Live τώρα    
Ένας «Πατέρας» στο «Θέατρο Βαφείο»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ένας «Πατέρας» στο «Θέατρο Βαφείο»

Για το θέατρο του Στρίντμπεργκ και ειδικά για τον «Πατέρα», έχω γράψει πολλές φορές την άποψή μου. Δεν θα επαναλάβω τα ίδια. Θα ξανατονίσω μόνο την οργανική σχέση που συνδέει το επιφανειακά «νατουραλιστικό» ή ρεαλιστικό θέατρό του με την αρχαιοελληνική Τραγωδία. Ο Στρίντμπεργκ είναι ένας μύστης της Τραγωδίας, που δεν επιδιώκει την αναπαραγωγή μιας νεκρής φόρμας, αλλά στοχεύει στον πυρήνα της, τα «εν φιλίαις πάθη», δηλαδή τις οικογενειακές συγκρούσεις, μέσα στον «οίκο». Στον «Πελεκάνο» π.χ. κατορθώνει να «χωρέσει» σε ένα αστικό σαλόνι όλη τη δυναμική της αισχυλικής «Ορέστειας». Ενώ στον «Πατέρα» σχολιάζει την ασίγαστη πάλη για την «αρχή», μέχρι τελικής επικράτησης, ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα. Ποιος τελικά "γεννά"; Ο άνδρας ή η γυναίκα; Και σε ποιον ανήκει το παιδί;

Ο «Πατέρας» είναι ένα ιδιοφυές σχόλιο επάνω στην περίφημη ρήση του Αισχύλου, ότι «ο άνδρας γεννά και η γυναίκα τίκτει», για την ερμηνεία της οποίας έχουν χυθεί μέχρι σήμερα ποταμοί μελάνης. Το ζήτημα είναι ότι ο τραγικός ποιητής δεν υποβιβάζει αναγκαστικά ούτε υποτιμά τη γυναίκα, με τον πιο πάνω αφορισμό του, όπως πολλοί πιστεύουν. Την εξισώνει, αντίθετα, με τη μάνα γη! Αν δούμε πιο ψύχραιμα το πράγμα, ίσως να αντιληφθούμε ότι ο τραγικός ποιητής δεν μας μιλά για τον βιολογικό τοκετό, αλλά για τον «τόκο», κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο «τόκος», προνόμιο της γυναίκας, είναι δημιουργία. Ενώ η «σπορά» παιδιών δεν καθιστά αυτομάτως τον άνδρα «πατέρα». Η πατρότητα γεννιέται πάντα στη συνείδηση του άνδρα. Με αυτήν την έννοια «γεννά» ο άνδρας και αυτό δηλώνει ο μύθος της γέννησης της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία. Με την πιο πάνω «απόφανση» του τραγικού ποιητή, περνάμε από την πατρότητα - ιδιοκτησία του άνδρα επάνω στα «γεννήματα» της γυναίκας του, στην πατρότητα - πατρότητα. Το πρόβλημα του «ίλαρχου» στον «Πατέρα» είναι ότι δεν μπορεί να υψώσει απέναντι στην πρωτόγονη ενστικτώδη «μητρότητα» της γυναίκας τη δική του, συνειδητή «πατρότητα» του άνδρα, επειδή δεν τη «φέρει» εν δυνάμει μέσα του. Έχει «ευνουχισθεί», μας πληροφορεί ο συγγραφέας, σε πολύ νεαρή ηλικία από ένα μνημειακό, δεσπόζον θηλυκό «υπερεγώ», κάτω από την καταλυτική σκιά του οποίου μεγάλωσε και «ανδρώθηκε», όσο του επέτρεψε το παντοδύναμο είδωλο της «Μεγάλης Μητέρας» και το πιστό της ομοιότυπο, η τροφός... Το πρόβλημα της ενστικτώδους βιολογικής μητέρας, «Λάουρας», είναι ότι αρνείται να περιοριστεί στο δικό της δίκαιο, που είναι ο «τόκος», και να αναγνωρίσει στον πατέρα τα δικαιώματα του γεννήτορα. Διεκδικεί και τους δύο ρόλους, θέλει το παιδί αποκλειστικά «δικό της». Στο έργο του Στρίντμπεργκ λύση δεν υπάρχει και ο «πατέρας» οδηγείται στην παραφροσύνη, μέσα από τη δική του αμφιβολία για την πατρότητα, που σκόπιμα συνδαυλίζει με μαεστρία η γυναίκα του.

Ο Στρίντμπεργκ δεν περιγράφει μια συζυγική σύγκρουση μέσα σε αστικό σπίτι, αλλά μια εν δυνάμει σύγκρουση αρχετυπικών συμβόλων, της πατρικής και της μητρικής αρχής. Τα πρόσωπά του έχουν τραγικό μέγεθος.

Η παράσταση (για δεύτερη χρονιά) στο «Θέατρο Βαφείο - Λάκης Καραλής», στην καλή απόδοση του Νίκου Γκάτσου, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Βούρου, «διαβάζει» το έργο σε ένα πρώτο, νατουραλιστικό επίπεδο και το αποτυπώνει στη σκηνή σαν αστικό δράμα κατ' αρχάς, αλλά με κάθετες ρωγμές που διατρέχουν την πρόσοψη και παραπέμπουν σε μαύρη, θυσιαστική τελετή. Η Μαρία Σκούπα (Λάουρα) αξιοποιεί τη θητεία της στην τραγωδία και φτιάχνει μια αναγνωρίσιμη αρχετυπική φιγούρα επίφοβης «τρομερής μητέρας» ιέρειας (Κλυταιμήστρα), πιο πολύ μεσογειακής παρά Βαλκυρίας. Το «μινωικό» κοστούμι της (Δημήτρης Ανδριανός) συμβάλλει σε αυτό. Ο Γιώργος Βούρος δίνει τον Ίλαρχο σαν «ραγισμένο βάζο», που μοιάζει συμπαγές, αλλά είναι έτοιμο να καταρρεύσει στην παραμικρή εξωτερική επαφή. «Παίζει» τον Αγαμέμνονα - θύμα. Η ενδιαφέρουσα αυτή προσέγγιση συμπληρώνεται με τον ικανό, αλλά κάπως υπερβολικό πάστορα (Δημήτρης Ανδριανός), την πολύ καλή Γεωργία Ζώη στον ρόλο της τροφού (η σκηνή του τέλους άψογη), τους Σπύρο Ασημακόπουλο, Λάμπρο Κόκκορη, Θοδωρή Ανθόπουλο και την υποσχόμενη Ελένη Σταυράκη (Βέρθα). Η μουσική επιμέλεια είναι του σκηνοθέτη, οι φωτισμοί των Ανδρέα Σκούρτη, Σάββα Σουρμελίδη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0