Το νέο έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη που παρακολουθήσαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών, με τον αινιγματικό τίτλο: «GRAUTS», φέρει όλα τα στοιχεία που το κάνουν ιδιαίτερα σημαντικό. Ο Μαυριτσάκης μάς μιλάει για την τροπή που πήρε ο Δυτικός πολιτισμός μετά τη σύντομη σχετικά «Διαφωτισμένη» φάση του, που σήμερα περνάει μια κρίση αυτογνωσίας «διακριτή και από το διάστημα», που λέει ο κοινός λόγος. Μόνο οι εξουσίες κάνουν ότι δεν τη βλέπουν. Ο συγγραφέας, γνώστης αυτής της κατάστασης, συνθέτει ένα άρτιο θεατρικό έργο μουσικής και λόγου, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό, που δεν κρύβεται πίσω από προσχήματα και αποκαλεί πρόσωπα και πράγματα με το αληθινό τους όνομα: του μεταλλαγμένου φασισμού.

Αν ως τώρα τα κείμενα του Γιάννη Μαυριτσάκη μάς άφηναν μια γεύση «Ανθρώπινης κωμωδίας», με το καινούργιο του έργο, «GRAUTS» (ήχος από ένα σχίσιμο;), η Ανθρώπινη Κωμωδία γίνεται Συμπαντική. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όπου ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος ενοποιούνται δομικά και δραματικά μέσω της κβαντικής φυσικής, καθώς ακόμη αναζητείται το «σωματίδιο του Θεού». Όπου ο Αμερικανός ψυχαναλυτής Τίμοθυ Λήρι, μέσα από τα πειράματά του με ψυχοτρόπες ουσίες σε εθελοντές, διατυπώνει την επαναστατική θεωρία για μια προγεννητική «μνήμη» του κυοφορούμενου εμβρύου, που είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται το εξωτερικό περιβάλλον, φιλικό ή εχθρικό. Σχετικό βιβλίο έχει γράψει ο διαπρεπής Αιγυπτιώτης Έλληνας ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Αθανάσιος Καυκαλίδης («Η γνώση της Μήτρας»). Τα πειράματα αυτά αναφέρονται στο έργο του Μαυριτσάκη. Αναφέρεται επίσης ο Έβολα, ένας ιδιαίτερος και πολύ σημαντικός Ιταλός φιλόσοφος και εικαστικός της εποχής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ιδρυτής του κινήματος του Φουτουρισμού και εχθρός της ανοιχτής κοινωνίας, που πίστευε στον φιλόσοφο-βασιλιά της Πλατωνικής Πολιτείας αλλά δεν ενέδωσε στις σειρήνες του φασισμού. Ακόμη, αντιτάχθηκε στην παντοδυναμία της Καθολικής Εκκλησίας.

Οι ψευδεπίγραφες αρχές
Συνοπτικά, παρακολουθούμε στο έργο -με πρόσχημα μια συνέντευξη- έναν ρητορικό αγώνα ανάμεσα σε δύο προσωποποιημένες Αρχές: την ελευθερία της βούλησης που εκπροσωπεί ο Παρουσιαστής και τον καταναγκασμό της που εκπροσωπεί η Αρχηγός μιας σέκτας με την ονομασία: «Τάγμα της αντίστροφης εικόνας».
Ωστόσο δεν θα χαρακτήριζα το πρόβλημα που θίγει ο Γιάννης Μαυριτσάκης ως μεταφυσικό. Ο όρος έχει πια, από την πολλή αλόγιστη χρήση του, φθαρεί. Περισσότερο θα το χαρακτήριζα ως θεολογικό. Επειδή, ποιος λαός θα μπορούσε να ζήσει κάτω από το βλέμμα ενός Θεού που γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι θα «αμαρτήσουν» για να τους καταδικάσει την ημέρα της κρίσης; Και όχι μόνο αυτό, αλλά τους προορίζει ο ίδιος στην «αμαρτία», ορίζοντας ταυτόχρονα έναν κλειστό αριθμό «αναμάρτητων» οι οποίοι θα λάβουν τη «χάρη». Μέσα από αυτές τις ψευδεπίγραφες Αρχές, το σύστημα, και μαζί του ο κόσμος όλος, καταρρέει.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μαυριτσάκης ξέρει περισσότερο από κάθε άλλον το έργο του. Γνωρίζει άριστα τους ρυθμούς, τις αναπνοές, τις ανάσες, τις παύσεις του. Μπορεί να το ψηλαφεί σαν ένα σώμα ζωντανό και να το διεγείρει ή να το ηρεμεί. Να διδάσκει τον λόγο στους ηθοποιούς με ένα αίσθημα παπαδιαμαντικής χαρμολύπης. Και με τη σημαδιακή χορογραφημένη κίνηση της Σοφίας Μαυραγάνη. Να διαχειρίζεται σκηνοθετικά το πένθος, συνομιλώντας με τα υπέροχα «τραγούδια για τα νεκρά παιδιά» του Γκούσταβ Μάλερ, εκτελεσμένα επί σκηνής από το τρίο των εξαίρετων μουσικών, Δημήτρη Κουλεντιανού, Γιώργου Κωνσταντελάκη και Στράτου Παπαϊωάννου. Μια αληθινά ονειρική μουσική του Μάλερ, από ματαιωμένες επιθυμίες και ανεκπλήρωτους πόθους, σε ευρηματικές διασκευές, ενορχηστρώσεις και ηχητικούς σχεδιασμούς του Τηλέμαχου Μούσα.
Η Κλεοπάτρα Μάρκου ξεχωρίζει πρώτη ανάμεσα σε ίσους στην ομάδα των ηθοποιών, ως «Αρχηγός» για την ερμηνευτική της δύναμη και το υποκριτικό ήθος. Βάζω πολύ κοντά της τον Μιχάλη Βαλάσογλου (Παρουσιαστή) για τον μεταμορφωτικό του οίστρο. Τον Blaine L. Reininger για το υπέροχο, βαθύ τραγούδι του. Ακόμη, τη Μαρία Βούρου ως «Καμεραγούμαν», που δεν άφησε τίποτε απαρατήρητο. Και, ασφαλώς, την Ελένη Καστανιώτη και τον Σταύρο Κώττα που έδωσαν σε σχετικά μικρούς ρόλους μεγάλη διάσταση. Όλα κάτω από τους αποκαλυπτικούς φωτισμούς της Ελίζας Αλεξανδροπούλου.
Δραματολόγος της παράστασης, η Τζωρτζίνα Κακουδάκη. Τα «φεύγοντα» σκηνικά της Κατερίνας Βλάχμπεη και τα «στεκούμενα» κοστούμια της Εύας Γουλάκου υποβάλλουν ένα ονειρικό αίσθημα κίνησης και στάσης μαζί, σε χώρο-χρόνο.
