Είτε αναφερόμαστε σε ξεφτισμένους τηλεοπτικούς διαγωνισμούς, είτε στα ανυπόληπτα -πλέον- Grammy, στους απαξιωμένους καταλόγους επιτυχιών (Charts), ή ακόμη και στα διαφημισμένα sold out καλλιτεχνών σε μεγάλα στάδια, προσεγγίζουμε τους τρόπους της βιομηχανικής μετατόπισης της προσφοράς και ζήτησης της ποπ μουσικής. Και, κυρίως, πώς μεταλλάσσεται η γενικότερη ιδέα για το τι εννοούμε πια με αυτόν τον όρο. Τι αντιλαμβάνεται, δηλαδή, ως ποπ μουσική μια νεολαία εκτεθειμένη σε πλειάδα ήχων τους οποίους, αν τολμήσεις και τους κατατάξεις σε κάποιο μουσικό είδος, οι δημιουργοί τους θα σε στραβοκοιτάξουν καθώς το μοναδικό είδος που αποδέχονται είναι εκείνο που ορίζει η ταυτότητά τους.
Πέρα απ’ τον θόρυβο που προκαλούν τα ακτιβιστικά και παρασκηνιακά παρελκόμενα του φετινού ετήσιου διαγωνισμού της Eurovision, το σίγουρο είναι ότι επανέρχονται οι ίδιες και απαράλλαχτες αναλύσεις περί καλλιτεχνικής ευτέλειας της τηλεοπτικής φιέστας. Τόσο ο χλευασμός των ταγμένων στην ποιότητα που δεν αντέχουν τίποτα λιγότερο από σπουδαίους μουσουργούς και απαξιώνουν όσους ασχολούνται με χαμηλής αισθητικής θεάματα, όσο και η αδιαπραγμάτευτη στήριξη των φανατικών του θεσμού, που ακόμη και σήμερα βρίσκουν κάποια απόλαυση σε αυτή την πασαρέλα τρίλεπτων πυροτεχνημάτων που ανεμίζουν εθνικά σημαιάκια, ελάχιστο αντίκτυπο έχουν. Ούτε οι πρώτοι θέλουν να αντιληφθούν την απελευθερωτική αξία των ένοχων απολαύσεων στη μουσική, ούτε οι τελευταίοι θα αναζητήσουν τη δουλεμένη παραγωγή πίσω από την ενδυματολογία, τα αστραφτερά χαμόγελα και τις χορευτικές φιγούρες. Τα ποπ δημιουργήματα που θα ξεπηδήσουν κάθε χρόνο από τον συγκεκριμένο διαγωνισμό θα απασχολήσουν -έστω και λίγο- ένα ευρύ κοινό που ίσως κάποτε να παρακολουθούσε τις mainstream μουσικές τάσεις αλλά στη συνέχεια, μοιραία, στράφηκε σε όσα προωθούσε σπασμωδικά η ψευτοδημοκρατία του ελεύθερου streaming τραγουδιών.
To Ferto, το Fuego και τα υπόλοιπα
Φέτος η lifestyle επικαιρότητα αντιμετωπίζει τον Akyla ως ένα πολλά υποσχόμενο ταλέντο. Πιθανότατα αυτό να ισχύει, αλλά σίγουρα δεν θα αποδειχθεί μέσω τραγουδιών όπως το «Ferto». Αξίζουν όμως αυτά την προσοχή μας; Την αξίζουν στον βαθμό που αξίζει να ασχολούμαστε με οτιδήποτε διασυνδέει την εύπλαστη νεανική κουλτούρα, κυρίως στη Νότια Ευρώπη, με την κατάσταση που επικρατεί στις ΗΠΑ αλλά και στη Λατινική Αμερική, ύστερα κι από την πρόσφατη έκρηξη δημοφιλίας του Πορτορικάνου Bad Bunny.
Η αξία τραγουδιών, όπως το «Ferto», φυσικά δεν εδραιώνεται με ακαδημαϊκούς όρους. Η δομή του τραγουδιού ποντάρει αποκλειστικά στη δύναμη του αλγόριθμου να το σερβίρει ως ελκυστικό περιεχόμενο στο TikTok και έχει φτιαχτεί με άξονα τη διάσπαση προσοχής. Το τραγούδι σκρολάρει ανά 15 δευτερόλεπτα σε άλλον ρυθμό για να κρατήσει την ένταση. Η ανάπτυξη δεν νοιάζεται για ευδιάκριτα κουπλέ αλλά στρέφεται απότομα στη latin pop, μετά στο eurotrash, μετά στην trance και πάει λέγοντας. Όμως, όσες απότομες τιμονιές και να γίνουν προς πάσα προφανή κατεύθυνση, η προέλευση της reggaeton κουλτούρας παραμένει, έστω με παγκοσμιοποιημένο προφίλ, και όσα στοιχεία κι αν επιστρατεύονται -όπως το παίξιμο της λύρας- παραμένουν μασκαρέματα μιας trap ταυτότητας. Πολλά ανάλογα τραγούδια λειτουργούν ως χοάνη αυτών των μουσικών ειδών, κάτι το οποίο οι Αμερικανοί περιγράφουν με την άσχημη λέξη pastiche.
Με άλλα λόγια, πολύ δύσκολα ένα τραγούδι μπορεί να υπερβεί τον χαμηλό ποιοτικό πήχη που διακρίνει τον συγκεκριμένο χώρο, και η εδραιωμένη ακαλαισθησία μπαίνει φραγμός στη διαχρονικότητα μιας (όσο πιο εύπεπτης τόσο το καλύτερο) ποπ μελωδίας. Με τη συνέπεια απέναντι στη μουσική ιστορικότητα να χάνεται κάπου στις αμέτρητες οθόνες που παράγουν πρωτοεπίπεδους ενθουσιασμούς, φαντάζει όλο και πιο παλαιικός ο διαχωρισμός μεταξύ «έντεχνης» και «άτεχνης» μουσικής. Καλό θα ήταν, ωστόσο, να διαχωρίσουμε τα τραγούδια που στοχεύουν στο εδώ και στο τώρα, από τα ποπ δημιουργήματα που αρνήθηκαν τη μετριότητα των διαγωνισμών και, αν μη τι άλλο, επιδίωξαν ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα.
