Την ανάγκη για ριζικές αλλαγές στον σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, ανέδειξε στην τοποθέτησή του στη Διακομματική Επιτροπή για τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης.
Ο Λαρισαίος βουλευτής υποστήριξε ότι το πόρισμα της επιτροπής δεν θα έχει ουσιαστική αξία εάν περιοριστεί στη διαπίστωση των προβλημάτων, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «τα ψέματα τελείωσαν», τονίζοντας ότι εάν υπάρχει μέλλον για τον πρωτογενή τομέα απαιτούνται πλέον τολμηρές πολιτικές αποφάσεις.
Ο κ. Κόκκαλης στάθηκε ιδιαίτερα στο δομικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας, σημειώνοντας ότι οι αγρότες αποτελούν ένα επάγγελμα στο οποίο εμφανίζονται επίσης ως παραγωγοί, οικονομολόγοι, νομικοί και διαχειριστές πολύπλοκων προγραμμάτων, γεγονός που, όπως είπε, αποδεικνύει ότι το σημερινό μοντέλο δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη ενίσχυσης των συνεταιρισμών, επισημαίνοντας ότι σήμερα δεν υπάρχουν ουσιαστικά κίνητρα για τη συμμετοχή των παραγωγών σε συνεργατικά σχήματα, αφού τα φορολογικά οφέλη είναι αντίστοιχα με εκείνα της συμβολαιακής γεωργίας. Παράλληλα υποστήριξε ότι οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις εμπορικές εταιρείες στα επενδυτικά προγράμματα και ζήτησε ένα νέο μοντέλο συνεργατισμού με πραγματικά κίνητρα.
Αναφερόμενος στην εκπαίδευση των αγροτών, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει το λιγότερο εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό στον πρωτογενή τομέα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την ύπαρξη δεκάδων προγραμμάτων κατάρτισης, ζητώντας η εκπαίδευση να αποκτήσει πρακτικό χαρακτήρα και να συνδεθεί άμεσα με την παραγωγή.
Ο πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων εστίασε ακόμη στην αποτυχία, όπως τη χαρακτήρισε, των προγραμμάτων νέων αγροτών, εκτιμώντας ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των ενισχύσεων αλλά η έλλειψη πρόσβασης των νέων στη γεωργική γη, καθώς -όπως επισήμανε- οι τράπεζες χρηματοδοτούν την αγορά εξοπλισμού αλλά όχι την αγορά αγροτικής γης.
Σκληρή ήταν η κριτική του και για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας. Ο κ. Κόκκαλης υποστήριξε ότι η χώρα δεν μπορεί να θυσιάζει εύφορες εκτάσεις για ενεργειακές εγκαταστάσεις, προειδοποιώντας ότι, εάν συνεχιστεί αυτή η πρακτική, θα πληγεί η αγροτική παραγωγή και η διατροφική επάρκεια.
Περνώντας στα ζητήματα της καθημερινότητας, χαρακτήρισε «τουλάχιστον απαράδεκτο» τον σχεδιασμό του προγράμματος των βιολογικών καλλιεργειών, υποστηρίζοντας ότι η προσπάθεια αντιμετώπισης των παρατυπιών οδήγησε σε οριζόντιες κυρώσεις, με αποτέλεσμα να τιμωρούνται και συνεπείς παραγωγοί.
Για τη διαχείριση της ευλογιάς στα αιγοπρόβατα έκανε λόγο για «εγκληματική» αντιμετώπιση της κρίσης, ζητώντας απαντήσεις για τους ελέγχους στους μετακινούμενους κτηνοτρόφους και για το εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ζητήσει έλεγχο ανίχνευσης αντισωμάτων από εμβολιασμούς. Παράλληλα υπογράμμισε ότι η μετακινούμενη κτηνοτροφία αποτελεί στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής εκατοντάδων ορεινών χωριών.
Ο κ. Κόκκαλης αναφέρθηκε επίσης στο ζήτημα των ελληνοποιήσεων, επισημαίνοντας ότι η πλήρης εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος «Άρτεμις ΙΙ» καθυστερεί επί έξι χρόνια, παρότι -όπως είπε- θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλήρη ιχνηλασιμότητα του γάλακτος και αποτελεσματικό έλεγχο της αγοράς.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, κάλεσε την πολιτική ηγεσία του υπουργείου να διευκρινίσει με ποιον τρόπο σχεδιάζει να συνδέσει τις ενισχύσεις της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής με την πραγματική παραγωγή, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα και η στήριξη των πραγματικών παραγωγών.