Live τώρα    
Σύνοδος κορυφής στην Άγκυρα / Υπάρχει ζωή για το ΝΑΤΟ μετά το ΝΑΤΟ;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Σύνοδος κορυφής στην Άγκυρα / Υπάρχει ζωή για το ΝΑΤΟ μετά το ΝΑΤΟ;

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε
Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε (EPA/Olivier Hoslet)
ΑΝΑΛΥΣΗ

Το ερώτημα ρητορικό και με μορφή λογοπαίγνιου αλλά αποκρυσταλλώνει ουσιώδεις απορίες. Πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια στις συνθήκες που διαμόρφωσαν τον κόσμο επί οκτώ δεκαετίες αφότου παγιώθηκε το ρυθμιστικό και θεσμικό πλαίσιο του μεταπολεμικού πολυμερισμού στη παγκόσμια τάξη. Η 30χρονη μεταψυχροπολεμική περίοδος συνέχισε σε μεγάλο βαθμό να βασίζεται στις προσλήψεις και τις παραδοχές της ψυχροπολεμικής, διατηρώντας τις ισορροπίες και τις διευθετήσεις που συντήρησαν την παγκόσμια ειρήνη για πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Ωστόσο, αυτή η συνθήκη δεν υπάρχει πια. Ένα από τα “θύματά” της είναι τώρα και το βορειοατλαντικό οικοδόμημα, το ΝΑΤΟ, ο συμμαχικός οργανισμός που μέχρι πρότινος αποτελούσε προμετωπίδα του δυτικού ηγεμονισμού και που έδειχνε άτρωτος από τις αλλαγές και τις ανακατατάξεις των εποχών.  

Με τη σύνοδο κορυφής της Συμμαχίας στην Άγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου, να πλησιάζει, ο σκεπτικισμός για τη συμμαχική συνοχή και τις προοπτικές της, εντείνονται. Σε σημείο που πολλοί θεωρούν πια ότι δεν θα επαναληφθεί το γνωστό σενάριο με τους ηγέτες να αναχωρούν ύστερα από δύο ημέρες συζητήσεων διακηρύσσοντας πως η Συμμαχία είναι πιο ισχυρή και πιο ενωμένη από ποτέ. 

Πίσω από τη συνηθισμένη μεγάλη “παραγωγή” δηλώσεων και διαβεβαιώσεων των συνόδων αυτών υπάρχει πλέον μια δυσάρεστη πραγματικότητα που δεν γίνεται να εξωραϊστεί: Η βεβαιότητα της συνέχειας της Συμμαχίας ως οργάνου έκφρασης της συλλογικής ασφάλειας και του ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ στο δυτικό κόσμο, για πρώτη φορά από την ίδρυσή του, το 1949, έχει πάψει να θεωρείται δεδομένη.

Το ζήτημα δεν είναι πλέον οι “φωνές” του Τραμπ και τα παράπονα των προκατόχων του ότι η Ευρώπη δεν βάζει το χέρι στη τσέπη για να χρηματοδοτήσει την άμυνά της, ούτε καν αν η Ρωσία αντιπροσωπεύει την κύρια απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Είναι ότι η συμμαχία που επιβίωσε του “τέλους της Ιστορίας” και κυριάρχησε στον μεταψυχροπολεμικό, μονοπολικό κόσμο, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα καίριο υπαρξιακό ερώτημα: Μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως ο ακρογωνιαίος λίθος της δυτικής ασφάλειας και ηγεμονίας αν οι Ηνωμένες Πολιτείες πάψουν να βλέπουν την Ευρώπη ως “προέκταση” της παγκόσμιας στρατηγικής τους;

Σιωπηλό ερώτημα

Για τους περισσότερους αναλυτές, αυτό είναι το ερώτημα που θα πλανάται στον αέρα της Άγκυρας τις επόμενες μέρες, όχι οι γνωστές διαμάχες για το ποιος “βάζει” τα περισσότερα στον συμμαχικό κουμπαρά, ή για το ποιος πληρώνει για την ασφάλεια των άλλων.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο αναμφίβολα έχει φέρει αυτή τη συζήτηση στο κέντρο της προσοχής. Οι επανειλημμένοι ισχυρισμοί του ότι η σχέση της Αμερικής με το ΝΑΤΟ "δεν είναι αμοιβαία", το “κατσάδιασμα” του στους Ευρωπαίους να πληρώνουν περισσότερα για την αμυντική θωράκισή τους και να μην περιμένουν τις ΗΠΑ να σηκώσουν όλο το βάρος αλλά και η “απογοήτευσή” του για την απροθυμία των συμμάχων να υποστηρίξουν την απροκάλυπτη επίθεση των ΗΠΑ κατά του Ιράν, αποκαλύπτουν αντικειμενικά ρωγμές στο ΝΑΤΟϊκό οικοδόμημα οι απαρχές των οποίων βρίσκονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Όμως το να χρεωθεί τη συμμαχική “αποσύνθεση” αποκλειστικά η ιδιόμορφη πολιτική προσωπικότητα του Τραμπ, θα συνιστούσε μια βολική πλην παραπλανητική εξήγηση.   

Πολύ πριν ο Τραμπ εμφανιστεί στο πολιτικό προσκήνιο και πριν ακόμη επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, στη δεύτερη θητεία του, οι κυβερνήσεις στην Ουάσιγκτον είχαν αρχίσει να αναθεωρούν τη στρατηγική λογική που καθοδηγούσε την εξωτερική και αμυντική πολιτική τους μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρώτος ο Μπαράκ Ομπάμα ήταν εκείνος που προέτρεψε τους Ευρωπαίους να ανεβάσουν στο 2% του ΑΕΠ τις στρατιωτικές δαπάνες τους. Ακολούθως, ο Τζο Μπάιντεν, παρά την ακλόνητη δέσμευση του στη Συμμαχία, περιέγραφε την Κίνα -όχι τη Ρωσία- ως τη βασική στρατηγική πρόκληση της Αμερικής μακροπρόθεσμα. Η δεύτερη προεδρία του Τραμπ απλώς μετέτρεψε αυτή τη σταδιακή μετατόπιση σε ένα σαφές δόγμα.

Το στρατηγικό κέντρο βάρους της Ουάσινγκτον έχει μετατοπιστεί στον Ινδο-Ειρηνικό. 
Είναι δεδομένο πια πως η Ευρώπη οφείλει να απογαλακτιστεί από την στρατιωτική υποστήριξη της Αμερικής και να αναλάβει η ίδια την ευθύνη της άμυνάς της. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αυτό αλλάζει τα πάντα.

Κούρσα επανεξοπλισμού

Οι αμυντικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται με ρυθμούς που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν εξωπραγματικοί. Τα κράτη μέλη έχουν αποδεχτεί το στόχο της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ τους ως το 2035. Η Γερμανία σέρνει το χορό του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού με τη δική της μεγαλύτερη αύξηση στρατιωτικών δαπανών σε όλη την μεταπολεμική ιστορία της εγείροντας αναπόφευκτα ανησυχίες και συνειρμούς. 

Η Πολωνία ήδη βρίσκεται κοντά στον στόχο του 5% αντιμετωπίζοντας τη Ρωσία ως άμεση απειλή ενώ τα κράτη της Βαλτικής και η Φινλανδία έχουν επίσης αυξήσει θεαματικά τους πόρους τους για τη στρατιωτική ετοιμότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δρομολογήσει νέους μηχανισμούς χρηματοδότησης, έχει ενθαρρύνει τις κοινές στρατιωτικές προμήθειες και έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει την στρατιωτική βιομηχανία ως ουσιαστικό στοιχείο της οικονομικής ασφάλειας της. Με άλλα λόγια, η ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα που τροφοδοτούσε άλλοτε την κούρσα των εξοπλισμών στην Ευρώπη, εδραιώνεται εκ νέου και η σπουδή της στρατικοποίησης είναι πολύ πιο έντονη από εκείνη της αντιμετώπισης της κρίσης της ευρωζώνης, όχι πολλά χρόνια πριν, όταν η αμοιβαιοποίηση του χρέους είχε κηρυχθεί απαράδεκτη και ανίερη. 

Σίγουρα αυτές οι εξελίξεις θα φάνταζαν πολιτικά αδύνατες πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία που σημάνε το τέλος της μεταψυχροπολεμικής τάξης και του σχεδίου της ατέρμονης ΝΑΤΟϊκής επέκτασης προς ανατολάς. Ωστόσο, η θεαματική αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών δεν επιλύει το θεμελιώδες στρατηγικό δίλημμα της Ευρώπης σήμερα.

Η στρατιωτική ικανότητα δεν μπορεί να μετρηθεί απλά με γνώμονα τα μεγέθη των στρατιωτικών προϋπολογισμών. Οι ευρωπαϊκοί στρατοί συνεχίζουν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, τις δορυφορικές επικοινωνίες, την πυραυλική άμυνα, τα συστήματα στόχευσης, την επιμελητειακή υποστήριξη και την πυρηνική αποτροπή των ΗΠΑ για να εξασφαλίσουν αποτελεσματική άμυνα. Αυτές οι δυνατότητες δεν μπορούν να αντικατασταθούν με μερικούς μόνο κύκλους διαδοχικών αυξήσεων στις στρατιωτικές δαπάνες ανεξαρτήτως πολιτικής βούλησης.

Δηλαδή, η Ευρώπη μπορεί να έχει αρχίσει να δαπανά πόρους σαν να ήταν μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται ζωτικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να λειτουργήσει πραγματικά ως τέτοια.

Η ανατολική πλευρά

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές κατά μήκος της ανατολικής πλευράς της Συμμαχίας.

Από το Ελσίνκι μέχρι το Βουκουρέστι, οι κυβερνήσεις εκφράζουν δημόσια και, θα ΄λεγε κάποιος, με πανηγυρικό τόνο, την εμπιστοσύνη τους στο ΝΑΤΟ αλλά κατ’ ιδίαν εμφανίζονται άκρως ανήσυχες για το πόσο πραγματική ή αποτελεσματική είναι η συμμαχική δέσμευση απέναντί τους. Πόσο βέβαια μπορεί να είναι τα εξ’ ανατολών μέλη για την δέσμευση των ΗΠΑ στο άρθρο “5”, για κοινή απάντηση σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον ενός μέλους; Η αμερικανική απάντηση θα είναι άμεση; Ή μήπως θα γίνει πρώτα θέμα πολιτικής συζήτησης στην Ουάσιγκτον; Τέτοια ερωτήματα δεν περιορίζονται πλέον σε ακαδημαϊκά σεμινάρια.

Πρόσφατο δημοσίευμα της αγγλικής Telegraph που επικαλείται Αμερικανούς αξιωματούχους, αναφέρεται στο σενάριο ρωσικής επίθεσης με τη μορφή περιορισμένης διείσδυσης στη Πολωνία προκειμένου να «δοκιμαστεί η αντίδραση του ΝΑΤΟ» απέναντι στη Μόσχα. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προειδοποιήσει τη Βαρσοβία ότι η Ρωσία φέρεται να σχεδιάζει ένοπλη «πρόκληση» σε πολωνικό έδαφος με στόχο να δοκιμάσει τον τρόπο που θα αντιδράσει η Συμμαχία στο σύνολό της.

Αναλύοντας εκτενώς αυτή την κατάσταση, ο Σον Ουόκερ γράφει στον Guardian ότι η υπεράσπιση της ανατολικής πλευράς του ΝΑΤΟ είναι ταυτόχρονα ζήτημα γεωπολιτικής αλλά και ψυχολογικής σημασίας. “Η Ανατολική Ευρώπη υπήρξε μια από τις πιο φιλοαμερικανικές περιοχές του κόσμου μετά την πτώση του κομμουνισμού. Η Πολωνία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 1999, τα τρία κράτη της Βαλτικής προσχώρησαν το 2004 και οι εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ αποτελούν έκτοτε θεμελιώδες μέρος των εθνικών αμυντικών στρατηγικών τους. Τώρα, αυτές οι χώρες αντιμετωπίζουν την πιθανότητα να εγκαταλειφθούν από τον κύριο σύμμαχό τους”, υπογραμμίζει ο αναλυτής.

Ανατολικοευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η ικανότητα αποτροπής της Συμμαχίας 
γίνεται όλο και περισσότερο ζήτημα υπό αίρεση, δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των δυνάμεων που σταθμεύουν κατά μήκος των ανατολικών συνόρων του ΝΑΤΟ αλλά και από το κατά πόσο η αμερικανική βούληση υπάρχει και ασκείται ακλόνητη.

Το κρίσιμο σημείο

Για ορισμένους οξυδερκείς αναλυτές αυτό είναι τώρα το κρίσιμο σημείο: Το κατά πόσο η ασάφεια σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης της Συμμαχίας σε μια εξωτερική απειλή είναι τελικά ένα προτέρημα ή ένα μειονέκτημα. Κανείς - ούτε οι σύμμαχοι, ούτε οι αντίπαλοι, ούτε ίσως η ίδια η Ουάσιγκτον - είναι σε θέση να γνωρίζουν με βεβαιότητα πώς θα αντιδράσει το ΝΑΤΟ σε μια έκτακτη κατάσταση μέχρι μια πραγματική, θερμή κρίση να επιβάλει πολιτικές αποφάσεις που δεν μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων.

Αυτή η αβεβαιότητα είναι ακριβώς ο λόγος που τροφοδοτεί με εντεινόμενη ανησυχία τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής από την Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής ως και τη Φινλανδία, πολύ περισσότερο μάλιστα από οποιαδήποτε διαφωνία σχετικά με την κατανομή των οικονομικών βαρών.

Κατά ένα ειρωνικό τρόπο, το ΝΑΤΟ είναι σήμερα ισχυρότερο στρατιωτικά από ό,τι ήταν πριν από λίγα χρόνια. Οι αναπτύξεις δυνάμεων έχουν διευρυνθεί, οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν αυξηθεί, οι στρατιωτικές ασκήσεις έχουν γίνει μεγαλύτερες και πιο εξελιγμένες. Η απόφαση της Γερμανίας να αναπτύξει για πρώτη φορά μετά τον Β’ ΠΠ δυνάμεις της σε μια άλλη χώρα σε μόνιμη βάση, στη Λιθουανία, σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή στην ευρωπαϊκή οπτική για την ασφάλεια. Το ΝΑΤΟ ξεδιπλώνει επίσης αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο κοινά χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα υποδομών στην ιστορία του, μια ευρεία επέκταση αξίας 26 δισεκατομμυρίων ευρώ του δικτύου αγωγών καυσίμων της εποχής του Ψυχρού Πολέμου που εκτείνεται βαθιά στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη με στόχο την τροφοδοσία των συμμαχικών δυνάμεων σε καιρό πολέμου. Ωστόσο, αυτές οι πρωτοβουλίες συνυπάρχουν με αυξανόμενη πολιτική αβεβαιότητα.

Η προοπτική να αποδυναμωθεί το ΝΑΤΟ όχι από την έλλειψη πόρων ή σχεδιασμού αλλά από την διάβρωση της πολιτικής εμπιστοσύνης των μελών του στις αμοιβαίες δεσμεύσεις υποστήριξης, είναι πάντα υπαρκτή. Η Ρωσία το αντιλαμβάνεται αυτό απόλυτα.

«Σκανάροντας» τη συνοχή

Παρά τα σενάρια που διακινούνται επίμονα τον τελευταίο καιρό για ρωσική επίθεση κατά του ΝΑΤΟ πριν από το τέλος της δεκαετίας, ελάχιστα είναι τα στοιχεία των μυστικών υπηρεσιών που συμφωνούν ότι το Κρεμλίνο διαθέτει αυτή τη στιγμή την συμβατική στρατιωτική ικανότητα για να εξαπολύσει μια μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά της Συμμαχίας.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟϊκό οικοδόμημα είναι πλήρως ασφαλές.

Αντίθετα, η Ρωσία φαίνεται πως είναι αυτή τη στιγμή σε καλύτερη θέση για να εκμεταλλευτεί την πολιτική δυσαρμονία στους συμμαχικούς κόλπους προκειμένου να “τεστάρει” τα αντανακλαστικά και να “σκανάρει” την “πυκνότητα” της ΝΑΤΟϊκής συνοχής χωρίς βέβαια να προκαλέσει μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση.

Τέτοιες τακτικές βασίζονται και αξιοποιούν το κλίμα αβεβαιότητας και ασάφειας.

Αν οι συμμαχικές κυβερνήσεις διαφωνήσουν για το αν μια κυβερνοεπίθεση, μια επίθεση με drones, ή μια πράξη δολιοφθοράς σε ένα μέλος πρέπει να ενεργοποιήσει τις προβλέψεις του  Άρθρου 5, αυτόματα το συμμαχικό πλέγμα προστασίας δείχνει διάτρητο, η ικανότητα αποτροπής δείχνει ατροφική.

Το ενδεχόμενο ενός τέτοιου σεναρίου εξηγεί γιατί ο Γενικός Γραμματέας Μαρκ Ρούτε έχει θέσει ως καθοριστικό στόχο της συνόδου της Άγκυρας την πολιτική ενότητα και όχι την στρατιωτική ικανότητα.

Ο τρόπος που προσεγγίζει διπλωματικά αυτό το στόχο δέχεται έντονη κριτική, ιδιαίτερα για το πρόδηλο “καλώπιασμα” του Τραμπ και την εμφανή προσπάθειά του να κολακεύσει το εγώ του προέδρου. 

Για ορισμένους, δεν έχει άλλη επιλογή εφόσον παραμένει προσηλωμένος στην προσπάθεια διατήρησης της αμερικανικής σύνδεσης με το ΝΑΤΟ. Μια δημόσια αντιπαράθεση του Ολλανδού γραμματέα με την Ουάσινγκτον θα ικανοποιούσε σίγουρα το ευρωπαϊκό κοινό αλλά παράλληλα θα επιτάχυνε ακριβώς αυτό που οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θέλουν να αποφύγουν, δηλαδή μια ταχύτερη αμερικανική αποδέσμευση από την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Το κατά πόσον αυτή η τακτική μπορεί να είναι επιτυχημένη, είναι κάτι που απομένει να φανεί. 

Όμως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η Ευρώπη “πηγαίνει” πολύ πιο πέρα ​​από την προεδρία Τραμπ. Ακόμα κι αν μια άλλη, μελλοντική κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον επιστρέψει στην “παραδοσιακή” σχέση με το ΝΑΤΟ, οι δομικές δυνάμεις που αναδιαμορφώνουν την αμερικανική ευρύτερη στρατηγική στην παγκόσμια σκηνή είναι απίθανο να εξαφανιστούν. 

Ο ανταγωνισμός με την Κίνα, οι δημοσιονομικές πιέσεις και ο αυξανόμενος εγχώριος σκεπτικισμός απέναντι στις δεσμεύσεις στο εξωτερικό, συνηγορούν υπέρ της εκτίμησης ότι και μετά τον Τραμπ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να απαιτούν από τους Ευρωπαίους να σηκώνουν οι ίδιοι το μεγαλύτερο βάρος της άμυνά τους.
Αυτή η προοπτική θα έχει βαθιές επιπτώσεις σε βάθος χρόνου.

Νέα εποχή

Για μια μεγάλη περίοδο, η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία απορρίπτονταν είτε ως μια μη ρεαλιστική, γαλλική φιλοδοξία είτε ως μια περιττή επικάλυψη του ΝΑΤΟ. Σήμερα θεωρείται μια συνετή διαχείριση κινδύνου. Ο στόχος δεν είναι πλέον η ευρωπαϊκή “ανεξαρτησία” από τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά η ανθεκτικότητα της Ευρώπης σε περίπτωση μειωμένου αμερικανικού ρόλου.

Εν κατακλείδι, η Ευρώπη δεν προετοιμάζεται να αντικαταστήσει το ΝΑΤΟ. Προετοιμάζεται για ένα ΝΑΤΟ υπό το οποίο η Ουάσιγκτον θα παρέχει στρατηγική καθοδήγηση, πυρηνική αποτροπή και προηγμένες τεχνολογικές δυνατότητες και από την πλευρά τους οι Ευρωπαίοι θα έχουν την κύρια ευθύνη για την άμυνα τους με συμβατικά μέσα.

Για να πετύχει όμως ένας τέτοιος μετασχηματισμός θα πρέπει να υπάρχει πολιτική βούληση και κυρίως εμπιστοσύνη, όχι μόνο συσσώρευση πόρων ή υπεροπλία. Οι στρατιωτικές δυνατότητες μπορούν να αποκτηθούν με την πάροδο του χρόνου, η πολιτική βούληση αν δεν υπάρχει… δεν υπάρχει.

Η σύνοδος κορυφής της Άγκυρας, όσο κι αν είναι κομβική, δεν θα αλλάξει δραματικά το στάτους της Συμμαχίας. Θα σηματοδοτήσει τη στιγμή που τα μέλη της θα αναγνωρίσουν σιωπηλά- δίχως απαραίτητα να το παραδεχθούν δημόσια- ότι το βορειοατλαντικό οικοδόμημα  στο οποίο βασίστηκε μεταπολεμικά η ευρωπαϊκή ασφάλεια και ο δυτικός ηγεμονισμός στην μεταψυχροπολεμική εποχή, ακολουθεί κι αυτό αναπόφευκτα την εξελικτική διαδικασία.

Σίγουρα το ΝΑΤΟ δεν θα διαλυθεί. Ένα από τους βασικούς πυλώνες της Δύσης, αν όχι ο βασικότερος, που οικοδομήθηκε πάνω στην αμερικανική ισχύ και την ευρωπαϊκή εξάρτηση εξυπηρετούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα την μεγάλη στρατηγική των ΗΠΑ στην παγκόσμια σφαίρα. Αυτός ο χαρακτήρας τώρα έχει αλλάξει.

Για τους επαΐοντες του συμμαχικών μυστικών, η πρόκληση που θα κληθούν να  αντιμετωπίσουν οι ΝΑΤΟϊκοί ηγέτες στην Άγκυρα δεν θα είναι το πως θα διατηρήσουν τον χαρακτήρα της Συμμαχίας στην τρέχουσα μορφή της αλλά το πως θα διαχειριστούν τον μετασχηματισμό της χωρίς να επιτρέψουν η αβεβαιότητα για το μέλλον της να εκληφθεί ως τρωτότητα. Πρέπει να δείξουν με κάθε τρόπο στη Μόσχα ότι η συλλογική άμυνα παραμένει αξιόπιστη και στη περίπτωση που χρειαστεί, θα ασκηθεί αποφασιστικά. Και παράλληλα να πείσουν το ευρωπαϊκό κοινό και ειδικά τα νεόκοπα εξ΄ανατολών μέλη, ότι οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας εξακολουθεί να έχουν πολιτική αξία. Το διακύβευμα αυτής τη συνόδου δεν θα είναι η εξεύρεση πόρων ή το μοίρασμα των βαρών, θα είναι η ανανέωση της πολιτικής εμπιστοσύνης στον βορειο-ατλαντισμό. 

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα που αιωρείται ήδη πάνω από την Άγκυρα ίσως είναι κάπως παράδοξη. Ναι, είναι πιθανό να υπάρξει ζωή μετά το ΝΑΤΟ που γνωρίζουμε.

Αλλά σχεδόν σίγουρα αυτό το ΝΑΤΟ θα έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Θα είναι λιγότερο αμερικανικό, σαφώς πιο ευρωπαϊκό, ως εκ τούτου στρατηγικά πιο αυτόνομο, και πολιτικά πιο συναλλακτικό. Ακριβώς για αυτούς τους λόγους θα δείχνει πιο εύθραυστο, ίσως κατακερματισμένο, με ασθενέστερη συνοχή. 

Το αν αυτή η εξέλιξη θα αντιπροσωπεύει το success story μιας επιτυχημένης προσαρμογής ή την απαρχή μιας σταδιακής διάβρωσης, είναι κάτι που θα το “αποφασίσει” το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, η ευρύτερη αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ασφάλειας τις επόμενες δεκαετίες θα εισέλθει σε νέα φάση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0