα πανεπιστήμια και ακόμη και τμήματα του επιχειρηματικού κόσμου διεκδικούν ξανά ρόλο στον καθορισμό των ορίων της αμερικανικής προεδρίας. Και πρόκειται για μια σύγκρουση που τους επόμενους μήνες ίσως να έχει πιο καθοριστική σημασία ακόμη και από τις ίδιες τις επιλογές του Τραμπ. Η πιο εντυπωσιακή ένδειξη ήρθε πρώτα από το Κογκρέσο, στο πεδίο όπου οι Αμερικανοί Πρόεδροι έχουν ιστορικά διεκδικήσει τη μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, τον πόλεμο. Στις 3 Ιουνίου η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε με 215 ψήφους υπέρ και 208 κατά ψήφισμα για τον περιορισμό των πολεμικών εξουσιών του Τραμπ για τους χειρισμούς του απέναντι στο Ιράν. Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί ενώθηκαν με τους Δημοκρατικούς ζητώντας να μην μπορεί ο Λευκός Οίκος να συνεχίζει στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς ρητή έγκριση του Κογκρέσου. Λίγες εβδομάδες αργότερα η Γερουσία ενέκρινε αντίστοιχο ψήφισμα με 50 ψήφους υπέρ και 48 κατά, με τέσσερις Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές να συντάσσονται και πάλι με τους Δημοκρατικούς. Η σημασία της ψηφοφορίας δεν βρίσκεται μόνο στο αποτέλεσμα. Βρίσκεται στο ότι ακόμα και μέσα σε ένα Κογκρέσο όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν την πλειοψηφία εμφανίστηκε ξανά η αξίωση να ασκήσει η νομοθετική εξουσία τον συνταγματικό της ρόλο στις αποφάσεις για πόλεμο και ειρήνη. Ο Νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών του 1973 ψηφίστηκε μετά το Βιετνάμ ακριβώς για να περιορίσει την ικανότητα του Προέδρου να εμπλέκει τις ΗΠΑ σε πολεμικές επιχειρήσεις χωρίς έλεγχο. Για δεκαετίες οι Πρόεδροι τον παρέκαμπταν ή τον ερμήνευαν όσο πιο ελαστικά μπορούσαν. Η διαφορά σήμερα είναι ότι η αμφισβήτηση δεν έρχεται μόνο από την αντιπολίτευση αλλά και από ένα μικρό, κρίσιμο τμήμα του ίδιου του κόμματος του Τραμπ.
Μηχανισμός δικαστικής αντίδρασης από τις Πολιτείες
Η ίδια εικόνα εμφανίζεται τώρα και στη Δικαιοσύνη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με συντηρητική πλειοψηφία 6-3, έχει προσφέρει στον Τραμπ σημαντικές θεσμικές νίκες. Η πιο χαρακτηριστική ήταν η απόφαση που διεύρυνε την εξουσία του Προέδρου να απομακρύνει επικεφαλής ανεξάρτητων ομοσπονδιακών ρυθμιστικών Αρχών, περιορίζοντας ένα προηγούμενο που ίσχυε σχεδόν από το 1935. Είναι μια απόφαση που ενισχύει τον έλεγχο του Λευκού Οίκου πάνω σε υπηρεσίες που επί δεκαετίες λειτουργούσαν με σχετική αυτονομία από την εκτελεστική εξουσία. Το ίδιο δικαστήριο όμως αρνήθηκε να δώσει λευκή επιταγή στον Αμερικανό Πρόεδρο. Στις 30 Ιουνίου απέρριψε την προσπάθεια του Τραμπ να περιορίσει την ιθαγένεια λόγω γέννησης, κρίνοντας ότι η σχετική προεδρική εντολή παραβίαζε τη 14η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος. Η απόφαση, επίσης με πλειοψηφία 6-3, επιβεβαίωσε ότι όποιος γεννιέται σε αμερικανικό έδαφος και υπάγεται στη δικαιοδοσία των ΗΠΑ είναι πολίτης των ΗΠΑ. Η κρίση του Δικαστηρίου αφορούσε έως και 250.000 παιδιά που γεννιούνται κάθε χρόνο στη χώρα από γονείς χωρίς αμερικανική ιθαγένεια ή με προσωρινό καθεστώς παραμονής. Δεν ήταν η μοναδική ήττα για τον Λευκό Οίκο. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ήδη ακυρώσει τους εκτεταμένους δασμούς που επέβαλε ο Τραμπ επικαλούμενος νομοθεσία για καταστάσεις διεθνούς οικονομικής έκτακτης ανάγκης, ενώ αρνήθηκε να επιτρέψει την αποπομπή μέλους του Συμβουλίου Διοικητών της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, η Δικαιοσύνη ενισχύει σε ορισμένα πεδία την προεδρική εξουσία, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι υπάρχουν ακόμα όρια τα οποία ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να υπερβεί με προεδρικές εντολές.
Το μέτωπο των αμερικανικών πολιτειών είναι ίσως ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Οι Δημοκρατικοί γενικοί εισαγγελείς έχουν οργανώσει έναν μόνιμο μηχανισμό δικαστικής αντίδρασης απέναντι στις αποφάσεις της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, έχουν καταθέσει πάνω από 50 προσφυγές κατά της κυβέρνησης Τραμπ από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, με δικαστικές νίκες σε υποθέσεις που αφορούν την ιθαγένεια λόγω γέννησης, τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, κοινωνικά προγράμματα και τους δασμούς. Τον Μάρτιο 24 πολιτείες προσέφυγαν κατά των νέων δασμών που επέβαλε ο Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι ο Πρόεδρος επιχειρεί να παρακάμψει προηγούμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου χρησιμοποιώντας άλλο νομικό μονοπάτι. Τον Ιούνιο 25 πολιτείες και η Περιφέρεια της Κολούμπια προσέφυγαν κατά των νέων κανόνων του Medicaid, του δημόσιου προγράμματος υγειονομικής περίθαλψης για πολίτες με χαμηλό εισόδημα, υποστηρίζοντας ότι οι αλλαγές απειλούν την πρόσβαση ευάλωτων ομάδων στην περίθαλψη. Οι προσφυγές δείχνουν ότι οι πολιτείες δεν λειτουργούν πλέον απλώς ως τοπικοί διαχειριστές ομοσπονδιακών πολιτικών. Μετατρέπονται σε θεσμικά αναχώματα απέναντι στον Λευκό Οίκο. Η σύγκρουση δεν αφορά ένα και μοναδικό θέμα. Αφορά τη μετανάστευση, την Υγεία, τους δασμούς, την εκπαίδευση, τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων και την ίδια την κατανομή εξουσίας ανάμεσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και στις πολιτείες.
Νέες εστίες αντίστασης από επιχειρήσεις, πανεπιστήμια
Ρωγμές εμφανίζονται όμως και στο επιχειρηματικό στρατόπεδο. Το 2024 και το 2025 μεγάλο μέρος της οικονομικής ελίτ είδε την επιστροφή του Τραμπ ως ευκαιρία για χαμηλότερη φορολογία, λιγότερη ρύθμιση και ευνοϊκότερη μεταχείριση των επιχειρήσεων. Όμως η επιθετική χρήση των δασμών, η αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και οι αιφνιδιασμοί στην εμπορική πολιτική άρχισαν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Και οι αντιδράσεις του επιχειρηματικού κόσμου δεν περιορίζονται πλέον σε απλές προειδοποιήσεις. Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου περισσότερες από 1.800 επιχειρήσεις προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη ζητώντας την επιστροφή των δασμών που είχαν καταβάλει, μεταξύ τους κολοσσοί όπως οι Costco, Goodyear και BorgWarner. Σύμφωνα με στοιχεία που κατατέθηκαν στη δίκη, οι επίμαχοι δασμοί είχαν επιβαρύνει περισσότερες από 330.000 αμερικανικές επιχειρήσεις, ενώ οικονομολόγοι του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια εκτιμούν ότι οι πιθανές επιστροφές θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 175 δισεκατομμύρια δολάρια. Η αβεβαιότητα είναι πλέον τόσο μεγάλη, ώστε εταιρείες που δεν δικαιούνται άμεσα επιστροφές άρχισαν να απειλούν ακόμη και με δικαστικές ενέργειες τους ίδιους τους εισαγωγείς, διεκδικώντας μερίδιο από τα ποσά που ενδέχεται να επιστραφούν.
Η αντιπαράθεση με τα πανεπιστήμια έχει επίσης περάσει σε νέα φάση. Ο Λευκός Οίκος δεν περιορίζεται πλέον σε πολιτικές καταγγελίες αλλά χρησιμοποιεί την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση ως μοχλό πίεσης. Το Χάρβαρντ προσέφυγε στη Δικαιοσύνη όταν η κυβέρνηση πάγωσε περισσότερα από 2 δισεκατομμύρια δολάρια ερευνητικών κονδυλίων, κατηγορώντας τον Λευκό Οίκο ότι επιχειρεί να επιβάλει αλλαγές στη διοίκηση, στις πολιτικές διαφορετικότητας και στην ακαδημαϊκή λειτουργία του ιδρύματος. Το Κολούμπια, αντίθετα, αποδέχθηκε σειρά κυβερνητικών απαιτήσεων προκειμένου να αποκατασταθεί μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης που είχε ανασταλεί. Παράλληλα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέο πλαίσιο που συνδέει την πρόσβαση των πανεπιστημίων στα ομοσπονδιακά φοιτητικά δάνεια με τις μελλοντικές αποδοχές των αποφοίτων τους. Η σύγκρουση, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο τις κινητοποιήσεις για τη Γάζα ή τις κατηγορίες περί αντισημιτισμού. Εξελίσσεται σε ευρύτερη αναμέτρηση για το ποιος θα καθορίζει τους όρους λειτουργίας της αμερικανικής ανώτατης εκπαίδευσης.
Εκεί που ο Τραμπ δείχνει να υπερισχύει
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πεδίο όπου η εικόνα είναι διαφορετική. Η αναμέτρηση του Τραμπ με τα μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης δεν έχει οδηγήσει, μέχρι στιγμής, σε αντίστοιχες θεσμικές ανασχέσεις. Αντίθετα, σειρά ισχυρών ομίλων έχει επιλέξει τον συμβιβασμό αντί της σύγκρουσης. Το ABC News κατέβαλε 15 εκατομμύρια δολάρια για να διευθετήσει αγωγή δυσφήμησης του Προέδρου, ενώ η Paramount συμφώνησε σε διακανονισμό 16 εκατομμυρίων δολαρίων για την υπόθεση της εκπομπής «60 Minutes». Οι αποφάσεις αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από δημοσιογραφικές οργανώσεις, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσαν την αίσθηση ότι ο Τραμπ μπορεί να ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση και στα μεγαλύτερα συγκροτήματα Τύπου. Το αποτέλεσμα είναι ένα αμερικανικό πολιτικό σύστημα που μοιάζει να έχει εισέλθει σε περίοδο μόνιμης θεσμικής σύγκρουσης. Ο Τραμπ δεν είναι αδύναμος. Αντιθέτως, έχει ήδη πετύχει σημαντική μετατόπιση της ισορροπίας προς την εκτελεστική εξουσία. Όμως κάθε νέα επέκταση της προεδρικής ισχύος προκαλεί νέες αντιδράσεις και νέα αντίβαρα.
Το Κογκρέσο επανέρχεται στο ζήτημα των πολεμικών εξουσιών. Τα δικαστήρια άλλοτε ανοίγουν και άλλοτε κλείνουν δρόμους στον Λευκό Οίκο. Οι αμερικανικές πολιτείες οργανώνουν συντονισμένες προσφυγές. Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική ταύτιση με τον σημερινό ένοικο του Λευκού Οίκου δεν τις προστατεύει από την οικονομική αστάθεια που παράγει η ίδια του η πολιτική. Και αυτή είναι τελικά η πραγματική ιδιαιτερότητα της χρονικής συγκυρίας. Οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν ακόμα μία πολιτική σύγκρουση Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών. Ζουν μια βαθύτερη αναμέτρηση για το ποιος έχει τελικά την εξουσία να αποφασίζει: ο Πρόεδρος, το Κογκρέσο, τα δικαστήρια, οι πολιτείες ή οι ανεξάρτητοι θεσμοί που συγκροτήθηκαν ακριβώς για να εμποδίζουν τη συγκέντρωση εξουσίας σε ένα μόνο κέντρο. Ο Τραμπ επιδιώκει να κυβερνήσει σαν κάποιος που δεν περιορίζεται από ενδιάμεσους θεσμούς. Οι αντιστάσεις όμως που συναντά δείχνουν ότι οι θεσμοί μπορεί να έχουν αποδυναμωθεί, αλλά δεν έχουν εξαφανιστεί. Και η δεύτερη θητεία του αντί να κλείσει οριστικά τη συζήτηση για τα όρια της προεδρικής εξουσίας, τη μετατρέπει σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Πλούτος στην κορυφή, οργή στη βάση
Πρώτη φορά η σημαντικότερη πηγή εσόδων ενός εν ενεργεία Προέδρου βρίσκεται σε μια αγορά της οποίας ο ίδιος επηρεάζει τους κανόνες λειτουργίας. Ως πιθανό ζήτημα εθνικής ασφάλειας αντιμετωπίζεται η δυσπιστία απέναντι στις ελίτ

Η δημοσιοποίηση αυτή την εβδομάδα των εισοδημάτων του Ντόναλντ Τραμπ δεν φωτίζουν μόνο τον τρόπο με τον οποίο ο Αμερικανός Πρόεδρος αύξησε θεαματικά την περιουσία του μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική ανισότητα στις ΗΠΑ διευρύνεται, η συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη κοινωνική δυσφορία και ακόμη και οι υπηρεσίες ασφαλείας αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στις οικονομικές ελίτ ως πιθανή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια.
Τα νέα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι τα έσοδα των επιχειρήσεων του Τραμπ εκτινάχθηκαν από περίπου 622 εκατομμύρια δολάρια το 2024, σε περισσότερα από 2,2 δισεκατομμύρια μέσα στο 2025. Η σημαντικότερη αλλαγή όμως δεν αφορά μόνο το μέγεθος της αύξησης. Αφορά την πηγή της. Για πρώτη φορά η επιχειρηματική αυτοκρατορία του δεν στηρίζεται κυρίως στα ακίνητα, στα πολυτελή ξενοδοχεία και στα γήπεδα γκολφ που τον καθιέρωσαν ως επιχειρηματία αλλά στα κρυπτονομίσματα. Οι δραστηριότητες της World Liberty Financial, της εταιρείας κρυπτονομισμάτων που δημιούργησαν ο Πρόεδρος και οι γιοι του, απέφεραν περίπου 800 εκατομμύρια δολάρια, έναντι μόλις 57 εκατομμυρίων την προηγούμενη χρονιά. Παράλληλα, το ψηφιακό νόμισμα $TRUMP, που κυκλοφόρησε λίγο πριν από την ορκωμοσία του, απέφερε περισσότερα από 600 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά, οι δραστηριότητες που συνδέονται με τα κρυπτονομίσματα απέφεραν περίπου 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή σχεδόν τα δύο τρίτα των συνολικών επιχειρηματικών εσόδων του Αμερικανού Προέδρου. Είναι μια μετατόπιση με τεράστια πολιτική σημασία. Τα κρυπτονομίσματα αποτελούν έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα έναν κλάδο του οποίου η ανάπτυξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ρυθμιστικό πλαίσιο και τις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Και για πρώτη φορά η σημαντικότερη πηγή εσόδων ενός εν ενεργεία Προέδρου των ΗΠΑ βρίσκεται σε μια αγορά στην οποία ο ίδιος έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει καθοριστικά τους κανόνες λειτουργίας.
Τα οικονομικά στοιχεία καταγράφουν επίσης σημαντικά έσοδα από επιχειρηματικές συμφωνίες στη Σαουδική Αραβία, στο Κατάρ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση περί σύγκρουσης συμφερόντων. Ποτέ άλλοτε ένας εν ενεργεία Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είχε τόσο άμεσο οικονομικό συμφέρον από επιχειρηματικούς κλάδους που επηρεάζονται τόσο έντονα από τις αποφάσεις της ίδιας της κυβέρνησής του. Οι αποκαλύψεις αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα αν τοποθετηθούν στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, το πλουσιότερο 1% των Αμερικανών ελέγχει πλέον σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού ιδιωτικού πλούτου της χώρας, ενώ οι αμοιβές των διευθυνόντων συμβούλων των μεγαλύτερων επιχειρήσεων εξακολουθούν να αυξάνονται με πολύ ταχύτερο ρυθμό από τους μισθούς των εργαζομένων. Η εικόνα μιας οικονομίας που παράγει ολοένα μεγαλύτερο πλούτο για την κορυφή της πυραμίδας συνυπάρχει με μια ολοένα εντονότερη αμφισβήτηση της νομιμοποίησης αυτής της συγκέντρωσης πλούτου.
Δεν είναι τυχαίο ότι το κλίμα αυτό αρχίζει να αποτυπώνεται ακόμα και στις εκτιμήσεις των υπηρεσιών ασφαλείας. Πρόσφατο υπηρεσιακό υπόμνημα του Περιφερειακού Κέντρου Επιχειρήσεων και Πληροφοριών του Νιου Τζέρσεϊ προειδοποιεί ότι η αυξανόμενη οργή απέναντι στους διευθύνοντες συμβούλους μεγάλων επιχειρήσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε νέες επιθέσεις από «μοναχικούς δράστες», με αφορμή και τη δολοφονία του διευθύνοντος συμβούλου της ασφαλιστικής εταιρείας UnitedHealthcare Μπράιαν Τόμσον, για την οποία κατηγορείται ο Λουίτζι Μαντζιόνε. Το αξιοσημείωτο δεν είναι μόνο η προειδοποίηση. Είναι ότι ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού αντιμετωπίζει πλέον τη δυσπιστία απέναντι στις οικονομικές ελίτ όχι μόνο ως κοινωνικό φαινόμενο, αλλά και ως πιθανό ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Οι αποκαλύψεις για την περιουσία του Ντ. Τραμπ δεν αποδεικνύουν, βέβαια, από μόνες τους ότι η αυξανόμενη ανισότητα αποτελεί προϊόν αποκλειστικά της δικής του πολιτικής. Αποτυπώνουν όμως με εντυπωσιακό τρόπο το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται η δεύτερη θητεία του. Από τη μία πλευρά, ένας Πρόεδρος του οποίου τα επιχειρηματικά έσοδα εκτινάσσονται σε πρωτοφανή επίπεδα. Από την άλλη, μια κοινωνία που αντιμετωπίζει με ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία τις οικονομικές ελίτ και κρατικοί μηχανισμοί που αρχίζουν να προετοιμάζονται για τις συνέπειες αυτής της οργής. Και ίσως αυτή η αντίθεση να αποδειχθεί μελλοντικά πολύ πιο σημαντική από τα στοιχεία που αποκαλύπτουν πως ο Τραμπ εκμεταλλεύεται την αμερικανική προεδρία για να φουσκώνει τις τσέπες του.
