Live τώρα    
Η «Άδικη Μετάβαση» ως εργαλείο βίαιης αναδιανομής πλούτου στη Δυτική Μακεδονία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η «Άδικη Μετάβαση» ως εργαλείο βίαιης αναδιανομής πλούτου στη Δυτική Μακεδονία

1357141260.jpg

Η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις πιο βίαιες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Η βίαιη απολιγνιτοποίηση, η οποία προωθήθηκε πίσω από το προπέτασμα καπνού της «περιβαλλοντικής ευαισθησίας» και της πράσινης ανάπτυξης, αποτελεί στην πραγματικότητα μια βίαιη επιλογή για την αναδιάρθρωση του κοινωνικού και οικονομικού ιστού και εφαρμόστηκε χωρίς καμία μέριμνα για τις ανάγκες των εργαζομένων και της τοπικής κοινωνίας.

Το αποτέλεσμα είναι η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας να βρεθεί αντιμέτωπη με τη συρρίκνωση του ΑΕΠ, την εκτόξευση της ανεργίας, τη δημογραφική υποχώρηση, τη φτωχοποίηση και την έντονη αβεβαιότητα γύρω από τις κρίσιμες ενεργειακές και κοινωνικές υποδομές. Παρά την εισροή τεράστιων κονδυλίων για τη λεγόμενη «δίκαιη» μετάβαση, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι πόροι αυτοί κατευθύνονται στις τσέπες των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, επιβεβαιώνοντας ότι η περιβαλλοντική πολιτική χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για μια βαθιά ταξική αναδιανομή του πλούτου. Η διεθνής εμπειρία από αντίστοιχες περιοχές που εξαρτήθηκαν από τον άνθρακα δείχνει ότι η επιτυχία μιας μεταλιγνιτικής στρατηγικής προϋποθέτει μακροχρόνιο σχεδιασμό, συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε περιοχής και την ανάπτυξη ενός εναλλακτικού παραγωγικού μοντέλου με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες. Αντίθετα, στη Δυτική Μακεδονία η βίαιη απολιγνιτοποίηση επιβλήθηκε με ταχύτητα που εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα ιδιωτικά επενδυτικά συμφέροντα, οδηγώντας σε ένα περιβάλλον όπου η αποβιομηχάνιση προηγείται οποιασδήποτε παραγωγικής ανασυγκρότησης. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο κενό παραγωγής και απασχόλησης, με το κόστος να μετακυλίεται εξολοκλήρου στις πλάτες των τοπικών κοινωνιών και να κληροδοτείται στις επόμενες γενιές. Η περιοχή συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των πιο ευάλωτων ευρωπαϊκών περιφερειών, καθώς η εξάρτησή της από το προηγούμενο μοντέλο σήμαινε ότι η βίαιη αποδόμησή του συμπαρασύρει ολόκληρο το παραγωγικό οικοσύστημα. Το αποτέλεσμα είναι μια αλυσιδωτή υποβάθμιση που πλήττει τη δημογραφική ισορροπία και την κοινωνική συνοχή.

Η ενεργειακή μετάβαση συνδέθηκε άρρηκτα με τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της ΔΕΗ και την πλήρη παράδοσή της στους νόμους της αγοράς. Η ενέργεια από κοινωνικό αγαθό μετατράπηκε ως μέσο της οικονομικής μεγέθυνσης της επιχείρησης. Η ιστορική λειτουργία της ΔΕΗ ως μοχλού περιφερειακής ανάπτυξης και εγγυητή της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας θυσιάστηκε στον βωμό της εταιρικής κερδοφορίας και των επιταγών του χρηματιστηρίου ενέργειας. Η αλλαγή αυτή αφαίρεσε κάθε δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου πάνω στην ενεργειακή πολιτική, συγκεντρώνοντας τις αποφάσεις στα χέρια μιας κλειστής ελίτ τεχνοκρατών και μετόχων. Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών ξεσκέπασε τα όρια αυτής της στρατηγικής. Η ανάγκη εσπευσμένης και προσωρινής επαναλειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων για λόγους επάρκειας ισχύος απέδειξε ότι η βιαστική εγκατάλειψη του εγχώριου καυσίμου έγινε χωρίς κανένα σχέδιο ενεργειακής κυριαρχίας. Παράλληλα, το γεγονός ότι οι ζωτικές υποδομές τηλεθέρμανσης των πόλεων της Δυτικής Μακεδονίας παραμένουν όμηροι της αστάθειας του συστήματος αποδεικνύει ότι η μετατροπή της ενέργειας σε εμπόρευμα απειλεί άμεσα την καθημερινή επιβίωση των πολιτών που είναι εκτεθειμένοι απέναντι στον βαρύ δυτικομακεδονικό χειμώνα.

Μία από τις πιο προκλητικές πτυχές αυτής της διαδικασίας είναι η βιαστική αποδόμηση και καταστροφή μεγάλων τμημάτων του λιγνιτικού εξοπλισμού και η μετατροπή τους σε scrap. Πρόκειται για την κυριολεκτική καταστροφή βιομηχανικών υποδομών που χτίστηκαν με το υστέρημα του ελληνικού λαού και στήριξαν επί δεκαετίες την τοπική οικονομία. Αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί μια ομαλή τεχνολογική αναδιάρθρωση αλλά μια πράξη βίαιης απαξίωσης του δημόσιου πλούτου για να ανοίξει ο δρόμος στα νέα ιδιωτικά κεφάλαια. Την ίδια στιγμή, οι νέες επενδύσεις που προωθούνται στην περιοχή (γιγαντιαία φωτοβολταϊκά πάρκα, συστήματα αποθήκευσης, τεχνολογίες υδρογόνου) φανερώνουν τον βαθιά αντικοινωνικό τους χαρακτήρα. Πρόκειται για δραστηριότητες υψηλής έντασης κεφαλαίου και ελάχιστης έντασης εργασίας, οι οποίες αδυνατούν να αναπληρώσουν τις χιλιάδες σταθερές θέσεις εργασίας που χάθηκαν. Διαμορφώνεται έτσι ένα κλασικό μοντέλο αποικιοκρατικής ανάπτυξης, όπου η οικονομική υπεραξία παράγεται τοπικά, αλλά εξάγεται αυτούσια προς τα μεγάλα επιχειρηματικά κέντρα, αφήνοντας πίσω της μια κοινωνία στο περιθώριο.

Οι ενεργειακές κοινότητες, οι οποίες θεωρητικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα εργαλείο ενεργειακής δημοκρατίας και συλλογικής ιδιοκτησίας, βρίσκονται σήμερα αποκλεισμένες από τον ηλεκτρικό χώρο. Ο σκόπιμος αυτός αποκλεισμός αντανακλά την κυριαρχία των μεγάλων ενεργειακών ομίλων, οι οποίοι μονοπωλούν το δίκτυο. Το «πράσινο» real estate ενισχύει τη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος στα χέρια ενός κλειστού καρτέλ, απαγορεύοντας στην τοπική κοινωνία να διαχειριστεί την παραγωγή και τη διανομή της ενέργειας. Τα δεδομένα που αφορούν τους δείκτες βιωσιμότητας της περιοχής επιβεβαιώνουν αυτή την εκμετάλλευση. Παρά την παχιά ρητορική για τα χρηματοδοτικά εργαλεία, επικρατεί πλήρης αδιαφάνεια και έλλειψη ελέγχου για το πού καταλήγουν τα κονδύλια. Ενώ οι δείκτες κερδοφορίας των ενεργειακών κολοσσών καλπάζουν, η Δυτική Μακεδονία βυθίζεται στην πληθυσμιακή συρρίκνωση και στη μείωση του εισοδήματος, αποδεικνύοντας ότι η βίαιη απολιγνιτοποίηση και η έλλειψη ενός συνεκτικού σχεδίου μιας πραγματικά δίκαιης μετάβασης έχει ραγίσει τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό και γεννά μόνο κοινωνικά ερείπια. Η συνολική εικόνα δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες: δεν βιώνουμε μια απλή περιβαλλοντική προσαρμογή αλλά μια επιθετική αναδιανομή πλούτου και εξουσίας από τα κάτω προς τα πάνω. Η συγκέντρωση των επενδύσεων σε λίγα χέρια, η ισοπέδωση της τοπικής παραγωγικής βάσης και η αφαίρεση των κέντρων απόφασης από την κοινωνία συνθέτουν ένα καθεστώς κοινωνικού αποκλεισμού.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η άρνηση της οικολογικής αναγκαιότητας, αλλά η ριζική επαναδιατύπωση της μετάβασης με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Η Δυτική Μακεδονία χρειάζεται ένα εναλλακτικό παραγωγικό μοντέλο που θα συνδέεται με την προστασία της αγροτικής παραγωγής, την ενίσχυση της αυτοπαραγωγής μέσω ενεργειακών κοινοτήτων και την κοινωνική οικονομία. Η μετάβαση δεν είναι ένα τεχνοκρατικό ζήτημα αλλά ένα βαθύτατα πολιτικό και ταξικό πεδίο σύγκρουσης. Χωρίς έναν ισχυρό δημόσιο ενεργειακό πυλώνα και τον εκδημοκρατισμό των αποφάσεων, η πράσινη ανάπτυξη θα μείνει στην Ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις βίαιης υφαρπαγής πλούτου από την κοινωνία προς όφελος των αγορών και του κεφαλαίου.

 

* Ο Τάσος Πολυτίδης έχει MSc in Social and Solidarity Economy και είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0