Live τώρα    
Βρετανία / Μια εξαντλημένη πολιτική τάξη, ένα ανομολόγητο εθνικό δίλημμα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βρετανία / Μια εξαντλημένη πολιτική τάξη, ένα ανομολόγητο εθνικό δίλημμα

135715532aaaa.jpg
Η πρόσφατη ορκωμοσία του Άντι Μπέρναμ ως βουλευτή

Ο Κιρ Στάρμερ έφυγε από το Νο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ την περασμένη εβδομάδα χωρίς καν να συμπληρώσει δύο χρόνια στην πρωθυπουργία. Μια ακόμη σύντομη περίοδος διακυβέρνησης έκλεισε τον κύκλο της, μια ακόμη σελίδα γύρισε -απρόσμενα σίγουρα- και η άλλοτε χώρα-υπόδειγμα της πολιτικής σταθερότητας έμεινε αμήχανη να κοιτάζει κάτι που θα φάνταζε αδιανόητο σε άλλες εποχές: Το «κάψιμο» ενός ακόμη πολιτικού ηγέτη πριν καν προλάβει να υλοποιήσει ένα οποιοδήποτε πρόγραμμα, ένα έστω υποτυπώδες πολιτικό έργο, πόσο μάλλον να αφήσει το στίγμα του.

Ο Στάρμερ έγινε ο έκτος πρωθυπουργός που αλλάζει η Βρετανία την τελευταία δεκαετία μετά την ιστορική καμπή του Brexit. Την… αρχή είχε κάνει ο συντηρητικός Ντέιβιντ Κάμερον, την επομένη κιόλας του δημοψηφίσματος του 2016, μην μπορώντας να διαχειριστεί το αποτέλεσμά του. Ακολούθως, η Τερέζα Μέι δεν κατάφερε να πετύχει το cherry picking, για το οποίο την κατηγορούσαν ορισμένοι στις Βρυξέλλες, από μια συμφωνία εξόδου από την Ε.Ε. Ο «οδοστρωτήρας» Μπόρις Τζόνσον πήρε τα ηνία στη συνέχεια και υποσχέθηκε να πάει το Brexit μέχρι τέλους, και έτσι έγινε. Όμως, κόλλησε στις συνέπειές του που ήταν αδύνατο να διαχειριστεί. Ακολούθησε το επεισοδιακό διάλειμμα της κυβέρνησης Λιζ Τρας κι ένα απίστευτο, αυτοσχέδιο πλάνο «τόνωσης» της βρετανικής οικονομίας βασισμένο σε δραστικές μειώσεις φόρων, το οποίο προκάλεσε μάλιστα την αντίδραση και την «επέμβαση» του ΔΝΤ. Δεν άντεξε ούτε λίγες εβδομάδες αυτό το σχήμα. Ακολούθησε ο Ρίσι Σούνακ, ο άλλοτε υπουργός δημοσιονομικών του Κάμερον, που παρά τις φιλότιμες και εργώδεις προσπάθειές του να μαζέψει ό,τι μπορούσε από τη ζημιά του Brexit και να τα βρει όπως όπως με τους Ευρωπαίους, δεν μπόρεσε να σταματήσει την εκλογική κατρακύλα των Συντηρητικών. Τώρα ήταν η σειρά του Στάρμερ που εκλέχθηκε με μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες στη σύγχρονη βρετανική ιστορία, μόνο και μόνο για να προστεθεί επίσης στην αποκαρδιωτική λίστα των πρωθυπουργών της μιας σεζόν....

Περιττές οι εξηγήσεις…

Οι προφανείς εξηγήσεις αυτού του φαινομένου είναι αντιληπτές και οικείες. Μια χώρα που αναζητά προοπτική, μια στάσιμη οικονομία, πτώση του βιοτικού επιπέδου, μείωση του κοινωνικού κράτους, ανακυκλούμενα πολιτικά αδιέξοδα, πολιτική και ιδεολογική μετατόπιση, ένα εκλογικό σώμα όχι μόνο απογοητευμένο αλλά όλο και πιο εχθρικό απέναντι σε μια κυβερνώσα τάξη που είναι ανίκανη να λύσει προβλήματα. Το κοντράστ της γκρίζας αυτής εικόνας γίνεται όλο και πιο έντονο καθώς περνούν τα χρόνια από το Brexit, και το υπερφίαλο σχέδιο της «παγκόσμιας Βρετανίας» -που έταζαν ο Τζόνσον και οι σκληροί Brexiteers- μοιάζει πια με καρικατούρα. Όμως πίσω από το βρετανικό πολιτικό δράμα αναδύεται ένα βαθύτερο, ουσιαστικό και άβολο ερώτημα: Μήπως η πολιτική και κυβερνητική αστάθεια της Βρετανίας δεν είναι μόνο αποτέλεσμα ατομικών αποτυχιών, λανθασμένων επιλογών, πολιτικής αδυναμίας; Μήπως, εντέλει, δεν είναι παρά η εξάντληση, η σταδιακή κατάρρευση και αποσάθρωση μιας ολόκληρης πολιτικής τάξης που σπατάλησε ενέργεια και πρωτοβουλίες δέκα ολόκληρων χρόνων, συζητώντας ατελείωτα για το Brexit, για τη σχέση με την Ευρώπη, εν πολλοίς για τα αυτονόητα, ενώ αρνείτο να αντιμετωπίσει ό,τι συνεπαγόταν το βρετανικό ρήγμα στην ιστορική συνέχεια του ευρωπαϊκού μεταπολεμικού σχεδίου; Μήπως αυτό που συνεχίζει να στοιχειώνει τη σημερινή Βρετανία δεν είναι πια το διαζύγιο από την Ε.Ε. αλλά η «τρελή» πιθανότητα ενός νέου γάμου μαζί της; Δηλαδή, η προοπτική μιας επανασύνδεσης υπό κάποια πολιτικο-οικονομική μεθόδευση - όσο κι αν κάτι τέτοιο εξακολουθεί να αποτελεί πολιτικό ταμπού αυτή τη στιγμή; Ίσως η ουσία της πολιτικής συζήτησης δεν θα έπρεπε να είναι ποιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα το Brexit, αλλά ποιος θα τολμήσει επιτέλους να πει δημόσια αυτό που όλο και περισσότεροι Βρετανοί αρχίζουν να υποψιάζονται και συζητούν μεταξύ τους: Ότι δηλαδή το μέλλον της χώρας τους μπορεί τελικά να είναι συνυφασμένο με την ανοικοδόμηση των δεσμών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και μάλιστα πολύ στενότερων από ό,τι είναι διατεθειμένος να παραδεχτεί αυτή τη στιγμή οποιοσδήποτε επίδοξος ηγέτης της κυρίαρχης πολιτικής τάξης.

Η εποχή των αδιεξόδων

Η πτώση του Στάρμερ ήταν εντυπωσιακή επειδή συνέβη πολύ γρήγορα. Ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενος σοβαρότητα, μετά το χάος των μαθητευόμενων μάγων του Brexit. Πρώην γενικός εισαγγελέας, ενσάρκωνε την πολιτική ικανότητα, την αφοσίωση στους στόχους, τον σεβασμό στους θεσμούς. Μετά από δεκατέσσερα ταραγμένα χρόνια μονοκρατορίας των Συντηρητικών, πολλοί ψηφοφόροι τον έβλεπαν ως τον ηγέτη που ερχόταν να διορθώσει πράγματα και καταστάσεις, να βάλει τάξη, να συμμαζέψει λάθη και αστοχίες. Στα μάτια τους ήταν ο άνθρωπος που θα επιδιόρθωνε το σύστημα· όχι εκείνος που θα ξεδίπλωνε ένα όραμα. Ίσως αυτό να ήταν τελικά το πρόβλημά του. Η Βρετανία δεν ήθελε απλώς μια ικανή διοίκηση· αναζητούσε κάποιον που θα μπορούσε να την προσανατολίσει εκ νέου, να της δείξει μια κατεύθυνση. Οι επικριτές του Στάρμερ εντός των Εργατικών έλεγαν επανειλημμένα ότι αυτό που του έλειπε ήταν το «φως που καθοδηγεί». Είχε πολιτικές ικανότητες αλλά δεν είχε προορισμό, ήταν επαρκής στο να προσφέρει λύσεις αλλά ανεπαρκής στο να πλάσει συνεκτικές αφηγήσεις για το μέλλον.

Όμως προσοχή· το γρήγορο κάψιμο του Στάρμερ δεν είναι αποκλειστικά βρετανικό φαινόμενο. Υπάρχει μια ευρύτερη δυσφορία σήμερα η οποία κυκλώνει πολύ γρήγορα τους πολιτικούς ηγέτες στις δυτικές δημοκρατίες. Κερδίζουν τις εκλογές υποσχόμενοι μεγάλες αλλαγές και φιλόδοξη αναδιανομή αλλά γρήγορα αναδιπλώνονται ανακαλύπτοντας την ασύμβατη φύση του σύγχρονου μεγα-καπιταλισμού με τις σοσιαλδημοκρατικές επιταγές. Αποφεύγουν να συγκρουστούν με αυτό το σύστημα, είτε από επιλογή είτε από αδυναμία. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Προλεταριοποίηση της μεσαίας τάξης, καθήλωση μισθών, αγοραστική καχεξία των εργαζομένων, διεύρυνση των ανισοτήτων. 

Τι κι αν ο ΟΟΣΑ έχει πει άπειρες φορές ότι μία από τις βασικές αιτίες της οικονομικής κακοδαιμονίας της Δύσης είναι η χρόνια μισθολογική καθήλωση; Η «ανάπτυξη», αυτή η έννοια που έχουν εφεύρει οι οικονομολόγοι για να περιγράφουν τη μεγέθυνση μιας οικονομίας, παραμένει άπιαστο όνειρο για τους πολλούς αλλά βεβαιότητα για τους λίγους. Και οι συνέπειες είναι ευρύτερες. Η ακρίβεια επιμένει επειδή οι κυβερνήσεις δεν θέλουν να συγκρουστούν με τα μεγάλα συμφέροντα, οι υποδομές είναι απαρχαιωμένες αλλά οι πόροι για να αντικατασταθούν δεν επαρκούν, το στεγαστικό πρόβλημα γιγαντώνεται γιατί η στέγη έχει μετατραπεί σε χρηματιστήριο, οι δημόσιες υπηρεσίες υποχρηματοδοτούνται, υπολειτουργούν και στο τέλος απαξιώνονται. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αρκετό: Στην Αγγλία και στην Ουαλία, η κυβέρνηση του Στάρμερ περιορίστηκε μόνο σε παραινέσεις προς τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ για να μην αυξήσουν τις τιμές σε βασικά είδη διατροφής, στο γάλα, στο ψωμί, στο βούτυρο, στα αυγά. Αντίθετα στη Σκωτία, η τοπική κυβέρνηση είχε το θάρρος να επιβάλει πλαφόν στις τιμές αυτών των αγαθών. Τελικά, οι κυβερνήσεις -ακόμη και εκείνες που υπόσχονται ειλικρινά αλλαγή και αναδιανομή- κληρονομούν διαρθρωτικά προβλήματα που είναι αδύνατο να αντιμετωπίσουν στη διάρκεια ενός εκλογικού κύκλου, πόσο μάλλον όταν η πολιτική βούλησή τους είναι αδύναμη. Έτσι, ένας φαύλος κύκλος ανοίγει και δεν κλείνει ποτέ. Οι ψηφοφόροι απογοητεύονται, η εμπιστοσύνη καταρρέει, οι ηγέτες «ανακυκλώνονται». Οι διάδοχοί τους κληρονομούν τους ίδιους περιορισμούς και φυσικά υφίστανται την ίδια μοίρα. Η Βρετανία έχει γίνει ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου. Η κυβερνητική σταθερότητα, κάποτε ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της Βρετανίας, έχει γίνει σήμερα η χειρότερη ανεπάρκειά της. Ωστόσο, το να χρεώνονται μόνο πρόσωπα αυτές τις αδυναμίες κρύβει τον κίνδυνο να παρερμηνευτούν οι αιτίες της κρίσης. Διότι τα αδιέξοδα της Βρετανίας δεν δημιουργήθηκαν με τον Στάρμερ, ούτε με τον Τζόνσον, ούτε καν με το Brexit. Οι ρίζες τους είναι πολύ βαθύτερες.

Παρατεταμένη παρακμή

Η κρίση προηγείτο του δημοψηφίσματος του 2016. Το βιοτικό επίπεδο, ειδικά σε Αγγλία και Ουαλία, δέχθηκε ισχυρό πλήγμα από το κραχ του 2008. Η αύξηση της παραγωγικότητας καθηλώθηκε σε αναιμικά επίπεδα. Οι περιφερειακές ανισότητες διευρύνθηκαν, το δημόσιο σύστημα Υγείας άρχισε να δέχεται πίεση και να συρρικνώνεται τόσο σε επίπεδο όσο και σε ποιότητα προσφερομένων υπηρεσιών. Η θεμελιώδης αφήγηση της μεταπολεμικής εποχής ότι κάθε γενιά θα απολάμβανε μεγαλύτερη ευημερία από την προηγούμενη έπαψε να εκλαμβάνεται ως δεδομένη. Όπως υποστηρίζει ο ιστορικός A.G. Hopkins στο βιβλίο του «Η χώρα όπου τίποτα δεν λειτουργεί», η Βρετανία υπόκειται εδώ και δεκαετίες στις συνέπειες του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μετασχηματισμού, της αποβιομηχάνισης, της υπερβολικής εξάρτησης από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι επιπτώσεις είναι ορατές παντού· ειδικά στις περιοχές όπου υπήρχε κάποτε βιομηχανική παραγωγική υποδομή. Κυβερνήσεις ήρθαν και παρήλθαν υποσχόμενες να δώσουν πνοή στην οικονομία, να τονώσουν την παραγωγική ικανότητα, να σταματήσουν τον μαρασμό των τοπικών κοινοτήτων. Αλλά ήταν απλά υποσχέσεις…

Ο κόσμος είδε στον εμπαιγμό αυτό την εγκατάλειψή του από την κυβερνώσα ελίτ. Αυτό με τη σειρά του τροφοδότησε την οργή για το «σύστημα», για τους κυρίαρχους θεσμούς, για την εξωγενή εξουσία, γι’ αυτό που θεωρείτο «επικυριαρχία» των Βρυξελλών σε μια κυρίαρχη χώρα. Το Brexit ήδη ζυμωνόταν στον πυθμένα του βαρελιού της βρετανικής ταξικής κοινωνίας. Όπως φαίνεται σήμερα, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, εκείνο το δημοψήφισμα του 2016 δεν αφορούσε τη θέση της Βρετανίας στην Ε.Ε., δεν ήταν αυτό το θέμα του ουσιαστικά. Ήταν μια εξέγερση ενάντια σε μια πολιτική τάξη που είχε κριθεί ανίκανη στη λαϊκή συνείδηση να ανταποκριθεί στην εθνική παρακμή. Η τραγωδία είναι ότι το Brexit κάθε άλλο παρά τέλος έδωσε σε αυτή την εξέγερση· αντίθετα, την επιδείνωσε.

Το ανολοκλήρωτο εγχείρημα

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, η σχέση της Βρετανίας με την Ευρώπη παραμένει ασταθής, προβληματική, αμφίσημη. Η συναισθηματική οργή της πολιτικής αντιπαράθεσης έχει κοπάσει, οι νομικές διαμάχες σε μεγάλο βαθμό έχουν τελειώσει, η Βρετανία έχει πια φύγει από την Ένωση. Ωστόσο, ο νέος προορισμός που της υποσχέθηκαν δεν φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα. Οι οπαδοί του Brexit επιμένουν πως η χώρα είναι ελεύθερη από τον στενό ρυθμιστικό κορσέ της Ε.Ε., ότι είναι εμπορικά ανεξάρτητη και εθνικά κυρίαρχη. Οι πολέμιοι του Brexit στέκονται στα στατιστικά δεδομένα, στην ασθενέστερη ανάπτυξη, στις μειωμένες επενδύσεις, στους δασμούς στο εμπόριο. Αυτό που είναι εντυπωσιακό δεν είναι το ότι η διαμάχη συνεχίζεται. Είναι ότι καμία πλευρά δεν είναι πλήρως ικανοποιημένη επειδή ακριβώς η κατάσταση συνεχίζει να είναι θολή. Η Βρετανία δεν είναι ούτε εντελώς αποκομμένη από την Ευρώπη ούτε όμως και ενσωματωμένη σε αυτήν. Βρίσκεται μεταξύ αποχωρισμού και επανασύνδεσης, «εκτός» αλλά και λίγο εντός…

Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Οι καιροί είναι δύσκολοι, απρόβλεπτοι. Η συνεργασία σε ασφάλεια-άμυνα κρίνεται απαραίτητη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εντάσεις με τη Ρωσία, η αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική δέσμευση στο βορειοατλαντικό οικοδόμημα και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από την Κίνα έχουν προσδώσει σημαντικότητα στη στρατηγική αξία της Ευρώπης. Ενώ όμως η γεωπολιτική λογική της στενότερης συνεργασίας έχει γίνει ισχυρότερη και δεν αμφισβητείται, το πολιτικό θάρρος για να ξαναμπεί στη συζήτηση η σχέση στο σύνολό της ακόμη αναζητείται. Κανένας Βρετανός ηγέτης πρώτης γραμμής δεν είναι έτοιμος αυτή τη στιγμή να μιλήσει ανοιχτά για προοπτική επανόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, όλο και περισσότερο οι πολιτικές που υιοθετούνται κινούνται σταδιακά προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, η αντίφαση γίνεται όλο και πιο δύσκολο να μείνει απαρατήρητη.

 

Ατολμία λόγω Φάρατζ

Οποιοσδήποτε θεωρηθεί ότι προσπαθεί να αντιστρέψει το Brexit κινδυνεύει να ενεργοποιήσει την ισχυρή αντίδραση της εθνοκεντρικής, σφοδρά αντιευρωπαϊκής Δεξιάς και να βρεθεί στιγματισμένος

Το πιο σημαντικό ντιμπέιτ αυτή τη στιγμή είναι εκείνο που οι Βρετανοί πολιτικοί αποφεύγουν να κάνουν: Ποια μπορεί τελικά να είναι η σχέση της Βρετανίας με την Ευρώπη μακροπρόθεσμα; Δεν γίνεται να αγνοείς αυτή τη σχέση, όταν κάθε στρατηγική πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Βρετανία είναι αναλόγως και στρατηγική πρόκληση για την Ευρώπη. Οικονομική ανάπτυξη, εμπορικοί ανταγωνισμοί, βιομηχανική πολιτική, γεωπολιτικές μετατοπίσεις, ενεργειακή ασφάλεια, μεταναστευτικές ροές, κλιματική κρίση.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως όλο και περισσότεροι Βρετανοί αρχίζουν να το καταλαβαίνουν αυτό· πιστεύουν πως το Brexit ήταν ένα λάθος. Οι νεότερες γενιές είναι ακόμη πιο φιλοευρωπαϊκές. Πολλοί της γενιάς Ζ -που ήταν πολύ νέοι για να ψηφίσουν το 2016- τάσσονται συντριπτικά υπέρ των στενότερων δεσμών και, σε πολλές περιπτώσεις, υπέρ μιας ενδεχόμενης επανένταξης στην Ένωση. Αλλά η υποστήριξη γίνεται αδύναμη όταν οι ψηφοφόροι καλούνται να απαντήσουν για τα πρακτικά ζητήματα, όπως τι θα γίνει με το θέμα του ελέγχου των συνόρων, ποιος θα διαμορφώνει τη μεταναστευτική πολιτική, τι θα συμβεί με την εκ νέου υιοθέτηση των κανόνων της Ε.Ε. Το βρετανικό κοινό συνεχίζει να αντιμετωπίζει συναισθηματικά και αμφιθυμικά την Ευρώπη και παραμένει αβέβαιο για τις θεσμικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης επανασύνδεσης. Οι πολιτικοί βλέπουν αυτή την κατάσταση και αλλάζουν αμέσως θέμα συζήτησης. Το αποτέλεσμα είναι πως όλοι διαισθάνονται ότι η συζήτηση για την Ευρώπη πλησιάζει, αλλά κανείς δεν τολμά να κάνει την αρχή. 

Αναμφίβολα, μέρος αυτού του δισταγμού πηγάζει από την ενίσχυση της εθνοκεντρικής, λαϊκιστικής Δεξιάς του Νάιτζελ Φάρατζ και την συνεχιζόμενη άνοδο του Reform UK, η οποία αλλάζει άρδην τους πολιτικούς υπολογισμούς τόσο των Εργατικών όσο και των Συντηρητικών. Ο Φάρατζ είναι κάτι περισσότερο από ένας ηγέτης κόμματος, λειτουργεί ως ένα είδος συναγερμού. Οποιοσδήποτε πολιτικός θεωρηθεί ότι προσπαθεί να αντιστρέψει το Brexit κινδυνεύει να ενεργοποιήσει την ισχυρή αντίδραση αυτής της εθνοκεντρικής, σφοδρά αντιευρωπαϊκής Δεξιάς, και να βρεθεί στιγματισμένος. Για τους πολιτικούς αναλυτές, αυτός ο φόβος συνέβαλε σημαντικά στην πολιτική ατολμία του Στάρμερ. Η κυβέρνησή του επιδίωξε μια μέτρια, ρεαλιστική προσέγγιση με τις Βρυξέλλες, αποφεύγοντας προσεκτικά οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί αντιστροφή του Brexit. Ήταν μια σαφής πολιτική επιλογή για να μην ξαναφουντώσει ο διχασμός. Μόνο που δεν ικανοποίησε σχεδόν κανέναν. Το φιλοευρωπαϊκό μπλοκ το θεώρησε ως μια δειλή στάση· οι οπαδοί του Brexit παρέμειναν καχύποπτοι και βέβαια το Reform συνέχισε να κερδίζει έδαφος.

Αν ο Άντι Μπέρναμ, ο δήμαρχος του Μάντσεστερ που πρόσφατα εκλέχθηκε βουλευτής σε περιφέρεια της ευρύτερου δήμου όπου ο Φάρατζ έχει μεγάλη δύναμη, διαδεχθεί τελικά τον Στάρμερ θα κληρονομήσει μαζί με την πρωθυπουργία κι ένα ιστορικό δίλημμα. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να απαντήσει στο πιεστικό ερώτημα που δεν γίνεται να αποφύγει κανένας μελλοντικός πρωθυπουργός: Ποια είναι τελικά η θέση της Βρετανίας στην Ευρώπη; Η απάντηση που θα δώσει θα τον καθορίσει πολιτικά περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Βέβαια, οι λέξεις συνεχίζουν να έχουν σημασία και η λέξη «επανένταξη» παραμένει δυνητικά επικίνδυνη· μπορεί να προκαλέσει πολιτική ηλεκτροπληξία. Λίγοι σοβαροί παρατηρητές πιστεύουν πραγματικά πως η Βρετανία θα επιστρέψει στην Ε.Ε. σε καθεστώς πλήρους μέλους οποιαδήποτε στιγμή στο εγγύς μέλλον. Τα εμπόδια είναι μεγάλα, το ίδιο και οι πολιτικοί κίνδυνοι. Ωστόσο, η ιστορία σπάνια κινείται σε ευθεία γραμμή... 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0