Η Βουλγαρία είναι η τιμώμενη χώρα στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης που ξεκίνησε την Πέμπτη (7/5/2026) και ολοκληρώνεται την Κυριακή. Βούλγαροι ποιητές και συγγραφείς μεταφρασμένοι στην Ελλάδα, παρόντες στην τιμητική εκδήλωση που έγινε στο περίπτερο της γειτονικής χώρας, με ευχαριστίες για τις γέφυρες επικοινωνίας που συνεχώς χτίζονται μεταξύ των λογοτεχνών, των εκδοτών και των μεταφραστών των δύο χωρών, αποδεικνύοντας την κοινή μοίρα των δύο λαών, τις αγωνίες και τα συναισθήματά τους και όχι τις διαφορές τους, χωρίς την πρόθεση να χειραγωγεί ο ένας τον άλλον από θέση ισχύος...


Παρεμβατική, καθόλου στερεοτυπική και χωρίς στρογγυλεμένα λόγια, η ομιλία της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, μεταφράστριας πολλών Βούλγαρων λογοτεχνών (μεταξύ αυτών και του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ), η οποία χαρακτήρισε «κατασκευή τα περί βαλκανικής λογοτεχνίας που χρόνια εξυπηρετούσε το κεντρικό εθνικιστικό πολιτικό αφήγημα», επισημαίνοντας πως ευτυχώς οι λογοτέχνες αποδεικνύουν ότι είναι κοσμοπολίτες και όχι περιφερειακοί, κακομοίρηδες Βαλκάνιοι, που «περιθωριοποίησαν τους συνοριοφύλακες της αφήγησης του εθνικιστικού φολκλόρ».

Ακολουθεί η ομιλία της:
Κατασκευή τα περί βαλκανικής λογοτεχνίας
Πριν από ακριβώς είκοσι χρόνια, σε αυτή εδώ την έκθεση, τη διεθνή έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης είχα μιλήσει με θέμα τη βαλκανική λογοτεχνία και είχα υποστηρίξει πως κάτι τέτοιο δεν υπήρχε, απλώς και μόνο επειδή ακόμα δεν υπήρχε στοιχειώδης γνώση των λογοτεχνιών μας, και επειδή τελικά τα Βαλκάνια έμοιαζαν να είναι ένα κατασκεύασμα που προέκυπτε από πολιτικές συγκυρίες και ιστορικές συμπτώσεις, οι οποίες όμως μάλλον απομάκρυναν παρά έφερναν κοντά τις συγγραφικές και αναγνωστικές συνήθειες των εκάστοτε λαών. Δεν υπήρχαν μεταφράσεις, δεν υπήρχε στοιχειώδης επικοινωνία, δεν υπήρχε εκμάθηση γλωσσών.
Ειδικά στην Ελλάδα, μια αυτιστική σχεδόν εμμονή στην εικόνα του Έλληνα που μέσω του βυζαντινού πολιτισμού έδινε τα φώτα της στους βάρβαρους Σλάβους απέκλειε εκ των προτέρων κάθε προσέγγιση της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής, ποινικοποιούσε σχεδόν το ενδιαφέρον για τις σύγχρονες φωνές των γειτόνων, γκρέμιζε αντί να χτίζει τις περίφημες γέφυρες που υποτίθεται πως δημιουργεί η λογοτεχνική μετάφραση. Κλείνοντας εκείνη τη μάλλον οργισμένη με τα φαντασιακά κατασκευάσματα της Δύσης (κατά την αξεπέραστη πάντα Μαρία Τοντόροβα) ομιλία μου αναφέρθηκα ανάμεσα σε άλλους με θαυμασμό και στον Βούλγαρο ποιητή Αλεξάντρ Κιόσεφ που είχε μιλήσει για την ελπίδα του σε εκείνους τους λογοτέχνες που κάποια στιγμή θα έφευγαν από τον ασφυκτικό κλοιό και τον καταναγκασμό του φαντασιακού των περιφερειακών λογοτεχνιών και θα μιλούσαν ως κοσμοπολίτες τόσο για τις πατρίδες όσο και για τη διεθνή εμπειρία τους.
Ποια είναι σήμερα, είκοσι σύντομα και γεμάτα γεγονότα και αλλαγές χρόνια αργότερα; Εξακολουθώ να πιστεύω πως βαλκανική λογοτεχνία δεν υπάρχει, μια και η έννοια αυτή δεν ήταν παρά ένα κατασκεύασμα που ανταποκρινόταν στην παγκόσμια πολιτική και κάποιες φαεινές ιδέες ενός μάλλον ανόητου μάρκετινγκ.
Ωστόσο, βλέπω πλέον, και χαίρομαι γι’ αυτό πάρα πολύ, πως οι λογοτεχνίες της Βουλγαρίας και της Ελλάδας διαβάζονται και μεταφράζονται εκατέρωθεν όλο και περισσότερο και καλύτερα, το αναγνωστικό κοινό των δύο χωρών έχει συμπεριλάβει στα διαβάσματά του τα έργα των γειτόνων για να διαπιστώσει κάτι που τόνιζε σε ένα βιβλίο του με φιλοσοφικές σκέψεις για τη μετάφραση, ο Charles Le Blanc.1 Μια εξαιρετική επισήμανση του Λε Μπλανκ θα ήθελα να κάνω κεντρική ιδέα της σύντομης παρέμβασής μου στην έναρξη των εκδηλώσεων για τη βουλγαρική λογοτεχνία και τη Βουλγαρία ως τιμώμενης χώρας στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για τη φράση: «"the fundamental principle of translation is not otherness but sameness", η θεμελιώδης αρχή της μετάφρασης δεν είναι η διαφορετικότητα αλλά η ταύτιση/η ομοιότητα». Τι έχει συμβεί, λοιπόν;
Κατά τη γνώμη μου, τα είκοσι αυτά χρόνια που ακολούθησαν από την πρώτη μου ομιλία σε αυτή εδώ την έκθεση για το βιβλίο, η ευχή του Αλεξάντρ Κιόσεφ έγινε πραγματικότητα: Νέοι, απελευθερωμένοι συγγραφείς και ποιητές, πέταξαν από πάνω τους τη στολή του εξωτικού Βαλκάνιου, γύρισαν την πλάτη τους στο ιστορικό μυθιστόρημα περί των δεινών της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή περί της αρετής του εκάστοτε λαού, διανθισμένης πάντα με μπόλικες αναφορές στη λαϊκή παράδοση που οι παλιοί επέμεναν εμμονικά ότι ανήκε πριν και πάνω απ’ όλα σε αυτούς και ανέδειξαν την πανανθρώπινη κοινή μοίρα τού σήμερα, ανέδειξαν το πόσο ίδιοι είμαστε, το πόσο μοιάζουμε, το πόσο αληθινά και ειλικρινή θέματα μπορεί να συζητήσει ένας λογοτέχνης, το πόσο κοινή είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων - πέρα από τοπικές ή γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Σήκωσαν τις μπάρες των συνόρων και έδιωξαν τους συνοριοφύλακες που επί δεκαετίες δεν συντηρούσαν μόνο η πολιτική ή ο εθνικισμός, αλλά και η αντίληψη της λογοτεχνίας ως στοιχείου ιδιαιτερότητας και φολκλόρ, ως αντιπροσωπευτικής όχι του ανθρώπινου παράγοντα, αλλά του εξωτικού, ξεχωριστού, του εαυτού ως ξένου για τον άλλον που έπρεπε να παρουσιαστεί και να εξηγηθεί.
Η εμπειρία μου της μετάφρασης του αγαπημένου λογοτέχνη Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, αλλά και η σχέση μου μαζί του ως μεταφράστριάς του στην Ελλάδα μου επεφύλασσε όμορφες εκπλήξεις που συχνά μας έκαναν να γελάμε, επειδή ξανά και ξανά διαπιστώναμε τις άπειρες ομοιότητές μας και τις κοινές μας εμπειρίες. Η μετάφραση του Χρονοκαταφύγιου συνέπεσε με τους εντέλει ματαιωμένους λόγω κόβιντ εορτασμούς για τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση του 1821. Στο Χρονοκαταφύγιο, ο Γκοσποντίνοφ ανάμεσα σε άλλα θέματα καταπιάνεται και με το θέμα του εθνικισμού. Σε σκηνές που φαντάζουν εξωπραγματικές περιγράφει τις μεταμφιέσεις σε γιορτές εθνικής και ιστορικής ανάτασης, τις μεταμφιέσεις με παραδοσιακές στολές και τις αναπαραστάσεις επαναστάσεων, μαχών, νικητήριων εκστρατειών. Στο μεταξύ, όσο μετέφραζα, στην Ελλάδα προετοιμάζονταν πυρετωδώς οι φιέστες της επετείου της επανάστασης. Τις μέρες που μετέφραζα τις σκηνές κάποιων εορτών με μεταμφιέσεις στη Βουλγαρία κυκλοφορούσαν φωτογραφίες ιθυνόντων στην Ελλάδα με παραδοσιακές στολές, στους δρόμους στις εθνικές εορτές κυκλοφορούσαν Καραϊσκάκηδες και Κολοκοτρώνηδες (δεν μιλάω για εκείνη την άλλη, τη διαχρονική αρρώστια με τους μακεδονομάχους...). Έστειλα κάποιες φωτογραφίες στον Γκοσποντίνοφ. «Όπως στο βιβλίο μου!» ήταν η απάντηση. Αυτό ήταν ένα αστείο περιστατικό. Γελάσαμε και οι δύο.
Υπάρχουν πολλές και άλλες, κάποτε πιο στενάχωρες ομοιότητες που αντανακλούν τις εμπειρίες και τα βιώματα όλων των ανθρώπων και που η μετάφρασή τους, η μεταφορά τους απ' τη μια γλώσσα στην άλλη μας θυμίζουν ακριβώς αυτό: την κοινή εμπειρία, το κοινό πεπρωμένο που επιβάλλει η ανθρώπινη υπόστασή μας και η συνάντησή μας στον κόσμο όπου μοιραζόμαστε με όμοιους όρους την ομορφιά και την ασχήμια, τη χαρά και την απελπισία, την ευδαιμονία και τον πόνο. Μιλώντας πρόσφατα με έναν φίλο για το Ο κηπουρός και ο θάνατος μου είπε το εξής συνταρακτικό κατ’ εμέ, που περιγράφει αυτό ακριβώς που θέλω να σας πω για τη σύγχρονη βουλγαρική λογοτεχνία, αλλά και για κάθε καλή λογοτεχνία εντέλει. Μου είπε για το βιβλίο του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ: «Ο άνθρωπος αυτός μου έκλεψε τις εμπειρίες, μου έκλεψε τα συναισθήματα, μου έκλεψε τα λόγια μου».
Έτσι κάνει η καλή λογοτεχνία. Μας κλέβει τις εμπειρίες, τα συναισθήματα, τα λόγια. Πρόκειται για μια ευπρόσδεκτη, μια λυτρωτική κλοπή. Το ότι γιορτάζουμε σε αυτή την έκθεση φέτος τη Βουλγαρία ως τιμώμενη χώρα με χαροποιεί πολύ – η Βουλγαρία είμαστε εμείς, κι εμείς είμαστε η Βουλγαρία. Στη Βουλγαρία, όπως και στην Ελλάδα, οι άξιοι λογοτέχνες, οι καλοί, παθιασμένοι αναγνώστες αγαπούν και χαίρονται, λυπούνται και πενθούν με όμοιο τρόπο όπως οι λογοτέχνες και οι αναγνώστες στην Ελλάδα και στρέφουν τα νώτα τους σε κάθε είδους κατηγοριοποίηση που βάζει τους ανθρώπους σε κουτάκια. Επειδή η καλή λογοτεχνία, φιέστες με εθνικές στολές και καραγκιοζιλίκια με χαμένες πατρίδες και πονεμένες ιστορικές στιγμές τις βρίσκει αστείες. Μόνο όταν καταλάβουμε πόσοι ίδιοι είμαστε, μόνο τότε θα αντιληφθούμε πόσο πολύτιμη είναι η λογοτεχνία, οι συγγραφείς, οι ποιητές, και βέβαια και οι μεταφραστές, πόσο κοινή είναι η μοίρα μας.
Ναι, από εκείνη την έκθεση του 2006 έχουν γίνει πολλά και σημαντικά βήματα. Όχι προς μιαν ακόμα ανύπαρκτη κατ’ εμέ, φολκλορίστικη και επιβεβλημένη άνωθεν βαλκανική λογοτεχνία, αλλά προς την αναγνώριση και διάθεση και χαρά του εορτασμού της λογοτεχνικής παραγωγής ενός λαού με τον οποίο γειτνιάζουμε πολλούς αιώνες τώρα και που επιτέλους γνωρίζουμε να αγαπάμε επειδή αναγνωρίζουμε σε αυτόν την κοινή μας, ανθρώπινη μοίρα. Από τη μεριά μου θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σε όσους ανθρώπους στη Βουλγαρία γράφουν και μοιράζονται τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, καθώς και σε όσους ξέρουν να αναγνωρίζουν και να στηρίζουν τον μόχθο και την αφοσίωσή τους στην αλήθεια και στον λόγο. Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλους!
1. The Hermes Complex: Philosophical Reflections on Translation