Live τώρα    
Κωμωδία και δράμα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κωμωδία και δράμα

«Λεν οι γιατροί πως μόνη θεραπεία των ασθενών ο γέλως». Αν ο πιο πάνω αφορισμός του Θερβάντες ακόμη ισχύει, τότε συνιστώ στους αναγνώστες που νιώθουν άρρωστοι από τα αλλεπάλληλα Μνημόνια, να πάνε να δουν μια καινούργια ελληνική κωμωδία που παίζεται στο νέο θέατρο «Λύχνος», στο Γκάζι. Συγγραφέας της είναι η Μαριέλλη Σφακιανάκη - Μανωλίδου και ο τίτλος της : «Ζητείται θεία». Είναι ένα έργο «υπόγεια» πολιτικό, «δικό μας», οικείο, με άφθονο, αβίαστο γέλιο, αρκετό μυστήριο και απρόοπτο τέλος, που «προσφέρει θεραπεία» στην επικίνδυνη ενδημούσα μελαγχολία των ημερών μας. Και μας βοηθά να μην το βάλουμε κάτω και να εξακολουθούμε να ελπίζουμε, με τη βοήθεια και του απρόβλεπτου παράγοντα της ιστορίας, που είναι πάντοτε ο άνθρωπος. Η ευθύβολη σκηνοθεσία είναι της Κικής Αυγουστάτου και εμψυχώνεται από μια δεμένη ομάδα παλαιών η νεότερων ηθοποιών, που το διασκεδάζουν μαζί με τους θεατές (Μάκης Αρβανιτάκης, Νίκος Τσεργάς, Σωτήρης Νάνος, Ανδρομάχη Γεωργίου, Κική Αυγουστάτου, Στεφελένα Κόνιαρη, Μιχάλης Τσικαλάκης). Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δέσποινας Βολίδη ικανοποιούν, οι φωτισμοί του Στέλιου Πλασκασοβίτη φτιάχνουν ατμόσφαιρα και η μουσική επιμέλεια του Γιώργου Αυγουστάτου φέρνει ευχάριστες μνήμες.

*

Στον πάντα φιλόξενο «Φούρνο» παρουσιάζεται η νέα δουλειά της ακούραστης και αθόρυβης δασκάλας του θεάτρου Λένας Φιλίπποβα. Πρόκειται για το έργο του αρκετά γνωστού στην Ελλάδα σύγχρονου Νορβηγού δραματουργού Γιον Φόσσε, με τον τίτλο «Σουζάννα». Ο Φόσσε φωτίζει σε αυτό του το έργο το ανθρώπινο πρόσωπο του μεγάλου συμπατριώτη του, Ibsen, μέσα από τις εξομολογήσεις της αφοσιωμένης γυναίκας του, Σουζάννας. Γνωρίζουμε έτσι μια άλλη πλευρά του σημαντικότερου, ίσως, θεατρικού συγγραφέα της νεότερης εποχής. Τις αμφιβολίες για το ίδιο το έργο του, τις απογοητεύσεις, τη φτώχεια, την ανθρωποφοβία, το πόσο λίγο τον ένοιαζε η αναγνώριση και η καθιέρωσή του ως δημιουργού (αξεπέραστων) αστικών δραμάτων. Ήθελε να γίνει ένας επικός προφήτης - ποιητής του τόπου του και του λαού του. ΄Ετσι ξεκίνησε να γράφει τα πρώτα του έργα, τον μνημειακό «Πέερ Γκυντ», και τα άλλα. Η κοινωνία της χώρας του και του καιρού του δεν τον κατάλαβε όμως και αυτοεξορίστηκε στην Ευρώπη, όπου ένιωθε πάντα ξένος, αναγκασμένος να «συμβιβαστεί» και να γράφει τα «κατώτερα», κατ' αυτόν, αστικά δράματα που του χάρισαν, εν τούτοις, την αθανασία. Καθαρότερα φαίνεται αυτό στην στην «Έντα Γκάμπλερ». Συναντάμε εδώ την πίστη του Ίψεν στο «μεγάλο έργο», που περιέχει ένα μήνυμα καθολικό για το παρόν και για το μέλλον της ανθρωπότητας. Είναι το γραπτό του θεόπνευστου και δαιμονικού ταυτόχρονα «ποιητή» Έϊλερ Λέβμποργκ, ένα από τα πρόσωπα του έργου. Αλλά το χειρόγραφο του Λέβμποργκ θα χαθεί για πάντα στις φλόγες του ανθρώπινου πάθους - λάθους, όπου το έριξε το χέρι της μοιραίας γυναίκας. Και ας προσπαθούν στο τέλος να το ανασυστήσουν απ' τα σπαράγματά του οι κατ' εξοχήν αναρμόδιοι: ο σχολαστικός καθηγητής Τέσμαν και η μικροφιλόδοξη ερωμένη του. Ποτέ δεν θα είναι το ίδιο. Ανεκπλήρωτο έμεινε το όραμα του ΄Ιψεν, που θεωρούσε σαν απλά «σπαράγματα γραφής» τα σπουδαία και ανεπανάληπτα αστικά του δράματα. Πέθανε απαρηγόρητος.

Το έργο είναι στην πραγματικότητα ένα μουσικό κομμάτι. Διαβάζεται σαν παρτιτούρα, και αυτό το διέκρινε η Φιλίπποβα, με τη σπουδαία της κλασική παιδεία. Ξεπέρασε τη νατουραλιστική, κατ' όνομα, επιφάνεια, αποδίδοντάς το με «νότες», άλλοτε χαρούμενες, άλλοτε πένθιμες. ΄Εσπασε στα τρία τον ρόλο της Σουζάννας, κατορθώνοντας να «ανοίξει» το έργο, από διεισδυτικό ψυχογράφημα σε βαθύ ψυχόδραμα. Οι ρόλοι δόθηκαν μινιμαλιστικά, σχεδόν ψιθυριστά, ως μορφές του αρρήτου, σε ατμόσφαιρα «μπεργκμανική». Οι τρεις νεαρές ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τη «Σουζάννα» σε διαφορετικές φάσεις ψυχής αλληλοσυμπληρώνονται έκτακτα. Η Ελευθερία Φούκη σκορπίζει αμέριστα το νεανικό, άπιαστο όνειρο της ευτυχίας, η Βίκη Σκορδαλή πυκνώνει δραματικά, εσωτερικά, την ώρα του πραγματικού και η Μαρίτα Τζατζαδάκη δίνει, με γνώση, οικεία μορφή στο μυστήριο της μεγάλης ηλικίας. Ένα τριαδικό κατόρθωμα διδασκαλίας. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη εκπέμπουν άκρα ευαισθησία, οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη σκόπιμα σκιώδεις, η μουσική επιμέλεια της Φιλίπποβα άριστη, η μετάφραση (Λένα Φιλίπποβα και Μαρίτα Τζατζαδάκη) ρέουσα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0