Πέντε γυναίκες, σε ένα λευκό αφαιρετικό σκηνικό, καθισμένες σε μερικούς λευκούς πάγκους. Πίσω τους δεσπόζει ένας τοίχος καλυμμένος από φωτογραφικά πορτρέτα, ασπρισμένα κι αυτά από τη χρονική απόσταση. Φυσιογνωμίες άγνωστες μα οικείες, όπως τα άπειρα πρόσωπα των Μικρασιατών προσφύγων, ζωντανών και πεθαμένων, που μνημείωσε ο φωτογραφικός φακός στη συλλογική μας μνήμη. Ανάμεσά τους πατεράδες και γιαγιάδες, όπως θα μάθουμε αργότερα, των πέντε ηθοποιών... Καθισμένες μπροστά μας, πιάνουν ένα αργόσυρτο σκοπό, ανατολίτικο, όμως καθόλου θλιμμένο, που στο δεύτερο τραγούδι θα γίνει χαρούμενος, σκωπτικός...
Μόλις αποσώσουν, ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος εξηγεί γιατί καταπιάστηκε για μια ακόμη φορά με τον Κοινό λόγο, τη συλλογή μαρτυριών της Έλλης Παπαδημητρίου που ο ίδιος μετέτρεψε σε θεατρική παράσταση το 1997, εγκαινιάζοντας έτσι το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Μπορεί το παλιό πηγάδι και η αυλή να μην υπάρχουν πια, να έχουν αντικατασταθεί από το φουαγιέ του θεάτρου, όμως οι μνήμες του από την Έλλη Παπαδημητρίου και τις πρώτες απόπειρες να δώσει θεατρική μορφή σε αυτόν τον συλλογικό αφηγηματικό ποταμό, που αρχίζουν στα 1980, είναι πάντα ζωντανές. Σήμερα, που συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τον θάνατο της Έλλης Παπαδημητρίου και που "ξαναζούμε μέσα στη χώρα μας την προσφυγιά και τη μετανάστευση", το έργο γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο, "ιδιαίτερα μάλιστα μπροστά στην άνοδο της Ακροδεξιάς και του φασισμού".
Έτσι, στις 19 και 20 Ιουνίου παρουσιάζει μια νέα εκδοχή του Κοινού λόγου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 260, και στη συνέχεια σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Δίπλα του σε αυτό το ταξίδι πέντε δοκιμασμένες ηθοποιοί, με μόνη την Μαρία Κατσανδρή από το παλιό σχήμα να συμμετέχει σε αυτό το "καινούργιο ταξίδι, με νέες σχέσεις και νέο βλέμμα". Σε όσα "μεταλαμπάδευσαν στις νέες τους πατρίδες οι πρόσφυγες, κάνοντας μια νέα αρχή, όπως κι εμείς που ζούμε σε ένα τέλος εποχής", μίλησε η Ελένη Κοκκίδου, ενώ η Λυδία Κονιόρδου, αφού σημείωσε τη διπλή έννοια του "κοινού", δηλαδή του καθημερινού και του συλλογικού, σημείωσε ότι οι γυναίκες καταφάσκουν στη ζωή και αναλαμβάνουν να διατηρήσουν τη μνήμη μέσα από την ανθρωπιά, χωρίς μίσος. Έτσι, "ο πόνος τους γίνεται τραγούδι, γίνεται έπος, παραμύθι", για να καταλήξει πως "οι πρόσφυγες φέραν το φως τους σε αυτόν τον τόπο. Αυτό το φως κι αυτήν την αλληλεγγύη που κατάφεραν να επιδείξουν πρέπει να βρούμε κι εμείς ξανά σήμερα".
Δείχνοντας την γιαγιά της ανάμεσα στις φωτογραφίες του σκηνικού του Αντώνη Δαγκλίδη, η Ελένη Ουζουνίδου τόνισε ότι η επιλογή των αποσπασμάτων άλλαξε ελαφρώς, προκειμένου να συμπεριλάβει τη συγκλονιστική εμπειρία των προσφύγων του Πόντου, ενώ η Τάνια Παλαιολόγου σημείωσε πως το κείμενο την άγγιξε όπως η φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου, δεν παρέλειψε όμως να υπογραμμίσει πως "μέσα από αυτήν την παράσταση θέλουμε πιο πολύ να μιλήσουμε για το σήμερα".