Όπως το κεντητό έξωμο φουστάνι
σε προκαλεί να φανταστείς
με αυτά που δείχνει εκείνο που δεν φαίνεται,
έτσι και το καλό ποίημα σε κάνει
ανύποπτος να υποψιαστείς
με αυτά που λέει κι εκείνο που δεν λέγεται.
Κάρολος Τσίζεκ
Του Γιάννη Σχίζα
Σε μια συνέντευξή του ο Ζερόμ Μπαντέ της UNESCO υπογραμμίζει δύο αλλαγές που εμφανίστηκαν στον δυτικό κόσμο εξαλείφοντας κάποιες διαφορές ηλικιών: Είναι η διά βίου εκπαίδευση και η διά βίου σωματική αγωγή. Η πρόσληψη γνώσεων δεν είναι πλέον χαρακτηριστικό μιας ιδιαίτερης ηλικίας, αλλά συνεχίζεται στη διάρκεια της παραγωγικής σταδιοδρομίας και της συνταξιοδότησης, η σωματική αγωγή δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα της νεότητας αλλά και των ηλικιωμένων. Ο Μπαντέ μιλάει για μια «νεοκρατία» όχι υπό την έννοια της επιβολής, αλλά υπό την έννοια της ομογενοποίησης των (ευέλικτων) ηλικιακών ομάδων στην παρακολούθηση κάθε νεοφερμένης γνώσης...
Υπάρχουν βέβαια και μη ευέλικτες ηλικιακές ομάδες, που αυτοκλειδώθηκαν στην οπισθοδρομική τροχιά και στα δογματικά στερεότυπα των «παλιών - καλών καιρών». Άλλοι που φτιάχνονται με φουτουρισμούς, πεισμένοι δογματικά ότι το μέλλον τούς ανήκει, άλλοι που εν μέσω της ελληνικής αποικίας δραπετεύουν με τη δημιουργία τους - «νάρκης του άλγους δοκιμές, εν φαντασία και λόγω», θά 'λεγε ο Καβάφης. Υπάρχουν και οι μεταμοντέρνοι, που τρέχουν απλώς για να κερδίσουν σε κατανάλωση και θέαμα κατά το φυσικό παράδοξο «της ταχύτητας που κάνει τον χρόνο να ρέει πιο αργά»- καταπώς λέει ο Γραμματικάκης στην «Κόμη της Βερενίκης».
Όμως υπάρχουν κι αυτοί που «αδράξαν τη στιγμή» δίνοντας αντίστοιχα ωριμότητα ή νεανικότητα στον εαυτό τους. Αυτοί που δίχως καταναλωτική ή αγχωτική σχέση με τον χρόνο , δίχως ανεδαφική αισιοδοξία ή απαισιοδοξία, ριχτήκαν στον αγώνα και σε ό,τι ήθελε προκύψει...
Σε ένα κείμενό του ο Δημοσθένης Κούρτοβικ επισημαίνει τους νεωτερισμούς που επέφερε η μνημονιακή εποχή στον πολιτικό λόγο. Έχω ανάλογη άποψη από την εμπειρία δικών μας πολιτικών που έγιναν σοφοί και σαφείς, που εμπλούτισαν τον λόγο τους με αποφθέγματα και ποιήματα και εικόνες. Έχω υπόψη συναγωνιστές και συντρόφους που έκαναν αγνώριστο τον εαυτό τους μέσα σ' αυτή τη μαύρη πενταετία των Μνημονίων: Την πενταετία που έφερε δεινά, αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε σε πολλούς μια θαυμαστή συμπύκνωση επιδεξιοτήτων, μια εκπληκτική ενσωμάτωση πολιτικής ενέργειας, έναν αναστοχασμό για «ό,τι θα μπορούσε να ήταν κι εκείνο που ήταν» - κατά τον στίχο του Έλιοτ.
Όλοι αυτοί, και όχι μόνο, ενσωματώνουν σήμερα την ενέργεια της δημιουργικής ανατροπής. Κάνουν τη ζωή τους αξιοβίωτη και υπονοούν «εκείνα που δεν λέγονται» σε αυτό το κείμενο, όχι από άλλη αιτία, αλλά απλώς λόγω ανεπάρκειας χώρου.