Ο Γιάννης Αγγελόπουλος σπούδασε ντραμς και κρουστά στο φημισμένο Κονσερβατόριο του Ρότερνταμ, το Codarts, μια από τις πιο έγκριτες και αναγνωρισμένες σχολές για jazz μουσικούς στην Ευρώπη. Οι συμφοιτητές του εκεί αστειεύονταν με την ελληνική καταγωγή του και τον αποκαλούσαν σκωπτικά με τον ολλανδικό τίτλο ευγενείας Van. Συνδυάζοντας τον με το ονοματεπώνυμο του τον μετέτρεψε στο προσωνύμιο Jan Van de Engel – ή απλά Jan Van για συντομία – που υιοθέτησε για τις δραστηριότητες του όταν επέστρεψε στην Ελλάδα.
Ολοκληρωμένος και δεξιοτέχνης ντράμερ ο Jan Van σχεδόν αμέσως έγινε περιζήτητος και συνεργάστηκε με μερικά από τα πιο αξιόλογα (και συχνά αρκούντως ανανεωτικά) ονόματα της ελληνικής μουσικής του σήμερα. Παράλληλα όμως ξεκίνησε και τις προσωπικές δραστηριότητες του με μια σειρά από διαφορετικά μεταξύ τους και πάντα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα projects. Από το 2010 έχει κυκλοφορήσει συνολικά δώδεκα albums σε υλική και ψηφιακή μορφή – συν μερικά EP - και μάλιστα τα πέντε τελευταία στο διάστημα 2024 – ’26. Στις εργασίες αυτές δεν παίζει ντραμς μόνο αλλά και συνθέτει την μουσική ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος της. Αρχικά ήταν με σύνολα διαφόρου αριθμού μελών και με επίκεντρο το ιδίωμα που έχει σπουδάσει και αγαπά περισσότερο, την jazz. Σταδιακά όμως άρχισε να απομακρύνεται περισσότερο ή λιγότερο από αυτήν και το ύφος του να γίνεται όλο και πιο διερευνητικό, κάποτε ακόμα και πειραματικό. Ενδεικτικό το album «ΒΚΧΣ» του ’24, μια σύμπραξη του με τον Θεσσαλονικέα σολίστ του βιολιού και της βιόλας, συνθέτη και ερμηνευτή Φώτη Σιώτα, έναν εξίσου ανήσυχο με τον ίδιο μουσικό.

Χωρίς φυσικά να εγκαταλείψει ποτέ τα ντραμς του ο Jan Van από μια στιγμή και μετά ασχολείται όλο και περισσότερο και εξερευνά τα modular (αρθρωτά είναι η πιο κατάλληλη ελληνική απόδοση του όρου) synthesizers, μονοφωνικούς αναλογικούς συνθετητές από την μακρινή πρώιμη εποχή των ηλεκτρονικών οργάνων. Στην πλέον πρόσφατη εργασία του, το album «Monomania In Stereo Field» που κυκλοφόρησε στις αρχές Ιουνίου, για πρώτη φορά τα modular synths, αν δεν έχουν τον πρώτο ρόλο, συμπρωταγωνιστούν με τα ντραμς.
Όπως φαίνεται και από τον τίτλο του στο «Monomania In Stereo Field» εξίσου σημαντικά με την σύνθεση και την εκτέλεση είναι η παραγωγή, το sound design, ακόμα και ο τρόπος ακρόασης της μουσικής που περιέχει.
Ο Jan Van δημιουργεί έντεκα σύντομης διάρκειας ηχοτοπία, άλλοτε πιο πειραματικά και άλλοτε ρυθμικά ή και…σχεδόν χορευτικά αλλά πάντα σε ένα αυστηρά μινιμαλιστικό πλαίσιο. Στην πραγματικότητα όμως στο επίκεντρο είναι διαφόρων τύπων ήχοι – ή και θόρυβοι – και συχνότητες, κυρίως από τα modular synths αλλά και από τα ντραμς, που προκαλούν ή ανακαλούν ελεύθερους συνειρμούς, συναισθήματα, υποσυνείδητες αντιδράσεις και, ορατές ή μη, σωματικές κινήσεις, συσπάσεις και δονήσεις.
Λειτουργώντας και στο πεδίο της ψυχοακουστικής το «Monomania In Stereo Field» είναι το νέο κεφάλαιο του βιβλίου της διαδρομής του Jan Van που τελικά το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο του είναι ότι κάθε επόμενη σελίδα του είναι το ίδιο άγραφη και άγνωστη για τον ίδιο όσο και για το κοινό.