Η Μέση Ανατολή αναζητά σήμερα μια συμφωνία. Μόνο που πίσω από αυτήν κρύβονται διαφορετικές επιδιώξεις. Για τις ΗΠΑ, προτεραιότητα είναι οι επιθεωρήσεις και οι περιορισμοί στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Για το Ιράν, η πρόσβαση σε παγωμένα κεφάλαια και η άρση των διεθνών κυρώσεων. Για το Ισραήλ, ο Λίβανος και η Χεζμπολάχ. Για τις χώρες του Κόλπου, η αποφυγή μιας νέας περιφερειακής κρίσης. Όλοι δηλώνουν ότι επιδιώκουν τη συμφωνία. Δεν μιλούν όμως ακριβώς για το ίδιο πράγμα.
Οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις στην Ελβετία υποτίθεται ότι αφορούν κυρίως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Όποιος όμως παρακολουθεί τις δημόσιες δηλώσεις των τελευταίων ημερών θα μπορούσε να συμπεράνει ότι οι εμπλεκόμενοι συμμετέχουν σε διαφορετικές συζητήσεις. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στα μέσα της εβδομάδας ότι η Τεχεράνη αποδέχθηκε το «υψηλότερο επίπεδο πυρηνικών επιθεωρήσεων επ’ αόριστον». Λίγες ώρες αργότερα, η ιρανική πλευρά διέψευδε ότι υπάρχει συμφωνία για πρόσβαση επιθεωρητών στις βασικές πυρηνικές εγκαταστάσεις που βομβαρδίστηκαν από τις ΗΠΑ. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωνε ότι τα αποδεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν υπό αμερικανική και καταριανή εποπτεία για την αγορά αμερικανικών αγροτικών προϊόντων. Και πάλι η Τεχεράνη ξεκαθάρισε ότι δεν έχει αναλάβει καμία τέτοια δέσμευση. Οι διαφωνίες δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά ιστορία καχυποψίας ανάμεσα στις δύο χώρες· αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο. Πίσω από τις συνομιλίες στην Ελβετία κρύβονται τέσσερις διαφορετικές ατζέντες, τέσσερις διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει επιτυχία και τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της «ειρήνης» που υποτίθεται ότι αναζητείται μετά τον πόλεμο.
Για την Ουάσιγκτον, η συμφωνία αποτελεί έναν τρόπο να κατοχυρώσει πολιτικά όσα δεν κατάφερε να επιβάλει στρατιωτικά. Μετά από έναν πόλεμο που παρουσιάστηκε ως αναγκαίος για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν, η κυβέρνηση Τραμπ χρειάζεται μια διπλωματική κατάληξη που να μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία. Οι επιθεωρήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, η παρακολούθηση των πυρηνικών εγκαταστάσεων και η δυνατότητα ελέγχου αποτελούν το ελάχιστο πολιτικό αντάλλαγμα που χρειάζεται ο Λευκός Οίκος για να υποστηρίξει ότι ο πόλεμος πέτυχε κάτι περισσότερο από μια προσωρινή καθυστέρηση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου στα προπολεμικά επίπεδα προσφέρει ήδη ένα πρώτο οικονομικό επιχείρημα υπέρ της συμφωνίας, καθώς οι αγορές εκτιμούν ότι απομακρύνεται ο κίνδυνος νέας διαταραχής στις ενεργειακές ροές.
Η Τεχεράνη βλέπει την εικόνα από εντελώς διαφορετική γωνία. Για την ιρανική ηγεσία, η κεντρική επιδίωξη είναι μια οικονομική ανάσα. Η πρόσβαση σε δισεκατομμύρια δολάρια παγωμένων κεφαλαίων, η χαλάρωση των κυρώσεων και η επιστροφή σε μια στοιχειώδη οικονομική κανονικότητα έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις τεχνικές λεπτομέρειες του πυρηνικού προγράμματος. Η ανθεκτικότητα που απέδειξε η Τεχεράνη δεν εγγυάται από μόνη της τη σταθερότητα. Το επόμενο ζητούμενο είναι να τη μετατρέψει σε μια νέα ισορροπία, τόσο στο εσωτερικό όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Γι’ αυτό και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις γύρω από τις επιθεωρήσεις είναι εν μέρει παραπλανητικές. Οι δύο πλευρές συζητούν τα ίδια θέματα, αλλά δεν τους αποδίδουν την ίδια βαρύτητα. Αυτό που για την Ουάσιγκτον αποτελεί τον πυρήνα της συμφωνίας, για το Ιράν είναι συχνά το τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για να επιτευχθεί κάτι άλλο.
Μία συμφωνία, πολλές εκδοχές
Παραδοσιακά, οι συνομιλίες για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα χαρακτηρίζονταν από αυστηρή μυστικότητα. Οι διαπραγματευτές απέφευγαν να δημοσιοποιούν λεπτομέρειες πριν ολοκληρωθεί ένα συνολικό πακέτο συμφωνίας. Η λογική ήταν απλή. Τίποτα δεν μπορούσε να θεωρηθεί συμφωνημένο μέχρι να συμφωνηθούν τα πάντα. Σήμερα μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Η αμερικανική πλευρά ανακοινώνει τμηματικά στοιχεία των συνομιλιών, συχνά πριν αυτά οριστικοποιηθούν. Η ιρανική πλευρά απαντά με δημόσιες διαψεύσεις ή διορθώσεις. Οι δύο κυβερνήσεις μοιάζουν να διαπραγματεύονται όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και μπροστά στο κοινό τους. Ο λόγος είναι προφανής. Ο Τραμπ αγωνιά να αποδείξει ότι η στρατηγική του αποφέρει άμεσα αποτελέσματα. Οι Ιρανοί διαπραγματευτές από την πλευρά τους κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν την εικόνα μιας ηγεσίας που υποχωρεί υπό αμερικανική πίεση. Και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι η μάχη δεν δίνεται μόνο στα τραπέζια των συνομιλιών αλλά και στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.
Η δημόσια αντιπαράθεση δεν αποτελεί έτσι απαραίτητα ένδειξη ότι οι συνομιλίες έχουν κολλήσει. Αντίθετα, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι διαπραγματευτές έχουν περάσει από τις γενικές αρχές στις λεπτομέρειες. Και εκεί ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα. Οι επιθεωρήσεις, το χρονοδιάγραμμα άρσης των κυρώσεων, η πρόσβαση στα παγωμένα κεφάλαια και οι μηχανισμοί εφαρμογής μιας συμφωνίας είναι ζητήματα στα οποία ακόμη και μικρές διαφορές στη διατύπωση μπορούν να αποκτήσουν τεράστια πολιτική σημασία. Γι' αυτό και κάθε πλευρά επιχειρεί να διαμορφώσει εγκαίρως τη δική της εκδοχή της πραγματικότητας, πριν η διαπραγμάτευση φτάσει στην τελική ευθεία. Αυτή η δημόσια σύγκρουση αφηγήσεων αποτελεί ταυτόχρονα ένδειξη προόδου και ένδειξη δυσκολίας. Δείχνει ότι οι συνομιλίες έχουν προχωρήσει αρκετά ώστε να συζητούνται συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Δείχνει όμως και ότι τα πιο κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.
Ο Λίβανος σημαντικότερος ίσως και από το πυρηνικό πρόγραμμα
Η μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις του 2015 είναι ότι σήμερα το πυρηνικό πρόγραμμα δεν αποτελεί το μοναδικό ή ίσως ούτε καν το σημαντικότερο θέμα. Πίσω από τις τεχνικές συζητήσεις για επιθεωρήσεις, εμπλουτισμό ουρανίου και κυρώσεις βρίσκεται ένα ευρύτερο ερώτημα. Ποια θα είναι η θέση του Ιράν στη Μέση Ανατολή μετά τον πόλεμο; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί στα εργαστήρια της Νατάνζ ή του Φορντό. Βρίσκεται στον Λίβανο, στη Συρία, στον Περσικό Κόλπο και στις σχέσεις του Ιράν με τους συμμάχους του. Αυτό εξηγεί γιατί οι εξελίξεις στον Λίβανο αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Καθώς οι συνομιλίες στην Ελβετία προχωρούν, το κέντρο βάρους μετακινείται σταδιακά από το πυρηνικό πρόγραμμα προς το ζήτημα της περιφερειακής ισχύος.
Για το Ισραήλ, το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά πυρηνικό. Η ισραηλινή ηγεσία αντιμετωπίζει ως εξίσου σημαντικό το δίκτυο οργανώσεων και συμμάχων που συνδέονται με την Τεχεράνη. Η Χεζμπολάχ παραμένει ο σημαντικότερος από αυτούς τους παράγοντες. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία της επόμενης φάσης. Οι πυρηνικές εγκαταστάσεις μπορούν να επιθεωρηθούν. Οι φυγοκεντρητές μπορούν να καταμετρηθούν. Η περιφερειακή επιρροή, όμως, δεν μπορεί να περιοριστεί με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό και ο Λίβανος ενδέχεται να αποδειχθεί δυσκολότερο κεφάλαιο από το ίδιο το πυρηνικό πρόγραμμα. Αυτό εξηγεί και γιατί οι εξελίξεις στη χώρα παρακολουθούνται τόσο στενά από όλους τους εμπλεκόμενους. Για την Ουάσιγκτον, μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να υπονομεύσει την ίδια τη λογική της διαπραγμάτευσης με την Τεχεράνη. Για το Ισραήλ, η Χεζμπολάχ παραμένει η πιο άμεση στρατιωτική απειλή στα σύνορά του. Για το Ιράν, η τύχη της οργάνωσης συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητά του να διατηρεί επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, ενώ οι διαπραγματευτές συζητούν στην Ελβετία για επιθεωρήσεις και κυρώσεις, ένα σημαντικό μέρος της επόμενης ημέρας κρίνεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.
Οι χώρες του Κόλπου και η αναζήτηση σταθερότητας
Υπάρχει όμως και μια τέταρτη ατζέντα, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου σημαντική. Οι μοναρχίες του Κόλπου παρακολουθούν τις συνομιλίες από διαφορετική σκοπιά. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν ενδιαφέρονται πρωτίστως για τις τεχνικές λεπτομέρειες των επιθεωρήσεων ούτε για τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και στην Τεχεράνη. Το βασικό τους ζητούμενο είναι η σταθερότητα. Ο πόλεμος έδειξε πόσο ευάλωτη παραμένει η περιοχή απέναντι σε μια νέα κρίση. Οι απειλές για το Στενό του Ορμούζ, οι διακυμάνσεις στις ενεργειακές αγορές και ο κίνδυνος γενικευμένης περιφερειακής ανάφλεξης υπενθύμισαν ότι το κόστος μιας σύγκρουσης δεν περιορίζεται στα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη. Οι χώρες του Κόλπου έχουν επενδύσει τα τελευταία χρόνια στην οικονομική διαφοροποίηση, στον τουρισμό, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και σε φιλόδοξα αναπτυξιακά σχέδια. Μια νέα πολεμική αναμέτρηση θα έβαζε σε κίνδυνο όλα αυτά τα σχέδια.
Η συμφωνία που όλοι χρειάζονται
Το παράδοξο της στιγμής είναι ότι σχεδόν όλοι οι βασικοί παίκτες έχουν λόγους να επιθυμούν μια συμφωνία και ταυτόχρονα διαφορετικές αντιλήψεις για το περιεχόμενό της. Οι ΗΠΑ αναζητούν έναν μηχανισμό ελέγχου και σταθερότητας. Το Ιράν αναζητά οικονομική επανένταξη και αναγνώριση του περιφερειακού του ρόλου. Το Ισραήλ επιδιώκει περιορισμό των απειλών που αντιλαμβάνεται στα βόρεια σύνορά του. Οι χώρες του Κόλπου αναζητούν ασφάλεια, χωρίς νέα πολεμική αναμέτρηση. Όλες αυτές οι επιδιώξεις συναντώνται σήμερα στην Ελβετία. Και όλες μπορούν να συγκρουστούν μεταξύ τους. Ίσως γι’ αυτό οι δημόσιες αντιφάσεις των τελευταίων ημερών να είναι λιγότερο σημαντικές από όσο φαίνονται. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι αν οι δύο πλευρές διαφωνούν για το τι ειπώθηκε σε μια αίθουσα διαπραγματεύσεων. Είναι ότι προσπαθούν να χωρέσουν σε ένα ενιαίο πλαίσιο τέσσερις διαφορετικές εκδοχές τού τι σημαίνει ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Πριν από λίγους μήνες, πολλοί πίστευαν ότι ο πόλεμος θα ξεκαθάριζε τους συσχετισμούς στην περιοχή. Οι συνομιλίες στην Ελβετία δείχνουν ότι συνέβη μάλλον το αντίθετο. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να άλλαξαν τα δεδομένα στο πεδίο, δεν κατάφεραν όμως να λύσουν τα πολιτικά προβλήματα που βρίσκονταν πίσω από τη σύγκρουση. Και όσο οι εμπλεκόμενοι εξακολουθούν να διαφωνούν -ακόμη και για το τι ακριβώς συζητούν- γίνεται ολοένα πιο σαφές ότι η δυσκολότερη φάση της κρίσης ίσως να μην ήταν ο πόλεμος, αλλά η διαπραγμάτευση που τον διαδέχεται.
Βαριά η σκιά της Γάζας
Έκθεση του ΟΗΕ δείχνει πως τα παιδιά στην Παλαιστίνη «στοχοποιήθηκαν και σκοτώθηκαν σκόπιμα» από τις ισραηλινές δυνάμεις

Η προσοχή της διεθνούς κοινότητας παραμένει στραμμένη στις συνομιλίες για το Ιράν, στις εξελίξεις στον Λίβανο και στις προσπάθειες διαμόρφωσης μιας νέας περιφερειακής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, μια νέα έκθεση του ΟΗΕ επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που πολλοί φαίνεται να θεωρούσαν ότι θα παραμεριζόταν από την επικαιρότητα των τελευταίων μηνών. Τι ακριβώς συνέβη και συμβαίνει σήμερα στη Γάζα. Η έκθεση δημοσιεύθηκε από την Ανεξάρτητη Διεθνή Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, και του Ισραήλ. Πρόκειται για το ίδιο όργανο που είχε συμπεράνει -σε προηγούμενη έκθεσή του- ότι το Ισραήλ διέπραξε πράξεις γενοκτονίας στη Γάζα και ότι Ισραηλινοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων και ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, συνέβαλαν με δηλώσεις τους στην υποκίνησή τους. Η νέα έκθεση επικεντρώνεται ειδικά στα παιδιά. Ο πρόεδρος της επιτροπής, ο πρώην πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας Σρινιβασάν Μουραλιντάρ, δήλωσε ότι τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν δείχνουν πως Παλαιστίνια παιδιά «στοχοποιήθηκαν και σκοτώθηκαν σκόπιμα» από τις ισραηλινές δυνάμεις. Σύμφωνα με την επιτροπή, περίπου το 30% των ανθρώπων που σκοτώθηκαν από τις ισραηλινές επιχειρήσεις ήταν παιδιά, ενώ η συστηματική χρήση βομβών μεγάλης ισχύος σε πυκνοκατοικημένες περιοχές αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση της πρόθεσης πίσω από τις επιχειρήσεις. Οι ερευνητές δεν περιορίζονται στους άμεσους θανάτους. Η έκθεση συνδέει επίσης τους μαζικούς εκτοπισμούς, τους περιορισμούς στην ανθρωπιστική βοήθεια, τις ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, καθώς και τις επιθέσεις σε νοσοκομεία και μονάδες αναπαραγωγικής υγείας με ευρύτερες συνέπειες για την επιβίωση και την ανάπτυξη των παιδιών στη Γάζα. Σχεδόν το σύνολο του παιδικού πληθυσμού, σημειώνει, χρειάζεται πλέον ψυχολογική υποστήριξη, ενώ καταγράφονται αυξημένες αποβολές και σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία νεογνών.
Η επιτροπή εξετάζει επίσης την κατάσταση στη Δυτική Όχθη και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου καταγράφει αύξηση της βίας εποίκων κατά ανηλίκων, καθώς και καταγγελίες για βασανιστήρια, εξευτελιστική μεταχείριση και σεξουαλική βία κατά Παλαιστινίων που συνελήφθησαν από τις ισραηλινές αρχές. Σύμφωνα με το πόρισμα, η μεταχείριση αυτή συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας υπό τη μορφή βασανιστηρίων και άλλων απάνθρωπων πράξεων που προκαλούν σοβαρή σωματική ή ψυχική βλάβη. Η κυβέρνηση του Ισραήλ απέρριψε τα συμπεράσματα της έκθεσης, κάνοντας λόγο για μια «συκοφαντική παρωδία» και επαναλαμβάνοντας τον γνωστό ισχυρισμό πως η Χαμάς χρησιμοποιεί αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες.
Η νέα έκθεση δεν προέρχεται όμως από κάποια οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και προστίθεται σε μία ολοένα μεγαλύτερη αλυσίδα πορισμάτων, ερευνών και νομικών αξιολογήσεων που θέτουν όλο και πιο επίμονα το ίδιο ερώτημα: Αν η διεθνής κοινότητα είναι κάποια στιγμή διατεθειμένη να συζητήσει το μέλλον της περιοχής χωρίς να αντιμετωπίσει όσα συνέβησαν στη Γάζα. Είναι μια συζήτηση που σήμερα αποκτά καθοριστική σημασία. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης στον Λίβανο και οι πρωτοβουλίες των αραβικών κρατών έχουν έναν κοινό στόχο: τη διαμόρφωση ενός σταθερότερου περιφερειακού πλαισίου μετά από μήνες πολέμου και κρίσεων. Όμως η Γάζα παραμένει το μεγαλύτερο ανοιχτό τραύμα της περιοχής. Ακόμη και αν επιτευχθεί συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ακόμη και αν μειωθεί ο κίνδυνος ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης. Ακόμη και αν σταθεροποιηθεί η κατάσταση στον Λίβανο. Το ερώτημα της λογοδοσίας για όσα συνέβησαν στη Γάζα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό· είναι και πολιτικό. Η διεθνής τάξη που οικοδομήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ορισμένα εγκλήματα είναι τόσο σοβαρά ώστε να μην μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως απλές «παράπλευρες απώλειες» ενός πολέμου. Γι' αυτό και οι κατηγορίες περί εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας ή γενοκτονίας έχουν ιδιαίτερο βάρος. Δεν αφορούν μόνο τους υπεύθυνους μιας σύγκρουσης αλλά και την αξιοπιστία των θεσμών που υποτίθεται ότι καλούνται να τους κρίνουν. Η νέα έκθεση του ΟΗΕ δεν βάζει τέλος σε αυτή τη συζήτηση. Υπενθυμίζει όμως κάτι που συχνά χάνεται μέσα στον καταιγισμό των εξελίξεων. Η Μέση Ανατολή μπορεί να διαπραγματεύεται ήδη την επόμενη ημέρα. Η Γάζα εξακολουθεί να ζητά απαντήσεις για την προηγούμενη.
