της Ελευθερία Ράπτου
Τέσσερα παραμύθια αποτελούν τον δραματουργικό πυρήνα της φετινής δουλειάς των Σταμάτη Κραουνάκη και Λίνας Νικολακοπούλου για το παιδικό κοινό. Η παράσταση Σπείρα Σπείρα με σπιρούνια (λιμπρέτο: Λ. Νικολακοπούλου, μουσική: Στ. Κραουνάκης, σκηνοθεσία: Στ. Κραουνάκης - Μπ. Γούσιας) φιλοξενείται στον νέο πολυχώρο «Χελώνα». «Ο παπουτσωμένος γάτος», «Η χρυσή χήνα», το «Τραπεζάκι, στρώσου», καθώς και «Ο ψαράς και η γυναίκα του» παρουσιάζονται με τον τρόπο μιας σκηνογραφημένης πασαρέλας, πάνω στην οποία τα πρόσωπα των παραμυθιών ζωντανεύουν, τραγουδούν, μεταλλάσσονται, αλλάζουν κοστούμια και υπόσταση, με τους θεατές να παρακολουθούν όλα τα στάδια της σκηνικής μεταμόρφωσης των ηθοποιών. Η σκηνή-catwalk έχει δύο σημεία αιχμής: από τη μια πλευρά, ο πολύ καλός μουσικός στο πιάνο (Α. Βλάχος) μαζί με την οθόνη για την προβολή σύντομων σχολιαστικών βίντεο και, από την άλλη, μια ξύλινη κατασκευή όπου κορυφώνονται ορισμένες έντονες δραματουργικά σκηνές.
Στο λειτουργικά διαμορφωμένο σκηνικό, που «ακούει» τον χώρο, δημιουργείται η παρεΐστικη ατμόσφαιρα, βασικό συστατικό των παραστάσεων τις οποίες επιμελούνται το γνωστό καλλιτεχνικό δίδυμο. Οι ερμηνευτές (Α. Αφαλίδου, Χρ. Γεροντίδης, J. Kaluta, Θ. Καραθανάσης, Κ. Μπουγιώτης) υπερχειλίζουν από ενεργητικότητα, ενώ στα τραγουδιστικά μέρη (πάντα συνεπή με το ύφος των Κραουνάκη - Νικολακοπούλου) ξεδιπλώνουν το μουσικό και φωνητικό τους τάλαντο. Οι ηθοποιοί γίνονται ένα με τα παιδιά και μεταδίδουν την ευθυμία με την οποία προσεγγίζουν τους ρόλους τους, υποβοηθούμενοι και από τα αποδομητικά ενδυματολογικά σχόλια (κοστούμια: Δ. Κουρέτα).
Κάπου εδώ όμως αρχίζει να χαλάει η συνταγή. Ενώ υπάρχουν όλα τα συστατικά για μια μουσικοχορευτική παράσταση που θα διαχειρίζεται τα παραμύθια με τρόπο ανατρεπτικό, αυτό που επιτελείται θυμίζει έντονα τις παλιότερες παραστάσεις της ομάδας, τότε που το Ένα σπίτι παραμύθια αποτελούσε παραστασιακή έκπληξη και έκρηξη κεφιού. Έτσι, ενώ μετά από τρία χρόνια συνεχών και επιτυχημένων παραστάσεων θα περίμενε κανείς -μαζί με τη νέα δουλειά- και την ανανέωση ή έστω τον εμπλουτισμό του σκηνικού κώδικα, αντιθέτως, παρατηρούμε την εγκατάσταση μιας μανιέρας που έχει χάσει την απαραίτητη συγκινησιακή «υγρασία». Το λυρικό σκέλος υπερτερεί σαφώς του δραματικού και, παρ' όλο που οι ηθοποιοί ερμηνεύουν δυναμικά αυτά που έχουν διδαχθεί, η προσπάθειά τους αδυνατίζει από την απουσία ρυθμικής ποικιλότητας. Με πιο απλά λόγια, οι ερμηνείες βρίσκονται σε συνεχές κρεσέντο, με πολύ λίγα σημεία όπου το θέαμα-ακρόαμα «ηρεμεί», ώστε να γίνει πιο εύκολα καταληπτό και κυρίως να μην κουράζει. Συνεχείς επαναλήψεις κάποιων προτάσεων, greeklish αστεϊσμοί που αφορούν κυρίως τους ενήλικες συνοδούς και βιαστικά περάσματα από το ένα παραμύθι στο άλλο δρουν ως πυροτεχνήματα: Ευχάριστα και ίσως εντυπωσιακά στην αρχή, που όμως γρήγορα χάνονται.
Επιπροσθέτως, οι προβολές στην οθόνη, αν και σκηνικά βοηθητικές, έμοιαζαν να στριμώχνονται πίσω από το κεφάλι του μουσικού, ενώ η εισαγωγή στην παράσταση με το ζωντανό διαφημιστικό δρώμενο της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας-χορηγού νομίζω ότι ήταν τουλάχιστον άστοχο. Δεν εισάγεις τα παιδιά σε μια παράσταση διαφημίζοντας «ασφαλείς» κάρτες τηλεφωνίας, όσο και αν ο χώρος της τέχνης και δη του θεάτρου υποχρηματοδοτείται και χειμάζεται. Τέλος, η παράσταση χρειάζεται να δουλευτεί αποφασιστικά στο δραματουργικό σκέλος, έτσι ώστε οι μικροί θεατές να μη χρειάζονται το επεξηγηματικό ψιθύρισμα της μαμάς στο αυτί. Δεν γίνεται από ονομαστούς δημιουργούς να μην έχουμε και περισσότερες απαιτήσεις.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος - Μ.Α. Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ