Από την πρώτη μέρα διεξαγωγής του φετινού Φεστιβάλ Καννών η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη πολιτικά, όπως ήταν επόμενο μετά τα γεγονότα που έριξαν σκιά στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου εξαιτίας της αμφιλεγόμενης τοποθέτησης του Βιμ Βέντερς, ακόμη κι αν δεν υπήρξαν ευθείες αναφορές στους πολέμους στην Ουκρανία, στη Γάζα και στο Ιράν. Ο πρόεδρος της επιτροπής Παρκ Τσαν-γουκ ξεκαθάρισε πως η Τέχνη και η πολιτική δεν είναι έννοιες που συγκρούονται: «Μόνο και μόνο επειδή ένα έργο τέχνης περιέχει πολιτικό μήνυμα δεν πρέπει να θεωρείται εχθρός της Τέχνης. Αντίστοιχα, μια ταινία χωρίς πολιτική δήλωση δεν πρέπει να αγνοείται. Αν μια πολιτική θέση δεν εκφράζεται καλλιτεχνικά, καταλήγει απλώς προπαγάνδα».
Στην ίδια συνέντευξη Τύπου ο σεναριογράφος Πολ Λάβερτι, στενός συνεργάτης του Κεν Λόουτς, αναφέρθηκε στις άτυπες «μαύρες λίστες» που, όπως υποστήριξε, πλήττουν καλλιτέχνες οι οποίοι μιλούν ανοιχτά για τη Γάζα, αναφερόμενος στη Σούζαν Σαράντον και στον Χαβιέ Μπαρδέμ. Ωστόσο, λίγες ημέρες αργότερα ο Χαβιέ Μπαρδέμ, που πρωταγωνιστεί στο συναισθηματικό θρίλερ του Ροντρίγκο Σορογκόγιεν με τίτλο «Beloved», είχε μια ελαφρώς διαφορετική τοποθέτηση, λέγοντας: «Δεν ξέρω αν υπάρχει μαύρη λίστα. Εγώ συνεχίζω να έχω πολλές προτάσεις σε όλο τον κόσμο», αποδίδοντας τη μεταστροφή του κλίματος στη νέα γενιά και στη δύναμη των εικόνων που διακινούνται μέσω των κοινωνικών δικτύων. Παράλληλα, χαρακτήρισε όσα συμβαίνουν στη Γάζα «απαράδεκτα και εγκληματικά», τονίζοντας ότι «δεν μπορεί να υπάρξει καμία δικαιολογία για αυτή τη γενοκτονία».
Ιδιαίτερα ηχηρή ήταν και η παρέμβαση της Κέιτ Μπλάνσετ σε ένα masterclass του Φεστιβάλ, όταν ρωτήθηκε για το αν ο κόσμος έχει κουραστεί από το φεμινιστικό ρεύμα του MeToo. Η ηθοποιός υπερασπίστηκε με πάθος το κίνημα, σημειώνοντας ότι έδωσε σε χιλιάδες γυναίκες από όλα τα κοινωνικά στρώματα, διαφορετικές κουλτούρες και ηλικίες τη δυνατότητα να μιλήσουν δημόσια και με σχετική ασφάλεια για εμπειρίες κακοποίησης. «Ποιος θέλει να σταματήσει αυτό το ρεύμα;» αναρωτήθηκε, υποστηρίζοντας πως η αποσιώπηση ενός προβλήματος δεν επιτρέπει καμία πρόοδο. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ανισότητα παραμένει έντονη στη βιομηχανία του κινηματογράφου: «Κάθε πρωί στα γυρίσματα κάνω μια καταμέτρηση και βλέπω 10 γυναίκες και 75 άντρες. Αγαπώ τους άντρες, αλλά κάποια στιγμή γίνεται ενοχλητικό».
Παράλληλα με τις λαμπερές πρεμιέρες του Φεστιβάλ λαμβάνει χώρα μία από τις σοβαρότερες κρίσεις που έχει γνωρίσει τα τελευταία χρόνια το γαλλικό σινεμά. Περισσότεροι από 600 άνθρωποι που εργάζονται στη βιομηχανία υπέγραψαν ανοιχτή διαμαρτυρία κατά του Canal+ και του ιδιοκτήτη του Βενσάν Μπολορέ, επιχειρηματία, που είναι γνωστό ότι συνδέεται ιδεολογικά με τη γαλλική Ακροδεξιά. Στο κείμενο που υπεγράφη καταγγέλλεται ότι η αυξανόμενη συγκέντρωση ισχύος στα χέρια του ομίλου απειλεί την πολυφωνία και την καλλιτεχνική ανεξαρτησία του γαλλικού κινηματογράφου. Η πρόσφατη διεύρυνση της παρουσίας του Canal+ στην αγορά αιθουσών ενισχύει τις ανησυχίες για έναν πιο ελεγχόμενο πολιτιστικό χώρο που θα επηρεάσει τις εκλογές του 2027 καθώς θα σημειωθεί συγκέντρωση ισχύος στα χέρια μιας παντοδύναμης εταιρείας με αμφίβολα καλλιτεχνικά κριτήρια και σχέδια. Ο διευθυντής του Canal+ φημολογείται ότι απείλησε πως οι υπογράφοντες θα αποκλειστούν από μελλοντικές συνεργασίες.
Όσον αφορά τις λιγοστές φέτος αμερικανικές παρουσίες, ιδιαίτερης σημασίας ήταν η τοποθέτηση του ηθοποιού Σεμπάστιαν Σταν, που στη συνέντευξη Τύπου για τη νέα του ταινία «Fjord» δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε δεινή θέση εξαιτίας του Προέδρου. Αναφερόμενος και στην εμπειρία του από το «The Apprentice» όπου υποδυόταν τον Ντόναλντ Τραμπ, ο ηθοποιός περιέγραψε ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό περιβάλλον λέγοντας: «Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια πραγματικά, πραγματικά κακή κατάσταση», επικαλούμενος τον συγκεντρωτισμό και τις συγχωνεύσεις στα μέσα ενημέρωσης, τη λογοκρισία, τις απειλές σε όσους προβαίνουν σε αντικυβερνητικές δηλώσεις. Η συνεργασία του Σεμπάστιαν Σταν με τον Ρουμάνο σκηνοθέτη Κριστιάν Μουνγκίου στην ταινία «Fjord» γνώρισε θερμή υποδοχή στις Κάννες, αποσπώντας δεκάλεπτο όρθιο χειροκρότημα.
