Του Λέανδρου Πολενάκη
Ο Μεγάλος Πέτρος πρώτος επιχειρεί, τον δέκατο όγδοο αιώνα, να «ανοίξει» την κλειστή ρωσική κοινωνία στη Δύση, στέλνοντας προικισμένα παιδιά της ανώτερης τάξης για συστηματικές σπουδές στην Ευρώπη. Το πείραμα πετυχαίνει, δημιουργείται μια προωθημένη ρωσική «ιντελιγκέντσια», η οποία στη συνέχεια θα αναλάβει το έργο να «διαφωτίσει» και την υπόλοιπη Ρωσία, εισάγοντάς την στον εξωστρεφή δυτικό ορθολογισμό... Το άνοιγμα στη Δύση έχει όμως κάποιες απρόβλεπτες συνέπειες. Δημιουργεί ένα ρήγμα στον μέχρι τότε συμπαγή κοινωνικό ιστό της «Αγίας Ρωσίας», καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν ακολουθεί την πρωτοπόρα «ιντελιγκέντσια», εμμένοντας αδιάλλακτα στην πατροπαράδοτη ρωσική μυστικιστική εσωστρέφεια.
Η «ιντελλιγκέντσια», με τη σειρά της, προσλαμβάνει τον εαυτό της ως ένα «ανώτερο» κομμάτι της ρωσικής κοινωνίας, προορισμένο να την «εκπολιτίσει» με κάθε τρόπο, περιφρονώντας τον «καθυστερημένο» λαό. Αυτό το δράμα αποτυπώνεται στα έργα του μεγάλου Ντοστογιέφσκι, που υπήρξε ο ίδιος ένας άνθρωπος βαθιά διχασμένος, μια διαρκής «συνείδηση σε αγωνία». Στις «Σημειώσεις από το υπόγειο» παρακολουθούμε την εξομολόγηση ενός «μαύρου» ήρωα, που είναι το alter ego του συγγραφέα. Ο «άνθρωπος από το υπόγειο» απαντά στο πρόγραμμα εκδυτικισμού και «εκλογίκευσης» διά της βίας της Ρωσίας, όπως εκτίθεται στο κλασικό μυθιστόρημα - μανιφέστο του κατ' εξοχήν δυτικόφιλου λόγιου Τσενιτσέφσκι, με τον χαρακτηριστικό τίτλο:
«Τι να κάνουμε;» Απαντά με ανοιχτό σαρκασμό και στο πρόταγμα του δυτικού διαφωτισμού, ότι «μόλις οι άνθρωποι καταλάβουν ποιο είναι το αληθινό συμφέρον τους, τότε θα βασιλέψει η λογική και θα βρουν την ευτυχία». Στις «Σημειώσεις» παρακολουθούμε την οργισμένη αντίδραση ενός ανθρώπου που αποκρούει την προγραμματισμένη, ισοπεδωτική ευτυχία της «λογικής των προβάτων», προτιμώντας να είναι ελεύθερος να ονειρεύεται και να φαντάζεται.
«Τι μπορεί να περιμένει κανείς από τον άνθρωπο», μας λέει, «αφού είναι ένα πλάσμα προικισμένο με τέτοιες παράδοξες ιδιότητες; Γεμίστε τον με όλα τα γήινα αγαθά, πνίξτε τον έτσι, ολόκληρο, με το κεφάλι μέσα στην ευτυχία, και τότε ακόμη, αυτός ο άνθρωπος, μόνο και μόνο από αχαριστία και γρουσουζιά, θα σας κάνει καμία βρομιά! Θα ριψοκινδυνέψει ακόμη και να χάσει τα αγαθά του και θα επιχειρήσει επίτηδες τις πιο καταστροφικές ανοησίες, μόνο και μόνο για να προσθέσει σε αυτήν τη θετική λογική το καταστρεπτικό, φαντασιόπληκτο στοιχείο του! Θα δημιουργήσει καταστροφές και χάος, θα εφεύρει διάφορα βάσανα, και θα περάσει τελικά το δικό του!».
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πάνος Αγγελόπουλος στο «Μέγαρο Μουσικής», σε ωραία μετάφραση και ικανή θεατρική προσαρμογή δική του, περνάει το καίριο μήνυμα του συγγραφέα, που ισχύει για όλες τις εποχές: ότι η επιθυμία γεννά την ανάγκη, όχι το αντίθετο, όπως επιπόλαια πιστεύουν οι ορθολογιστές. Ότι, ακόμα και αν ιεραρχήσουμε ορθολογικά τις ανάγκες του ανθρώπου, πάντα κάτι περισσεύει: η ανάγκη του να ονειρεύεται κάτι περισσότερο. Ότι το συμβολικό προηγείται του πραγματικού και ότι το πραγματικό δεν υφίσταται πριν από την αναπαράστασή του, διά της φαντασίας??? πριν από την αντανάκλασή του μέσα στο επι-θυμείν του ανθρώπου. Ο κόσμος του είναι πρώτα βούληση και μετά παράσταση, στην οποία μετέχει με τη θέλησή του, όχι εξ ανάγκης. Το κλίμα της παράστασης των «Σημειώσεων» είναι, έτσι, ονειρικό και η ατμόσφαιρα συμβολική. Οι ήρωες τοποθετούνται σαν ανάμεσα σε αντικριστούς καθρέφτες, που αναπαράγουν επ' άπειρον την αέναη ανάγκη τους να ονειρεύονται.
Ο Γιάννης Θωμάς, ένας έξοχος είρων ηθοποιός, «κατεβαίνει» ώς τις παραμικρές λεπτομέρειες του ρόλου??? ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, που ξέρει να αυτοσαρκάζεται, διατηρώντας μια σωτήρια «απόσταση» από τα δρώμενα. Δίπλα του η ταλαντούχα νεαρή Ναταλία Μόντη δίνει με ταυτοπάθεια την αιώνια γυναίκα - Λίζα. Δεν είμαι απολύτως βέβαιος αν το άρτιο χορευτικό της Όλιας Στεφανίδου ήταν απαραίτητο για να ενσαρκώσει τον «πειρασμό της λογικής». Αντίθετα, βλέπω θετικά τη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου, τα σκηνικά - κοστούμια (Τόλης Τατόλας, Μαντώ Ψυχουντάκη), τους «ψυχρούς» φωτισμούς του Γιώργου Πουλίδη και τα οργανικά δεμένα βίντεο.