Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει ήδη πετύχει να στρέψει τα φώτα πάνω του, ενόψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στις 7-8 Ιουλίου στην Άγκυρα. Η συζήτηση για τον ρόλο της Τουρκίας και για τις σχέσεις του Τούρκου Προέδρου με τον Τραμπ είναι μεγαλύτερη από τη συνολική συζήτηση για το τι θα αποφασίσουν οι 32 ηγέτες για τη Συμμαχία.
Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται να έχει στόχους ισχυρούς, όχι μόνο ενόψει της συνόδου αλλά και γενικότερα, σε μια περίοδο που η κινητικότητα είναι επικίνδυνα γρήγορη. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ένας παράγοντας εύκολης προσαρμογής που δεν θέτει δύσκολα ζητήματα στους συμμάχους, στους Αμερικανούς ή στους Ευρωπαίους.
Η σχέση με τους ισχυρούς και η Λευκωσία
Ο Κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του εμφανίζονται ικανοποιημένοι από την καλή σχέση που διατηρούν με τον ισχυρό Τραμπ (κυρίως διά του Νετανιάχου) αλλά και με το Παρίσι, και δευτερευόντως με το Βερολίνο.
Η προσπάθεια είναι να ενταχθεί η Κύπρος σε ένα σύστημα ασφάλειας εντός της Ε.Ε., με τη Γαλλία να εμφανίζεται άμεσα ενδιαφερόμενη. Η Κύπρος παραχωρεί αεροδρόμια και λιμάνια στους Γάλλους, εμμέσως στην Ε.Ε. Με αυτό τον τρόπο η Κύπρος θα ενταχθεί στο σύστημα ασφάλειας της Δύσης, αφού δεν μπορεί να ενταχθεί απευθείας στο ΝΑΤΟ, λόγω του βέτο της Τουρκίας. Τη συμμετοχή της Κύπρου σε ένα σύστημα ασφάλειας με ευρωπαϊκά -κατά βάση- χαρακτηριστικά, τη θέλουν και οι Αμερικανοί.
Οι επιδιώξεις Μητσοτάκη στηρίζονται ευρύτερα και στην καλή σχέση που έχει με τον Νετανιάχου, σχέση που προκαλεί αντιφάσεις και επικίνδυνα προβλήματα για την Ελλάδα. Η ημι-διακηρυγμένη πολιτική «είμαστε με τους ισχυρούς» αντικατοπτρίζει και τις σχέσεις με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, συνακόλουθα με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Είναι ερώτημα -με δύσκολες και ασαφείς απαντήσεις- αν οι επιδιώξεις Μητσοτάκη αντισταθμίζουν τις τουρκικές επιδιώξεις, όπως και τις τουρκικές απειλές σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.
Ο Ερντογάν, η Χεζμπολάχ και ο Τραμπ
Το τελευταίο διάστημα είναι ο Τραμπ που έχει στρέψει τα φώτα στον Ερντογάν, ενόψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ. Οι δηλώσεις του Τραμπ, παρουσία του γ.γ. του ΝΑΤΟ Μ. Ρούτε, παραπέμπουν στο ενδιαφέρον του Λευκού Οίκου για την Άγκυρα.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι πάει στην Άγκυρα «με ένα μεγάλο δώρο», τους κινητήρες F110-GE-129 για το μαχητικό ΚΑΑΝ, αλλά και την προοπτική απόκτησης των μαχητικών F-35. Μίλησε θετικά για την Τουρκία γενικά: «Κοιτάξτε, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Κάποιοι δεν το θεωρούν έτσι, αλλά στην πραγματικότητα είναι. Είναι ισχυρό μέλος του ΝΑΤΟ. Ναι, πιθανότατα θα κάνω κάτι που θα τους χαροποιήσει πολύ» ανέφερε.
Οι πληροφορίες θέλουν την αμερικανική κυβέρνηση να σχεδιάζει την πώληση 80 κινητήρων της General Electric στην Τουρκία, οι οποίοι θα τοποθετηθούν στο τουρκικής κατασκευής μαχητικό ΚΑΑΝ, όπως επίσης και να εξετάζει την προοπτική πώλησης F-35 στη χώρα.
Στην Ουάσιγκτον κάθε κίνηση προς την Τουρκία προκαλεί αντιπαραθέσεις, καθώς στο Κογκρέσο παραμένουν ισχυρές επιφυλάξεις μετά την αγορά των ρωσικών S-400 και την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35. Γιατί όμως αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον του Τραμπ για τον Ερντογάν; Για την Χεζομπολάχ!
Ο Τραμπ θεωρεί ότι η Τουρκία όχι μόνο πρέπει να συνεχίζει να έχει αυξημένο ρόλο στη Συρία, αλλά να έχει ρόλο και στον Λίβανο. Οι καλές σχέσεις του Τούρκου Προέδρου με την Χεζμπολάχ (όπως και με τη Χαμάς) μπορεί σε αυτή τη φάση να τον βοηθήσουν. Θέλει κάποιον να πείσει τη Χεζμπολάχ να υπαναχωρήσει από τις σκληρές θέσεις της, να μην συνεχίσει αυτή την ώρα τον πόλεμο με το Ισραήλ· αυτός ο κάποιος μπορεί να είναι ο Ερντογάν.
Αν αυτό γίνει, τότε στη συνέχεια ο Τραμπ θα πει στον Νετανιάχου, αφού η Χεζμπολάχ κάνει βήματα συμβιβασμού πρέπει να κάνεις και εσύ και να σταματήσεις τον πόλεμο στον Λίβανο. Ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται για μία ακόμα φορά τη συγκυρία παζαρεύοντας τα δικά του θέματα. Κανείς δεν ξέρει αν πράγματι ο Ερντογάν μπορεί να μεταπείσει τη Χεζμπολάχ, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την Τεχεράνη. Ο Ερντογάν όμως έχει βρει χώρο για παζάρια. Στρέφοντας όλη την προσοχή πάνω του, ωσάν η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ να είναι μια τουρκική υπόθεση ή μια υπόθεση των σχέσεών του με τον Τραμπ.
Η Ουκρανία και η ευρωπαϊκή άμυνα
Η αλήθεια είναι πως η χρησιμότητα της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ εμφανίζεται και πάλι αυξημένη. Το ΝΑΤΟ συνεδριάζει σε μια στιγμή που ο πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας έχει επαναφέρει την εδαφική άμυνα στο επίκεντρο της στρατηγικής της συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ -όπως και η Ε.Ε.- περιγράφει τώρα τη Ρωσία ως την πιο σοβαρή και άμεση απειλή για την ασφάλεια των συμμάχων στην ευρωατλαντική περιοχή. Η Μαύρη Θάλασσα έχει γίνει κεντρικό θέατρο ευρωπαϊκής ασφάλειας, η Μέση Ανατολή παραμένει ασταθής και ο Νότιος Καύκασος βρίσκεται σε μια στρατηγική αναδιάρθρωση. Ταυτόχρονα, η πιθανότητα μειωμένης εμπλοκής των ΗΠΑ στην Ευρώπη, με την απόσυρση μάλιστα αμερικανικών στρατευμάτων από την ευρωπαϊκή ήπειρο, οδηγεί τους Ευρωπαίους να σκεφτούν ακόμα περισσότερο την ευρωπαϊκή αμυντική ικανότητά τους εντός του ΝΑΤΟ.
Οι Ευρωπαίοι, πρωτίστως, θέλουν να συνεχιστεί η σύγκρουση στην Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι το κόστος πλέον είναι δυσβάστακτο και δεν μπορούν να το σηκώσουν. Όπως και το μέγεθος των υποδομών και του στρατιωτικού εξοπλισμού που χρειάζεται η Ουκρανία. Και είναι αυτό (δηλαδή η Ουκρανία) ένα από τα βασικά θέματα της συνόδου στην Άγκυρα.
Το άλλο μεγάλο κεφάλαιο αφορά την αναδιοργάνωση του ΝΑΤΟ σε ευρωπαϊκό έδαφος, που σημαίνει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών έως το 5% του ΑΕΠ της κάθε χώρας-μέλους. Σημαίνει επίσης τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης, όπως άλλωστε τιτλοφορείται και το αμιγώς ευρωπαϊκό σχέδιο.
Η απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από την ευρωπαϊκή ήπειρο πιέζει ακόμα περισσότερο τους Ευρωπαίους να επιδιώξουν την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού αμυντικού σκέλους. Η απόσυρση μέρους των αμερικανικών στρατευμάτων δεν σημαίνει την απόσυρση της Αμερικής από την Ευρώπη. Πρόκειται όμως για μετακίνηση κόστους από τις ΗΠΑ στην Ε.Ε.
Το κόστος είναι μεγάλο, άκρως επιβαρυντικό για τα ευρωπαϊκά κράτη και για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό όμως δεν θα συζητηθεί στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ.
Είναι σημαντικό αν η συμμαχία μπορεί να αντέξει οικονομικά όλες αυτές τις μετατροπές, που θα επιβαρύνουν πλέον πρώτα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
