Live τώρα    
Γρηγόρης Βαλτινός: Ο Μίκης έκανε τους αγώνες μουσική και ποίηση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γρηγόρης Βαλτινός: Ο Μίκης έκανε τους αγώνες μουσική και ποίηση

Η ζωή του είναι συνώνυμη με την τέχνη και τον αγώνα για τη δημοκρατία σε όλη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Σήμερα η πορεία αυτού του ανεξάντλητου κεφαλαίου για τη σύγχρονη Ελλάδα, του Μίκη Θεοδωράκη, μετατρέπεται σε ένα σκηνικό υπερθέαμα που αποτελεί ταυτόχρονα ένα συγκλονιστικό ταξίδι στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Συνδέοντας άρρηκτα θέατρο και μουσική, ο σκηνοθέτης Θέμης Μουμουλίδης, βασισμένος στην αυτοβιογραφία του Μίκη αλλά και δεκάδες άλλα ιστορικά τεκμήρια, κυρίως όμως στη μουσική και τα τραγούδια του, παρουσιάζει, από τη σκηνή του Θεάτρου Badminton, την παράσταση Ποιος τη ζωή μου. Ο Γρηγόρης Βαλτινός, που ερμηνεύει τον πατέρα του Μίκη, αλλά λειτουργεί και ως αφηγητής, συνοδεύοντάς τον σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, μίλησε στην "Αυγή" της Κυριακής για τον ρόλο του, αλλά και για το παράδειγμα του Θεοδωράκη για τους αγώνες του σήμερα...

Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη

* Μιλήστε μας για τον ρόλο που ενσαρκώνετε...

Στην παράσταση κάνω τον πατέρα του Μίκη, τον Γεώργιο Θεοδωράκη. Ήταν ανώτερος κρατικός υπάλληλος και κάθε τόσο διοριζόταν και σε διαφορετική πόλη, άλλοτε φυσιολογικά, άλλοτε δυσμενώς, γιατί οι Θεοδωράκηδες πάντοτε ήταν δραστήριοι πολιτικά. Είναι ο άνθρωπος που, κατά κάποιον τρόπο, καθόρισε την πορεία του Μίκη.

Έτσι, ο σκηνοθέτης επέλεξε να είναι αυτός και ο αφηγητής της ιστορίας του γιου του. Ο ρόλος μου λοιπόν είναι διττός, αφηγητής και πατέρας, ρόλοι που μπλέκονται με έναν τρόπο άχρονο, σαν να είναι όλα μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου, του Μίκη.

Στην παράσταση πολλές φορές συναντιέται με τον πατέρα του, ο οποίος άλλοτε τον παροτρύνει να ασχοληθεί με τη μουσική, κάνοντας πολλές θυσίες για να τον σπουδάσει, άλλοτε προσπαθεί να τον προστατέψει, λέγοντάς του: «παιδί μου, είναι τρέλα να πας στη διαδήλωση, θα σε σκοτώσουν», κι άλλοτε μπαίνει μέσα στο μυαλό του, όπως στη σκηνή που ο γιος του βρίσκεται στη φυλακή, απευθύνοντάς του τη φοβερή φράση, που νομίζω ότι χάραξε τον Μίκη, αλλά καθόρισε κι εμένα σαν ρόλο: «Ο θάνατος στη μάχη αποτελεί για τους Θεοδωράκηδες φυσική κατάσταση. Δεν έχεις να κάνεις τίποτα περισσότερο από το να συνεχίσεις την παράδοση της οικογένειάς σου. Αν σε σκοτώσουν, να πας με την ευχή μου, εμένα οι μέρες μου τέλειωσαν πια».

* Τι εντύπωση σας άφησε η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη για τις ανάγκες της παράστασης;

Είναι λίγο... τρομακτικό, ιδιαίτερα όταν ο άνθρωπος αυτός, που διαθέτει απίστευτη αντοχή, είναι και παρών στις πρόβες, μέχρι αργά τη νύχτα! Είναι σαν να δίνουμε όλος ο θίασος εξετάσεις, αναπαριστώντας τη ζωή ενός ανθρώπου μπροστά στα μάτια του και να περιμένουμε ανά πάσα στιγμή την κρίση του... Κάθε φορά που τελειώνει η πρόβα, πάω στον Μίκη και τον κοιτώ στα μάτια, σαν να του λέω: «Ήταν ο πατέρας σου αυτός που έκανα;» Βεβαίως, το θέατρο δεν είναι φωτογραφία, είναι η αύρα, η πύκνωση μιας ζωής. Ο ηθοποιός πρέπει να αποδώσει αυτό που έχει μείνει μέσα στο μυαλό του Μίκη.

* Πόσο δύσκολο είναι να αναμετρηθεί κανείς θεατρικά με ένα πρόσωπο που έχει σχεδόν μυθικές διαστάσεις;

Ο Μίκης έχει περάσει πια σε μια άλλη διάσταση. Είναι σαν να εποπτεύει τη ζωή του και τα δημόσια πράγματα της χώρας κουβαλώντας όλη την πείρα των αγώνων και της τέχνης του. Τα κοιτάει μέσα από την ποίηση και τη μουσική, γιατί τη ζωή και τους κοινωνικούς αγώνες τούς έκανε μουσική και ποίηση. Όλα βρίσκονται εκεί μέσα.

Ο Μίκης έβαλε στην άκρη την κλασική μουσική, για να μας κάνει ένα τεράστιο δώρο, να φέρει τη μεγάλη ποίηση κοντά στον λαό. Και τα κατάφερε. Η δική μας η γενιά τουλάχιστον μέσα από τον Θεοδωράκη άρχισε να διαβάζει Ρίτσο, Ελύτη, Σεφέρη, Λειβαδίτη... Αυτή είναι η μεγάλη προσφορά που καθόρισε την πνευματική και καλλιτεχνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Αυτός ήταν ο υψηλός και μεγάλος στόχος του, από την αρχή της πορείας του, και στο αποκορύφωμα της καριέρας του τον βλέπει να έχει πραγματοποιηθεί.

Είναι πολύ αποκαρδιωτικό να βλέπεις ότι ο καταναλωτισμός, το λάιφ στάιλ, έχουν παραγκωνίσει αυτές τις αξίες και τις ιδέες και έχουμε γίνει υπηρέτες ενός συστήματος που δεν θέλει τον λόγο, την ποίηση, τη σκέψη... όπου η μόνη αξία είναι το χρήμα.

Αυτό προβάλλεται μέσα από την παράσταση, άνθρωποι που αγωνίζονται για πράγματα που σήμερα έχουν λεηλατηθεί. Από αυτήν την άποψη είναι μια παράσταση ιδιαίτερα χρήσιμη, για να καταλάβουμε πού πρέπει να επιστρέψουμε, γιατί πρώτοι εμείς εγκαταλείψαμε αυτό που μας κλέψανε.

* Συνεπώς, το παράδειγμα του Μίκη έχει επικαιρότητα και σήμερα;

Οπωσδήποτε. Γιατί ο Μίκης αντιπροσωπεύει τον συνεχή αγώνα, αυτόν που πρέπει να κάνουμε κάθε φορά που φαίνεται ότι το παιχνίδι έχει χαθεί εντελώς, όπως πολλές φορές έγινε στην ιστορία, το 1944, το 1967, το 1981 ακόμη... Έτσι και τώρα, που ο εχθρός έχει γίνει αόρατος, που βγαίνουμε στους δρόμους και δεν ξέρουμε προς τα πού να φωνάξουμε. Προς τη Βουλή ή προς άλλες μεριές του πλανήτη; Γιατί οι κυβερνήτες των λαών δεν είναι πια πολιτικοί...

Ο κόσμος βγαίνει με μια ανάταση από την παράσταση, γιατί καταλαβαίνει ότι ο αγώνας δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ. Γιατί τελειώνει με μια κραυγή που νομίζω ότι πεισμώνει τον κόσμο: «Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;». Μια κραυγή υπό μορφήν ερώτησης, έτσι ώστε να μπούμε στη διαδικασία να δώσουμε την απάντηση, ποιος επιτέλους κυνηγά τη ζωή μας; Μήπως εμείς οι ίδιοι; Οι συνήθειές μας; Οι ευκολίες μας;

* Θα λέγατε ότι το Ποιος τη ζωή μου είναι μια παράσταση για τον Μίκη Θεοδωράκη ή για την ελληνική ιστορία μέσα από τη ζωή του συνθέτη;

Είναι και τα δύο, κι αυτός είναι και ο στόχος μας. Βλέπουμε την πορεία ενός ανθρώπου που συνεχώς αγωνίζεται, έχοντας πάντα ως κέντρο της ζωής του και των στόχων του την τέχνη. Έναν άνθρωπο που τα περνάει όλα μέσα από την τέχνη, όπως πρέπει να κάνει ο γνήσιος καλλιτέχνης, γι' αυτό λέμε ότι η τέχνη είναι πολιτική πράξη. Αυτό έκανε ο Μίκης. Όλη τη ζωή, τους αγώνες, τα οράματα, τις ιδέες, τις απογοητεύσεις τα πέρασε μέσα από την τέχνη του. Η παράσταση μας βάζει στη διαδικασία να σκεφτούμε ότι, όσο κάτω κι αν έχουμε πέσει, πρέπει να ξανασηκωθούμε, βλέποντας τη ζωή ενός ανθρώπου που πάντα έπεφτε και ξανασηκωνόταν... Και το ερωτηματικό του τίτλου μάς βάζει στη διαδικασία να βρούμε τον ένοχο και να επιμερίσουμε τις ευθύνες, και σε μας, και στους άλλους. Αν κάνουμε εμείς αυτό που είναι σωστό, τότε θα το απαιτήσουμε και από τους άλλους.

INFO

ΠΟΙΟΣ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ. Σκηνοθεσία - σενάριο: Θέμης Μουμουλίδης. Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. Σκηνικό: Γιώργος Πάτσας. Κοστούμια: Παναγιώτα Κοκκόρου. Ερμηνεία: Γρηγόρης Βαλτινός, Φιλαρέτη Κομνηνού, Άρης Λεμπεσόπουλος, Ελισάβετ Μουτάφη, Χρ. Πλαΐνης, Μ. Παναγιωτοπούλου, Κ. Γιαννακόπουλος, Κ. Βελέτζας, Ν. Ζαγκλή, Κ. Φάμης, Γ. Μαθές, Ε. Κυρμιζάκη, Τζ. Παλαιοθόδωρου, Ε. Μπίγιου, Π. Σεργουνιώτη, Μ. Γεροδήμου, Η. Κωστάκης, Ι. Μάρα, Γ. Νούσης, Ε. Μπαλαγιάννης, Γ. Σοφολόγης, Π. Γουρζουλίδης, Β. Ζωώης, Ε. Φινοκαλιώτη, Ε. Βαΐτσου. Τραγουδούν: Κώστας Μακεδόνας, Γιώτα Νέγκα, Κώστας Θωμαΐδης, Άννα Λινάρδου. ΘΕΑΤΡΟ BADMINTON

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0