Λίγες μόνον ώρες απείχαν οι συναυλίες του ύστατου Σαββατοκύριακου του Ιανουαρίου που καταλαμβάνουν τη στήλη. Εκείνη της 24ης του μηνός στην αίθουσα «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» εγκαινιάσθηκε με «3 χορευτικές μικρασιατικές εικόνες», έργ. 58, του αδιάπτωτα δραστήριου Φίλιππου Τσαλαχούρη, ενδιαφέρουσες συμφωνικές μινιατούρες, με την τελευταία να σηματοδοτείται από τη ρυθμική, απειλητική σύμπραξη της γκρανκάσας, εγγυητική αυστηρού χορευτικού χαρακτήρα. Στο πόντιουμ της Φιλαρμόνια Ορχήστρας Αθηνών, μέσω Γερμανίας και Αυστραλίας, η ήδη βραβευμένη νεαρή Maria Keller συνόδευσε ακολούθως τον επίσης νεαρό, γεννημένο στη Ν. Ζηλανδία αλλά μουσικά γερμανοτραφή, όπως και η μαέστρος, βιολοντσελίστα Matthias Balzat για το κοντσέρτο σε σι ελάσσονα του Antonín Dvořák. Παρά την αγωγική ένδειξη «αλέγκρο», η α’ κίνηση εξελίχθηκε σε διαδικασία «θηλασμού» της κάθε στιγμής του βαθυβίωτου λυρισμού της. Εξάλλου, η ισότιμη ανάδειξη παράπλευρων ορχηστρικών φωνών με το τσέλο δεν υπηρέτησε τον κύριο ειρμό του adagio, ενώ και για το μυώδους αισιοδοξίας «Φινάλε», η παρτιτούρα υπέφερε από το «ξεχείλωμα» μιας ανώφελης υπερανάλυσης.

Παράλληλα με την εκδήλωση του Ωδείου Αθηνών υπό τον αινιγματικό συλλογικό τίτλο «Στον απόηχο της γιορτής», που ολοκληρώθηκε με την πολύ απαιτητική 2η συμφωνία του Robert Schumann, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών εκτυλίσσονταν κυριολεκτικές και πολυεπίπεδες «Ημέρες Πιάνου», για μια περίσταση των οποίων προσήλθαμε στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» με ιδιαίτερη προσδοκία. Κύριος καθ’ ημάς πόλος έλξης της ατομικής εμφάνισης, στις 7 η ώρα βράδυ Κυριακής, του νεαρού Αυστριακού πιανίστα Lukas Sternath, παρεμπιπτόντως με δύο ογκόλιθους στην τονικότητα της σι ύφεση μείζονος, ήταν η έσχατη 21η σονάτα του Franz Schubert, περισσότερο οικεία στους νεότερους υπό τον αριθμό καταλόγου Deutsch 960.
Στην κατά Bryce Morrison «αεί ασύλληπτη και ιλιγγιώδη πρόκλησή της» το ανάπτυγμα των ερμηνευτικών ανταποκρίσεων παραμένει εκτεταμένο και ανταποδοτικά υποκειμενικό. Για την αθηναϊκή περίσταση τη συναυλιακή τελετουργία εγκαινίασε η διακριτική είσοδος του σολίστ και η εκ μέρους του εγκαθίδρυση σιγής. Πιανισμός έμφορτος βιοτικού άχθους εγέρθηκε σταδιακά από τον λυρισμό στη διαμαρτυρία, με τη διαδρομή τού χαρακτηριστικού molto moderato να εξελίσσεται σε διαδικασία σχολαστικής οριοθέτησης παύσεων και κυοφορίας επεισοδίων, χωρίς εκφραστική επένδυση της φραστικής, μια προσωπική οπτική αποστασιοποίησης, χωρίς εσωτερική ένταση, που μετέτρεψε την κίνηση σε κυριολεκτικά αχανή και ασύνδετη.
Αθρόα είσοδος θεατών οδήγησε σε ένα αργό μέρος επίσης οιονεί «υπνοβασίας», με την ίδια επίπεδη αντίληψη, επιτηδευμένα στυλιζαρισμένη. Ομοίως και το σκέρτσο, που μετέτρεψε το τελικό allegro non troppo από επιστέγασμα μουσικού αφηγήματος σε μηχανιστική και εγκεφαλική παράθεση επεισοδίων. Ανατρέχοντας ενδεικτικά σε ορόσημα της σχετικής δισκογραφίας επιβεβαιώσαμε τη συνηγορία μας σε συνεκτικές εκτελέσεις, όπως η εμβληματική πρώτη χάραξη του Artur Schnabel και εκείνη του Wilhelm Kempff, ενώ από τις αντιπροσωπευτικές μιας περισσότερο ρομαντικής ελευθεριότητας παραμένουμε δέσμιοι μιας Maria Yudina, αλλά απέναντι στον Sviatoslav Richter, συμπτωματικά αναφορά για την 8η σονάτα του Sergei Prokofieff που ολοκλήρωσε στιβαρά και θεαματικά τη συναυλία του νεαρού Στέρνατ, καλλιτέχνη που θα εξακολουθήσουμε να παρακολουθούμε με ενδιαφέρον.
