Live τώρα    
MIKAEL DELTA / Mikael Delta: «Μου μιλάει περισσότερο ο ήχος από τα τραγούδια...»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

MIKAEL DELTA / Mikael Delta: «Μου μιλάει περισσότερο ο ήχος από τα τραγούδια...»

Πέντε χρόνια μετά το προηγούμενο album του επιστρέφει με ακόμα ένα δείγμα «ακαταχώρητης» electronica. Με τη διακριτική, αλλά καθοριστική παρουσία των βιολοντσέλων του Νίκου Βελιώτη και του Σταύρου Παργινού και της κιθάρας και του μεταλλόφωνου του Χρήστου Λαϊνά, το «Life Is Now» περιδινίζεται στο εξωτερικό σύμπαν, στροβιλίζεται στο έσωθεν του δημιουργού του, αφουγκράζεται τους ήχους τού περιβάλλοντος αλλά και τις σκέψεις των ανθρώπων, κάνει σύντομα και ταχύτατα ταξίδια μετ' επιστροφής στο Βερολίνο και επανέρχεται για να καταβυθιστεί και να αναβαπτιστεί στα βάθη της ψυχής που το γέννησε, για να καταλήξει στο μυαλό, το οποίο ως νοερή θερμοκοιτίδα το φρόντισε, ώστε να στοχαστεί σοφότερο για την υφή των ηλεκτρονικών συχνοτήτων και τις κρυφές ιδιότητες και δυνατότητές τους.

Μίλησα μαζί του για το γιατί προτιμά τους ορχηστρικούς δίσκους από τα τραγούδια, αλλά και για τη σαγήνη που του ασκεί κάθε μεμονωμένος ήχος και συχνότητα.

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ

Προσεγγίζεις διαφορετικά τόσο τη σύνθεση όσο και την ηχογράφηση / παραγωγή σε σχέση με δέκα χρόνια πριν ή είναι οι ίδιες μέθοδοι, απλά με διαφορετικά και πιο εξελιγμένα μέσα;

Αλίμονό μου αν έπειτα από δέκα χρόνια δεν είχα μετατοπιστεί ως μουσικός και παραγωγός! Αυτό που συμβαίνει ουσιαστικά στο «Life Is Now» είναι το ότι αφετηρία των συνθέσεων υπήρξε μια νέα προσέγγιση στη μουσική μου. Επέλεξα συγκεκριμένες τονικότητες, οι οποίες δονούνται συναισθηματικά, ενεργειακά και καθαρά, ολιστικά στον ακροατή. Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από το συναισθηματικό του πεδίο, ενδεχομένως να συντονιστούν εμπειρικά με τη βιωματική ακρόαση του δίσκου το ίδιο το φυσικό σώμα του, το νοητικό πεδίο και σαφώς το ενεργειακό. Αυτή η πυραμίδα των αντιστοιχιών φέρνει στο τέλος τον ακροατή σε μια εσωτερική γαλήνη ή, αλλιώς, σε εσωτερική ακινησία. Αν κάτι τέτοιο λειτουργήσει, τότε ίσως να έχουμε μια διαλογιστική εμπειρία ακρόασης της μουσικής. Ο στόχος μου ήταν αυτός και βλέπω με χαρά πως εκπληρώνεται από το feedback που παίρνω. Επίσης, η εμπειρία μου στη μουσική παραγωγή, δηλαδή την ενορχήστρωση, την επιλογή των ήχων και την τελική μείξη μαζί με νέους τεχνικούς εξοπλισμούς μονάχα θετικά μπορεί να επηρεάσει το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα του έργου μου.

Αν και δεν υπάρχουν φωνητικά, νομίζω ότι το album, τόσο ως ήχος όσο και σαν ατμόσφαιρα, είναι πολύ πιο κοντά στο «Forbidden Poetry», παρά στα τελευταία σου στην Klik Records, συμφωνείς; Και τι σε κάνει, αλήθεια, κάθε φορά να αποφασίζεις αν θα είναι ένας δίσκος με ορχηστρικά κομμάτια ή με τραγούδια;

Στη δική μου αίσθηση δεν υπάρχουν αυτές οι αναφορές. Θα συμφωνήσω όσον αφορά την επιλογή τού να είναι χωρίς φωνητικά ή τραγούδια το album, αλλά ο ήχος του είναι ιδιαίτερος για εμένα προσωπικά και έχει να κάνει με το εδώ και το τώρα. Γενικά, δεν γράφω συνήθως δίσκους με τραγούδια. Μου αρέσει να ακούω τραγούδια άλλων ή να έχω ένα ή δύο σε δικό μου δίσκο, αλλά προτιμώ τα instrumentals. Για να είμαι ειλικρινής, τα περισσότερα τραγούδια μού ακούγονται κατασκευασμένα και ψεύτικα, δεν μπορώ να ταυτιστώ με όσα περιγράφουν. Τα περισσότερα που γράφονται σήμερα τα βαριέμαι. Οι ήχοι, από την άλλη, είτε είναι ηλεκτρονικοί είτε φυσικοί, δημιουργούν πολύ πιο ενδιαφέροντες κραδασμούς στην προσωπική μου βιωματική ακρόαση. Με συνδέουν με τους αόρατους κόσμους και με μια βαθύτερη επίγνωση του εαυτού μου.

Είσαι από τους ελάχιστους που κινούνται σε τόσα πολλά διαφορετικά στιλ της electronica. Σου προκύπτει αυθόρμητα ή επιδιώκεις συνειδητά να έχει η δουλειά σου τόση ποικιλία;

Χαίρομαι που το επισημαίνεις. Αυτό προκύπτει από μια εσωτερική ανάγκη, το ότι επιλέγω να μην επαναλαμβάνομαι δηλαδή. Ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίον περιστρέφομαι είναι το ότι θέλω να εξελίσσομαι και να μη με βαριέμαι ο ίδιος.

Όπως και να έχει, το πλαίσιο είναι πάντοτε η ηλεκτρονική μουσική σκηνή. Και πιστεύω ότι μελέτησα όλα της τα είδη με πάθος, όπως και ως άνθρωπος ερευνώ τις πτυχές μου και τις δυνατότητές μου. Με ενδιαφέρει απόλυτα το να δημιουργώ μια μουσική γλώσσα που να ανταποκρίνεται στο σήμερα, στο εδώ και το τώρα.

Η μόνη καινούργια παράμετρος που προστίθεται στη σχέση μου με τη μουσική είναι το να γίνεται συνειδητά αφυπνιστική και όχι «ταξιδιάρικη». Αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που προσωπικά θεωρώ περιοριστικό και αφελή...

TIGRAN HAMASYAN

"Φως εκ φωτός"

ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ

100 χρόνια κλείνουν φέτος από την αρμενική γενοκτονία. Η επέτειος δίνει την ευκαιρία στον Tigran Hamasyan να τιμήσει τη θυσία της πατρίδας του κυκλοφορώντας το πιο ουσιαστικό του άλμπουμ μέχρι σήμερα. Όχι τυχαία, το «Luys I Luso" (Φως Εκ Φωτός) είναι το πρώτο που ηχογραφεί για την ECM, με παραγωγό τον Manfred Eicher.

Ο Tιgran γεννήθηκε στην Αρμενία πριν από 27 χρόνια. Στην ηλικία των τριών άρχισε να αυτοσχεδιάζει στο οικογενειακό πιάνο, για να ξεκινήσει λίγο αργότερα κλασικές σπουδές, αναπτύσσοντας παράλληλα δεσμούς με την jazz, τη μουσική παράδοση της χώρας του και το... thrash metal. Ήταν γραφτό ότι οι πολιτισμικές ωσμώσεις θα γίνονταν σήμα κατατεθέν μιας δισκογραφίας που αριθμεί πλέον σήμερα επτά άλμπουμ. Ο Tigran, πολιτογραφημένος Αμερικανός από την ηλικία των 16, ζει και εργάζεται στην Καλιφόρνια.

Η παλέτα των επιρροών του εκτείνεται από το κλασικό fusion μέχρι την electronica, το progressive rock και το metal, ενώ τη βάση παρέχουν οι αρμένικες ρίζες, η κληρονομιά των ιμπρεσιονιστών και η αμερικανική φολκλορική παράδοση. Ασφαλώς το πολυπολιτισμικό στίγμα αποτελεί "σημείο πωλήσεων" (sales point) και βάση απογείωσης για τα εγκώμια "κριτικών" που, με χαρακτηριστικό τους έναν ιδιότυπο... lifestyle καταβολών ζντανοφισμό, μηρυκάζουν τα τετριμμένα περί μουσικής που γεφυρώνει διαφορές και καταργεί σύνορα, αγνοώντας σκανδαλωδώς παραμέτρους όπως "ταλέντο" και "έμπνευση". Τα παραπάνω δεν αφορούν μόνο τον Αρμένιο φίλο μας. Αποτελεί γνώρισμα της εποχής η "αξιολόγηση" ενός μουσικού να εξαντλείται στην παράθεση των επιρροών του.

Η μουσική του Tigran Hamasyan, ασχέτως του πόσο εντυπωσιακή μπορεί να ακούγεται στις δεξιοτεχνικές προδιαγραφές / πολύχρωμες καταβολές της, αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου. Η εντύπωση που δίνουν συχνά τα κομμάτια του είναι εκείνη μιας σειράς διαβολικών tricks που γίνονται, όπως και καθετί διαβολικό, απλώς και μόνο επειδή μπορούν να γίνουν. Την εντύπωση αυτή άλλωστε δυναμώνει το φλερτ με την κοινοτοπία που ο μουσικός σπάνια αποφεύγει στις απλούστερες, μελωδικές συνθέσεις του.

Αν ως συνθέτης έχει ακόμα δρόμο για να φτάσει σε μια ολοκληρωμένη πρόταση, ως πιανίστας είναι κυριολεκτικά απαράμιλλος. Ελάχιστοι μου έρχονται στο μυαλό ικανοί να συναγωνιστούν τη γλυκύτητα και την εκφραστικότητα του ήχου του, την ευκρίνεια και τη φαντασία στη διατύπωση των φράσεων, το ενδιαφέρον που αυτές αβίαστα κερδίζουν. Σημαντικό λοιπόν βήμα είναι, θα έλεγα, η συνύπαρξή του στο «Luys I Luso" με μια μεικτή χορωδία που φέρει το κύριο βάρος της εκτέλεσης, ενώ το πιάνο συνοδεύει και σχολιάζει, άλλοτε (συνήθως) διακριτικά, και άλλοτε με ξαφνικά, ασύλληπτης δεξιοτεχνίας πετάγματα. Είναι ο Manfred Eicher που βρίσκεται πίσω από την ιδέα του project: Αρμενικοί θρησκευτικοί ύμνοι που ερμηνεύει η Yerevan State Chamber Choir υπό τη διεύθυνση του Harutyun Topikyan. Το project παραπέμπει σ' εκείνα που, υπό την αιγίδα επίσης του Eicher, έχει ηχογραφήσει ο Jan Garbarek με τους Hilliard Ensemble και, θα έλεγα, με όλο το δέος για τον Νορβηγό γίγαντα, ότι δεν υστερεί εκείνων στο ελάχιστο.

Οι ύμνοι είναι ως επί το πλείστον εναρμονισμένοι από τον Αρμένιο συνθέτη και πρωτοπόρο (μαζί με φυσιογνωμίες όπως οι Bartok, Kodaly) της εθνομουσικολογίας Soghomon Soghomonian, ευρύτερα γνωστό ως Komitas Vardapet (1869 - 1935).

Στο πλαίσιο του διωγμού των Αρμενίων ο συνθέτης συνελήφθη και κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο νευρικός κλονισμός που υπέστη προκάλεσε τραύμα στην ψυχική του υγεία, που τον ακολούθησε, μετά την αποφυλάκιση, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το χαρμάνι ορθόδοξης και δυτικής πολυφωνικής παράδοσης κάνει εξαρχής ανεκτίμητο το άκουσμα των αυθεντικών ύμνων του Komitas, χειροτονημένου ιερέα (Vardapet) από τα νεανικά του χρόνια. Οι φωνές των χορωδών υποβάλλουν και κινητοποιούν, σε πιστούς και άπιστους, το "κατανυκτικό συναίσθημα". Και οι πιο ακριβές νότες που έχουν αναβλύσει από τα πλήκτρα του σπουδαίου πιανίστα, άλλοτε σαν δροσοσταλίδες, άλλοτε σαν λίθοι πολύτιμοι κι άλλοτε σαν δάκρυα, έρχονται να ποτίσουν το σώμα της μουσικής.

Φαντασμαγορία, κατάνυξη, ένα από τα άλμπουμ της χρονιάς και... ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα που έχει φιλοτεχνήσει η ECM, περιώνυμη (και) για την εικαστική φροντίδα των κυκλοφοριών της.

THE CHILLS

Still great after all these years

ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

Υπήρξε μια περίοδος, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του '80, όπου ένα μεγάλο μέρος του ροκ ακροατηρίου στη χώρα μας περίμενε με αληθινό ενδιαφέρον κάθε καινούργια κυκλοφορία που μας ερχόταν από τους Αντίποδες και από ανεξάρτητες ετικέτες, όπως η Citadel και η Greasy Pop της Αυστραλίας ή η Flying Nun από τη Νέα Ζηλανδία. Ανάμεσα στα πάμπολλα εξαιρετικά σχήματα αυτής της τελευταίας είχαν ξεχωρίσει, μεταξύ άλλων, οι Chills, για το αλάνθαστο ποπ αισθητήριό τους. Αυτός είναι και ο λόγος που το σχήμα ξεπέρασε σύντομα τα σύνορα του τόπου του, διέσχισε τον πλανήτη και βρέθηκε στην Ευρώπη αρχικά (κυκλοφορώντας τη συλλογή «Kaleidoscope World" για την ανερχόμενη τότε Creation και κάνοντας έτσι μια πρώτη γνωριμία με ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και ηχογραφώντας στο Λονδίνο το παρθενικό κανονικό τους άλμπουμ «Brave Words") και στις ΗΠΑ λίγο αργότερα, υπογράφοντας στο πολυεθνικό παρακλάδι Slash. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, είχαν ήδη από τον Μάιο του 1987 προλάβει να περάσουν από τη χώρα μας, κάνοντας μια σειρά εμφανίσεων μπροστά σε ένα κοινό που εκτίμησε απεριόριστα τα τραγούδια τους, αριστουργήματα ιδιοσυγκρασιακής ποπ με ψυχεδελικούς χρωματισμούς, όπως τα "Pink Frost" και "Doledrums".

Οι Chills ήταν στην ουσία ο Martin Phillipps. Εκείνος ήταν που έγραφε τα τραγούδια τους, εκείνος που παρέμεινε μοναδικό σταθερό μέλος της μπάντας στις πάμπολλες αλλαγές σύνθεσης που γνώρισαν. Αλλαγές που κατά πολλούς ήταν και το στοιχείο που κόστισε στο συγκρότημα την ευρύτερη επιτυχία του, την οποία, με το κομμάτι "Heavenly Pop Hit" (υπερφίαλος τίτλος, μα, πιστέψτε με, δεν απείχε καθόλου από την πραγματικότητα!) έδειξαν να πλησιάζουν σε απόσταση αναπνοής για μια στιγμή, πριν απομακρυνθεί από κοντά τους για πάντα… Υπήρξαν φυσικά και άλλοι παράγοντες που εμπόδισαν το σχήμα να αναγνωριστεί από ακόμη περισσότερους ακροατές. Η Αμερική δεν φαινόταν ανοιχτή σε τέτοιου είδους έξυπνες, εύστροφες, διαφορετικές ποπ συνθέσεις, ενώ κάποια στιγμή στη δεκαετία του '90 ο Phillipps αναγκάστηκε να διακόψει την εμπλοκή του με τη μουσική λόγω προβλημάτων υγείας που σχετίζονταν με τη χρήση ναρκωτικών…

Ευτυχώς όμως, με αργά και σταθερά βήματα την τελευταία δεκαετία, έχει βάλει ξανά μπροστά την υπόθεση Chills, είτε με κάποια νέα κομμάτια, είτε με σποραδικές συναυλίες. Η μεγάλη έκπληξη βέβαια είναι ο φετινός, νέος τους ύστερα από πολλά χρόνια, δίσκος με τίτλο «Silver Bullets", που τον / τους παρουσιάζει σε σπουδαία και πάλι φόρμα, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που έβγαζαν σερί τις εντυπωσιακές δουλειές! Με διαφορετική σύνθεση (και πάλι, αλίμονο!), το «Silver Bullets" είναι ηχογραφημένο στην πόλη τους, το Dunedin, και αποπνέει μια ζεστασιά που λειτουργεί σαν συνέχεια ενός παρελθόντος που μοιάζει τόσο μακρινό και κοντινό συνάμα. Η φωνή είναι αρκετή για να οδηγήσει το υλικό σε μεγαλειώδη αποτελέσματα, ενώ και τα κομμάτια βέβαια δεν πηγαίνουν πίσω σε αξία, όπως φανερώνουν ενδεικτικά το "America Says Hello" ή το οκτάλεπτο έπος "Pyramid / When The Poor Can Reach The Moon". Όλα αυτά συνθέτουν ένα σύνολο που, παρ' ότι φέρνει στο μυαλό τις ημέρες που ήταν από τους ηγέτες μιας ολόκληρης σκηνής, είναι αδύνατον να μην του υποκλιθείς για την έμπνευση και τη δυναμική της επιστροφής του. Κι όσο κι αν επί της παρούσης η επιθυμία να επιστρέψουν σαν μια υπολογίσιμη δύναμη στους πίνακες των επιτυχιών φαντάζει ελαφρώς μακρινή, ίσως τελικά κάτι τέτοιο αποτελέσει μία από τις εκπλήξεις ενός περισσότερο φανταχτερού μέλλοντος. Γιατί η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται με κάθε κόστος…

VAN MORRISON - Astral Weeks Revisited

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΗΝΑ

Κάθε σημαντικό έργο, μαζί με τον εαυτό του, επινοεί και τη μυθολογία του. Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε το "Astral Weeks", που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1968 και επανεκδόθηκε πρόσφατα, είναι ένα σημαντικό έργο όχι μόνο επειδή κατέχει θέση magnum opus στη δισκογραφία του George Ivan Morrison, αλλά και επειδή προοικονομεί και χαιρετίζει τους επιγόνους του (o Ryley Walker είναι ενδεικτικό παράδειγμα). Αλλιώς, το "Astral Weeks" αποτελεί ένα «ζωντανό αρχείο» για τους τραγουδοποιούς του rock της συγχρονίας.

To "Astral Weeks" σκιαγραφεί το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία: 23 χρόνων, λίγο μετά τη διάλυση των Them και την έναρξη της προσωπικής του καριέρας με την πρόσκαιρη επιτυχία του "Brown Eyed Girl", φευγάτος μαζί με τη σύντροφό του μεταξύ Νέας Υόρκης και Μασαχουσέτης, οιονεί αποσυνάγωγος της «ιρλανδικότητάς του», παρόμοια με τον Τζέιμς Τζόις.

Το album θα ολοκληρωθεί σε μόλις τρία sessions, τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 1968, κάτι που φανερώνει ίσως την αντίληψη των μουσικών για τη διαδικασία της ηχογράφησης ως μια μορφή δημιουργίας in situ. Άλλωστε, οι σεσιονάδες που συμμετέχουν προέρχονται από τον χώρο της jazz: Richard Davis (όρθιο μπάσο), Jay Berliner (κιθάρα), Connie Cay (ντραμς), John Payne (φλάουτο), με παραγωγό τον επίσης θιασώτη της jazz Lewis Merenstein.

H jazz, λοιπόν, μαζί με μια ανορθόδοξη θεώρηση του rhythm ‘n' blues αλλά και της κέλτικης λαϊκής μουσικής είναι τα στοιχεία που γονιμοποιούν την τραγουδοποιία του Van Morrison, αλλά και που εξιτάρουν την ποιητική φωνή του. "If I ventured in the slipstream / Between the viaducts of your dream / Where immobile steel rims crack / And the ditch in the back roads stop / Could you find me?" τραγουδά ο Van στην εισαγωγή του ομώνυμου τραγουδιού. Οι στίχοι αυτοί ορίζουν το ποιητικό υποκείμενο, που στην περίπτωση του Morrison δεν είναι άλλο από τον νόστο, την επιστροφή, όχι σε κάποιον συγκεκριμένο τόπο, αλλά στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Τα θέματα που επανέρχονται με δραματική ένταση στους στίχους του είναι οι μυστικοί παράδρομοι των λεωφόρων (όπου έπαιζε παιδί), οι ήχοι από τις κυριακάτικες καμπάνες, τα τραγούδια που μεταδίδει το ραδιόφωνο, η ανάγκη του για απομόνωση σε συνδυασμό με μια ειδυλλιακή σχέση με την ύπαιθρο, η εξιλέωση και ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι στίχοι του "Madame George": "Down on Cyprus Avenue / With a childlike vision leaping into view… / Say goodbye goodbye goodbye goodbye to Madame George / Dry your eye for Madame George… / The love's to love the love's to love the love's to love…". Ο λυρικός ρυθμός της επανάληψης απαντά και στο "Ballerina": "So all you gotta do / Is ring the bell / And step right up, and step right up / And step right up / Just like a ballerina / Just like a ballerina / Just like a just like a just like a ballerina". Η απεύθυνση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, ενώ στο "The Way The Young Lovers Do" τα "εγώ" και τα "εσύ" συνέρχονται σε "εμείς" για να αποδώσουν την ένταση της νεανικής ερωτικής πράξης: "We strolled through fields all wet with rain / And back along the lane again / There in the sunshine / In the sweet summertime / The way that young lovers do / I kissed you on the lips once more / And we said goodbye just adoring the nighttime / To feel the way that young lovers do" - με το φλάουτο να κανοναρχεί τον ρυθμό σε σημείο έξαρσης. Το "Sweet Thing" ανακεφαλαιώνει την αναζήτηση: με τη μουσική να εγείρει μια πλημμυρίδα λυρισμού, ο Morrison, σαν ένας άλλος Στίβεν Δαίδαλος, αναστοχάζεται: "And I will stroll the merry way / And jump the hedges first / And I will drink the clear / Clean water for to quench my thirst / And I shall watch the ferry – boats / And they'll get high / On a bluer ocean / Against tomorrow's sky / And I will never grow so old again".

Μουσικά, στιχουργικά, ερμηνευτικά, το "Astral Weeks" παραμένει πάντα ένα album υπεράνω εποχής. Σύμφωνα με τον Greil Marcus, ίσως τον πιο οξυδερκή μουσικοκριτικό που γνώρισε το rock, πρόκειται για ένα μοναδικό επίτευγμα «επινοητικότητας, εκφραστικότητας, ειλικρίνειας και τόλμης», που αντιπαραβάλλεται με το "John Wesley Harding" του Dylan.

Η επανακυκλοφορία αυτού του τόσο σημαντικού έργου συμπίπτει με την έκδοση της ανθολογίας "Lit Up Inside", που συγκεντρώνει περίπου το ένα τρίτο της ποιητικής παραγωγής του Van Morrison. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας Ίαν Ράνκιν στον πρόλογό του, «εξαιρετικές μελωδίες και ενορχηστρώσεις, ασυναγώνιστα παιξίματα από τους μουσικούς και αυτή η ανεπανάληπτη φωνή – όμως οι στίχοι ήταν το πιο ζωτικό κομμάτι του συνόλου…».

LUDOVICO EINAUDI

Ποπ παιχνίδια με την κλασική μουσική

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ

Μετά τις σπουδές πιάνου, θεωρητικών και σύνθεσης στο Κονσερβατόριο του Μιλάνου, ο Ludovico Einaudi διετέλεσε μαθητής μιας σπουδαίας φυσιογνωμίας της σύγχρονης ιταλικής μουσικής, του Luciano Berio. O Berio διακρίθηκε για την καινοτομία, συχνά και την πρωτοπορία του έργου του και, όπως λέει ο Einaudi, διδάχθηκε από αυτόν ενορχήστρωση αλλά και «έναν συγκεκριμένο τρόπο αντίληψης και προσέγγισης της μουσικής». Όπως θα έδειχνε όμως η συνέχεια, ήταν ένας άλλος ομοεθνής του δημιουργός που, αν και δεν μαθήτευσε κοντά του, τον επηρέασε πολύ περισσότερο από τον Berio…

Ο νεαρός ακόμα Einaudi ακολούθησε για αρκετά χρόνια μια πορεία τυπική για συνθέτη του είδους του, έργα δηλαδή για ορχήστρα και μικρότερα σύνολα, καθώς και μουσική δωματίου, ενώ σιγά – σιγά πέρασε και στη σύνθεση soundtracks στην οποία μάλιστα διακρίθηκε. Παράλληλα όμως με όλα αυτά και, κυρίως, μέσω της ενασχόλησης με τα multimedia, η οπτική του απέναντι στη μουσική άρχισε να αλλάζει.

Η διαφοροποίηση αποτυπώθηκε σε μια σειρά προσωπικών δίσκων, ανεξάρτητων απ' τα ορχηστρικά έργα - αναθέσεις - παραγγελίες. Μέσα από αυτούς άρχισε να διαγράφεται σταδιακά η ιδιοσυγκρασία ενός ολοένα και πιο ενδιαφέροντος δημιουργού. Ο Einaudi εκκινεί από τη μελωδικότητα του Michael Nyman δίχως όμως τίποτα από τη μινιμαλιστική τεχνοτροπία –κυρίως την εμμονή σε αυτήν- του τελευταίου. Ούτε όμως με το νεοσυμφωνικό πολλές φορές ύφος του ομοειδούς τού Craig Armstrong έχει πολλά κοινά στοιχεία. Ο λόγος είναι ότι, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, τελικά, εμπνέεται από μια μοναδική περίπτωση όχι μόνο της ιταλικής αλλά και της διεθνούς μουσικής, που δεν είναι άλλη από τον Ennio Morricone. Όπως και ο Morricone –και χωρίς φυσικά ποτέ αμφότεροι να κάνουν ποπ!-, χαρακτηρίζεται από μια ποπ διάθεση και αισθητική, βλέπει δηλαδή το έργο του σαν ένα παιχνίδι που του επιτρέπει να δοκιμάσει πολλά και διαφορετικά ιδιώματα, τεχνοτροπίες και μέσα. Δεν μοιράζεται βέβαια καθόλου την περιπαιχτική, χιουμοριστική, συχνά άκρως ειρωνική πλευρά του Ennio. Είναι πολύ σοβαρός, αλλά ούτε στο ελάχιστο σοβαροφανής. Κι αυτό με τη σειρά του τον διαφοροποιεί από τον άλλο μεγάλο νεοκλασικιστή του σήμερα, τον Γερμανoβρετανό Max Richter, που κάποιες φορές δείχνει να έχει κάποιες τάσεις προς το μεγαλοπρεπές.

H μουσική του Einaudi είναι πηγαία και βαθιά λυρική, κομψή και χαριτωμένη, δίχως ποτέ να ακκίζεται, απλή στον πυρήνα της, αλλά ποτέ απλοϊκή και για διαφόρων μορφών και αριθμών σύνολα, αλλά με το πιάνο (παιγμένο από τον ίδιο, καθώς είναι βιρτουόζος του) να κατέχει πάντα πρωτεύουσα θέση. Αποκορύφωμα της μέχρι τώρα δουλειάς του το θαυμάσιο προ διετίας «In A Time Lapse», αλλά το πρόσφατο «Elements» όχι μόνο συνεχίζει στα ίχνη του, αλλά μάλλον και το υπερβαίνει. Με πηγή έμπνευσης, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, τα τέσσερα στοιχεία της φύσης, ο Einaudi γράφει εδώ μια σειρά από ορχηστρικά και (κυρίως) πιανιστικά κομψοτεχνήματα δίχως τον ελεγειακό χαρακτήρα που έχει η δουλειά τού Richter, αλλά σε ανθρώπινες διαστάσεις, απολύτως «γήινα» αλλά και με πάρα πολλή σκέψη και μελέτη πίσω τους. Με το «Elements» ο εξηντάχρονος πλέον Ιταλός αναδεικνύεται σε υπόδειγμα σημερινού συνθέτη ο οποίος με περισσή φινέτσα, καλαισθησία και ευφυΐας δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει δίπλα στα «παραδοσιακά» ακουστικά όργανα τα ηλεκτρικά αλλά και τα ηλεκτρονικά, θέτοντας άπαντα στην υπηρεσία του οράματός του για μια μουσική επί της ουσίας ανανεωτική, όχι σαν αυτοσκοπό, αλλά επειδή απλά αυτή είναι η φύση της. Η συνέχεια δεν μπορεί παρά να προβλέπεται συναρπαστική...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0