Το θεατρικό του Γιάννη Μαυριτσάκη με τον τίτλο Vitrioli, βραβευμένο στο εξωτερικό, ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Ολιβιέ Πυ, διευθυντή του θεάτρου Odeon του Παρισιού, γνωστού και από άλλες εργασίες του στην Ελλάδα. O Μαυριτσάκης δραματοποιεί μια ψυχαναλυτική διαδικασία σχετική με την ταυτότητα του φύλου και την ανάδυση της σεξουαλικότητας. Διερευνά την περίπτωση μιας οιδιπόδειας μάνας που έχει "σκοτώσει", αφομοιώνοντας, τον πατέρα, και αναλύει την αιμομικτική της σχέση με το "ανδρόγυνο" παιδί της, που με τη σειρά του θέλει, αλλά δεν μπορεί να τη "σκοτώσει". Αυτό, ψυχαναλυτικά, ως "ονειρική παράσταση", παρουσιάζει ενδιαφέρον, επειδή προεκτείνει, αν όχι ανατρέπει, την καθιερωμένη φροϋδική άποψη του "Οιδιπόδειου". (Θυμίζω το συναφές μελέτημα του Ζαν Πιερ Βερνάν, "Ο Οιδίπους χωρίς σύμπλεγμα"). Έμεινα, ωστόσο, με την εντύπωση ότι το κείμενο - προς - αναπαράσταση, το έργο δηλαδή, παρουσιάζει δραματουργικά κενά και η "μηχανή" του χάνει στροφές. Αντί να φωτίζει το αινιγματικό και σκοτεινό πρόσωπο της Ιοκάστης μέσα στον μύθο του Οιδίποδα και στις τραγωδίες του Σοφοκλή, αφώτιστο μερικά στον Φρόυντ, το συσκοτίζει ακόμη πιο πολύ. Δίνει εικόνες, αλλά η σύστασή τους σε μύθο υστερεί.
Πρόκειται για λαβυρινθώδες, ανεπεξέργαστο ονειρικό υλικό, ριγμένο "έτσι", που δεν προσφέρει στον "ψυχαναλυόμενο" θεατή ένα κάποιο κλειδί ερμηνείας. Διαθέτει, θα έλεγα, μια ασυνείδητη, άτυπη δομή σχιζοφρένειας που "διαλύει" το εγώ σαν βιτριόλι, χωρίς όμως να το ανασυνθέτει σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο. Έτσι, όσα τρομερά συμβαίνουν σε αυτό, εξορκισμοί, βασανιστήρια, φόνοι, αυτοκτονίες, χωρίς έξοδο στον λόγο παραμένουν ανεπίδοτα γράμματα. Οι επιρροές του είναι πολλές και διαφορετικές: ολίγος Μπέκετ, αρκετός Κολτές, πολύς (υπερβολικός) Δημητριάδης, αναφομοίωτες όλες.
Η σκηνοθεσία του Γάλλου Ολιβιέ Πυ επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την ποικίλη δομή του κειμένου, το αραιό και το πυκνό, το θερμό και το ψυχρό, το οικείο και το ανοίκειο, προκειμένου να "υφάνει" μια παράσταση - ψυχανάλυση με τις αποχρώσεις τους, αλλά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το έλλειμμα ενός στέρεου, συμπαγούς αφηγηματικού πυρήνα, έμεινε στην επιφάνεια, δεν χτύπησε βάθος, δεν του "βγήκε" μεταβίβαση και εγκατέλειψε στη μέση. Έτσι το βάρος έπεσε αποκλειστικά στους ηθοποιούς, που σήκωσαν το πράγμα μόνοι, συνεισφέροντας ο καθένας γενναιόδωρα ό,τι διέθετε (ρεφενέ), αλλά σε υφολογική πανσπερμία που δεν αφήνει περιθώρια για επί μέρους αξιολογήσεις. (Μαρία Κεχαγιόγλου, Χάρης Τζωρτζάκης, Περικλής Μουστάκης, Κίττυ Παϊτατζόγλου, Γιάννος Περλέγκας, Μηνάς Χατζησάββας, Νίκος Χατζόπουλος).
Τα "φοβικά" σκηνικά - κοστούμια είναι του Πιέρ - Αντρέ Βάιτζ και οι ανάλογοι φωτισμοί του Μπερτράν Κιλύ.
*
Επισημαίνω μια ελπιδοφόρα, πρωτότυπη παράσταση στο "Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων", στην Κυψέλη, που θα συνεχιστεί σύντομα σε άλλο χώρο. Πρόκειται για το έργο της νεότατης Ιόλης Ανδρεάδη, με τον τίτλο : "Κασσία. Ικεσία. Εικασία. Κασσιανή". Το θέμα βασίζεται στη γνωστή στους πάντες ιστορία της Κασσιανής, που διαδραματίστηκε στο Βυζάντιο, στην εποχή της εικονομαχίας και μας θυμίζει... παραμύθι, αλλά δεν είναι ! Ο σκληρός και ωραίος εικονομάχος αυτοκράτωρ Θεόφιλος αναζητούσε σύζυγο και διέταξε να εμφανιστούν μπροστά του όλες οι όμορφες της αυτοκρατορίας... για να έχει την εικόνα τους και να μπορεί να διαλέξει. Μια από αυτές, που δεν ξέρουμε αν ήταν η ομορφότερη, αλλά ήταν σίγουρα η πιο προικισμένη σε πνεύμα, η Κασσιανή, τόλμησε όχι μόνο να μιλήσει, αλλά και να αντι-μιλήσει στο βασιλιά, απαντώντας του έξυπνα σε μια ερώτηση - παγίδα. Και έχασε την εκλογή, επειδή έγινε, ακριβώς, μια εικόνα που "μιλούσε", ενώ ο Θεόφιλος ήθελε τις γυναίκες βουβές εικόνες. Η Κασσιανή κατέφυγε σε ένα μοναστήρι όπου έγραψε τον ύμνο της Μαρίας Μαγδαληνής στον Χριστό και έγινε η σπουδαία ποιήτρια που γνωρίζουμε. Λένε ότι ο Θεόφιλος την αγάπησε πολύ μετά από αυτό και την επισκεπτόταν κρυφά στο μοναστήρι... Εδώ αρχίζει η ιστορία που ξετυλίγει ανάδρομα στο έργο της η Ιόλη Ανδρεάδη.
Η σκηνοθεσία της ίδιας είναι "ψαγμένη", η παράστασή της ώριμη και δόκιμη. Η νεότατη Ραχήλ Λιαποπούλου, ως Κασσιανή, έχει "τσαγανό". Οι έμπειροι φωτισμοί του Αβδελιώδη, η εικαστική επιμέλεια της Δ. Λιάκουρα και η καλή μουσική (Ερατώ Κρεμμύδα), πλαισιώνουν ένα αξιόλογο σύνολο.