Live τώρα    
Η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού στην Επίδαυρο / «Ν» όπως «Νο» και «Νέκυια»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού στην Επίδαυρο / «Ν» όπως «Νο» και «Νέκυια»

Του Λέανδρου Πολενάκη

Το Θέατρο «Νο» γεννήθηκε στην Ιαπωνία του 14ου αιώνα μ.Χ. Είναι δημιούργημα δύο σπουδαίων ποιητών που ενσωμάτωσαν σε αυτό παλαιότερες παραδόσεις, ποιήματα και τμήμα της διδασκαλίας του «Ζεν»: του Κανάμι Κιγιουτσούγκου και του γιού του, Ζεάμι Μοτοκίγιο. Ο δεύτερος είναι και ο θεωρητικός του «Νο», καθώς συνέταξε τον κώδικά του που μεταβιβαζόταν μυστικά από γενιά σε γενιά και έμεινε απόκρυφος ώς τα μέσα του περασμένου αιώνα.

Το «Νο» είναι ένα αυστηρά στυλιζαρισμένο θεατρικό είδος, με συγκεκριμένες χειρονομίες που σημαίνουν. Η σκιά ενός νεκρού έρχεται πάντοτε σε αυτό, επιστρέφοντας στα μέρη όπου έζησε, μη μπορώντας να βρει την ανάπαυση και να απαλλαγεί από τα βάσανα της πρότερης ζωής του. Συναντιέται με ζωντανούς ανθρώπους και τους αφηγείται τις περιπέτειές του. Το «Νο», κατά βάση αφηγηματικό είδος θεάτρου, βρίσκεται στους αντίποδες της Δυτικής θεατρικής αντίληψης, η οποία στηρίζεται στο αριστοτελικό: «…δρώντων, ουχί δι' απαγγελίας». Το «Νο» στηρίζεται, αντίθετα, στο «δι' απαγγελίας». Διαθέτει κλειστή φόρμα, που εμπεριέχει δρώσα αφήγηση, με τη συνοδεία μουσικής από συγκεκριμένα όργανα, και με τον «αοιδό» άλλοτε να αφηγείται και άλλοτε να υποδύεται. ΄Όπως στο ελληνικό έπος. Η ίδια η φόρμα του είναι η δράση.

Το «Νο» δεν περιέχει χαρακτήρες με τη συμβατική έννοια του όρου. Τα έργα του τα διαπερνούν ακραία συναισθήματα, που υπερβαίνουν τους ατομικούς χαρακτήρες. Το συναίσθημα στην ιαπωνική κουλτούρα εν γένει πρέπει να ενδυθεί μια φόρμα για να υπάρξει.

Τα αφηγούμενα γεγονότα συμπυκνώνουν ιστορίες πάθους που, τυχόν αναπτυσσόμενες με τον Δυτικό τρόπο, θα ελάμβαναν την μορφή πλήρων θεατρικών έργων, μυθιστορημάτων κ.ά. Το «Νο» είναι θέατρο τελετουργικό, με την έννοια της τελετουργίας ως μέρους του καθημερινού μας βίου, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, στη συνέντευξή του. Τελετουργική με την ίδια σημασία του όρου είναι και η αρχαία επική ή δραματική ποίηση.

Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είδαμε μια αυθεντική, ιαπωνική παράσταση, με το θέατρο «Νο» του σπουδαίου Ροκούρο Γκένσο Ουμεουάκα, σε συνδυασμό με τη δική μας λ' ραψωδία της Οδύσσειας («Νέκυια») δραματουργημένη από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Το «Νο» του Ροκούρο Γκένσο αφομοίωσε «φυσικά» και «αφηγήθηκε» ολόκληρη την ομηρική ραψωδία, θέμα της οποίας είναι η κάθοδος του Οδυσσέα ζωντανού στον Κάτω Κόσμο και η συνάντησή του, εκεί, με τους προσφιλείς νεκρούς του. Μια γόνιμη συνάντηση των δύο πολιτισμών, που μπορεί να προσφέρει πολλά, και όχι μόνο στον τομέα του θεάτρου.

Πριν λίγα χρόνια ο σπουδαίος διανοητής Κορνήλιος Καστοριάδης, στη γνωστή «Διάλεξη του Λεωνιδίου», απομονώνοντας ένα μέρος της «Νέκυιας», τη συνάντηση του Οδυσσέα με το φάσμα του Αχιλλέα, θέλησε να αποδείξει, μέσω αυτού, την κάμψη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων του όγδοου αιώνα π.Χ. Δεν είμαι σε θέση να πω εάν αυτό είναι σωστό, αλλά είμαι βέβαιος ότι το θρησκευτικό αίσθημα των Ελλήνων εκείνης της εποχής υπέστη μεταβολές τόσες όσες όλοι οι επόμενοι αιώνες μαζί δεν επέφεραν. Επειδή το πέρασμα από τη ζωόμορφη, τοτεμική φάση της θρησκευτικής λατρείας στον θρησκευτικό ανθρωπομορφισμό, είναι μια τομή πιο ριζική από ό,τι το πέρασμα από τον ανθρωπομορφικό πολυθεϊσμό στον ανθρωπομορφικό μονοθεϊσμό. Σε αυτό το πέρασμα «αφανίστηκαν» μόνο οι «άνω» θεοί, ενώ διατηρήθηκαν οι «κάτω», του Άδη. Στη λαϊκή εκδοχή του ανατολικού Χριστανισμού, δεν υπάρχουν η κόλαση και ο παράδεισος, υπάρχει μόνον ο κοινός για όλους Άδης. Και ο θάνατος δεν είναι ένα τέλος, είναι ένας άλλος τόπος. (Κάτι ήξερε ο επαΐων Εμμανουήλ Ροΐδης). Το ίδιο ισχύει και για τον ιαπωνικό πολιτισμό. Κοινός μας τόπος είναι ο Άδης.

Η «Νέκυια» είναι λοιπόν πάρα πολύ κοντά μας. Η ομηρική εποχή δεν απέχει χρονικά τόσο όσο πιστεύουμε.

Το πείραμα του «δεινού οιακοστρόφου» Μιχαήλ Μαρμαρινού πέτυχε να μας συνδέσει πάλι με μια οικουμενική, κοινή παράδοση και να μας ταξιδέψει καθέτως, όχι οπισθοδρομώνας, στον χρόνο, όπως, επίσης εύστοχα, παρατηρεί στη συνέντευξή του. Με τη βοήθεια και της πολύμοχθης μετάφρασης του Δημήτρη Μαρωνίτη, στον ρόλο ομηρικού λαμνοκόπου.

Το σημείωμα αυτό δεν επιχειρεί να κρίνει τους Ιάπωνες καλλιτέχνες, ο συντάκτης κρίνει τον εαυτό του αναρμόδιο. Εκφράζει μόνο τον θαυμασμό του για την τεχνική και για την ψυχή τους. Το «Νο» «είναι το θηκάρι μιας μεγάλης ψυχής», θα έλεγε ο Καζαντζάκης.

Φώτο: Εύη Φυλακτού

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0