Live τώρα    
ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ / Φοίβος Δεληβοριάς: «Η νοσταλγία δεν είναι μνήμη...»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ / Φοίβος Δεληβοριάς: «Η νοσταλγία δεν είναι μνήμη...»

Το «Ο αόρατος άνθρωπος» του '10 ήταν σαφέστατα ο πλέον ενδιαφέρων μέχρι τότε δίσκος τού Φοίβου Δεληβοριά. Το νέο, έβδομο κατά σειρά album του «Καλλιθέα», όμως, αναμφίβολα είναι η πιο ώριμη και τελικά καλύτερη δουλειά του. Το κοίταγμα στο παρελθόν της περιοχής όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε γίνεται αφορμή για μια ενδοσκόπηση του συλλογικού και προσωπικού του παρελθόντος. Ήταν αναπόφευκτο η συζήτησή μας να περιστραφεί γύρω από το χθες, όμως επεκτάθηκε και στο σήμερα και σε ικανό βαθμό γύρω από το αύριο.

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ

Τώρα πια που ο δίσκος έχει ολοκληρωθεί και κυκλοφορήσει, τι θα έλεγες συμπερασματικά ότι είναι το παρελθόν; Απλά περασμένος χρόνος ή ένας συγκεκριμένος χωρόχρονος με τις εκάστοτε συνθήκες που τον ακολουθούν και τον χαρακτηρίζουν, αν δεν τον σηματοδοτούν;

Δεν είναι στατικό το παρελθόν, αλλάζει μαζί με το μέλλον. Το έχουν πει τα μεγάλα αφεντικά πολύ πριν από μας: «Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών / Ίσως και οι δυο παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα / Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα. / Εάν ο χρόνος όλος είν' αιωνίως παρών / Ολος ο χρόνος είναι αλύτρωτος». Ο Μάης του '68 θα αλλάξει θέση μετά το χτύπημα στο «Bataclan». Ο Μπαχ ακούγεται αλλιώς μετά τους Beatles.

Ό,τι κι αν είναι αυτό το παρελθόν, ποια είναι η θέση του, τουλάχιστον προσωπικά για εσένα; Η μόνιμη παιδική χαρά της ζωής, ένα είδος virtual στεκιού για να μαζευόμαστε με παλιούς και νέους αγαπημένους, φίλους και γνωστούς, φυλακή, η αναδρομική νέμεση του παρόντος, κάτι άλλο;

Είναι ο γρίφος της γέννησής μου και η μυστική χώρα των επιθυμιών μου. Όλα τα πράγματα που μου προκαλούν χαρά ή πόνο σήμερα έχουν να κάνουν με μια χρυσή εικόνα που είδα κάποτε εκεί. Προσπαθώ να την ξαναφτάσω, όμως δεν είναι εκεί που ήταν. Πρέπει να αλλάζω συνέχεια θέση για να μου ξαναχαριστεί.

Κάνεις διάκριση ανάμεσα στη συλλογική και την προσωπική μνήμη ή θεωρείς ότι η δεύτερη είναι υποσύνολο της πρώτης; Και στις δύο περιπτώσεις, η μνήμη ταυτίζεται υποχρεωτικά με τη νοσταλγία ή όχι απαραίτητα;

Η μνήμη η δική μου είναι μέρος του ονείρου που είδαμε όλοι μαζί. Η χούντα του '67 π.χ. είναι μια εποχή που δεν έζησα, νιώθω όμως πως την ξέρω καλά. Ακόμα και την αρχαία Αθήνα αισθάνομαι πού και πού... Η νοσταλγία δεν είναι η μνήμη. Είναι ένας τρόπος –ο πιο επικίνδυνος- να θυμάσαι. Γιατί έχει μια τάση να εξωραΐζει, να κρύβει τα σκοτάδια. Και σε παγιδεύει, σε γερνάει άσχημα...

Αντίστοιχα, μνήμη ίσον ανάμνηση ή αυτό δεν είναι καθόλου απόλυτο; Και φυσικά, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με τις καλές αναμνήσεις, τι γίνεται όμως με τις κακές; Είναι κάτι αρνητικό από το οποίο πρέπει να απαλλασσόμαστε όσο γίνεται γρηγορότερα και πιο ανώδυνα ή μπορούν να είναι και χρήσιμες;

Κοίτα, ψυχοθεραπεία χωρίς το παρελθόν σου δεν μπορείς να κάνεις. Και οι σκοτεινές πλευρές του είναι αυτές που θα σε βοηθήσουν περισσότερο... Αν θες μόνο να εξιδανικεύεις, αφήνεις τη νοσηρότητά σου να κάνει παιχνίδι για πάντα. Ας το δούμε και πολιτικά, οι Έλληνες τσακώνονται για το ποιο παρελθόν ήταν καλύτερο. Άλλοι μας παρουσιάζουν ειδυλλιακά το ΠΑΣΟΚ του Αντρέα, άλλοι το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Άλλοι τη Δεξιά του παπά και του χωροφύλακα, άλλοι του Ciao Ant1. Άλλοι εξιδανικεύουν τη μία Αριστερά, άλλοι την άλλη. Μέχρι και οι απολογητές της χούντας λένε μέσα στα ταξί «τότε μόνο περνούσε καλά ο κοσμάκης». Άρα δεν μας βλέπω να γιατρευόμαστε γρήγορα...

Δεν είσαι πάντως από αυτούς που κάνουν πράξη τον στίχο των Πυξ Λαξ «Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς», ακριβώς το αντίθετο θα έλεγα... Πώς λειτουργεί για εσένα το να καταγράφεις έναν έρωτα που τελείωσε; Ως κάθαρση ή είναι απλά μια πολύ καλή πηγή έμπνευσης;

Μα οτιδήποτε το καταγράφεις μόνο όταν τελειώσει, αλλιώς κάνεις απλώς ρεπορτάζ. Μόνο όταν τελειώσει ο έρωτας ή τα παιδικά χρόνια ή ένας πόλεμος μπορούμε να καταλάβουμε και να διηγηθούμε.

Αν και ο δίσκος αποτελεί μια αποτίμηση της Καλλιθέας τού χθες και του τότε τρόπου ζωής της, δεν θεωρώ συμπτωματικό ότι ξεκινάει με μια αποτύπωση της πραγματικότητας της Καλλιθέας τού σήμερα. Γιατί το θεώρησες απαραίτητο αυτό. Είναι μια ελεγεία για κάτι που πέρασε ή επιχειρείς μια αναγκαία και όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική σύγκριση;

Θέλω, όπως όλοι οι καλλιτέχνες, να αλλάξω λίγο την πραγματικότητα. Αυτό δεν μπορώ να το κάνω αν δεν της πάρω πρώτα μια ρεαλιστική, σκληρή φωτογραφία. Τα προάστια τα αγαπώ και θεωρώ έγκλημα το ότι οι πολιτικοί μας και εμείς οι ίδιοι τα αφήσαμε να ρημάξουν έτσι. Βάζω τη μικρή δύναμή μου στην υπηρεσία του ξαναζωντανέματός τους.

Ήδη στο «Ο Αόρατος Άνθρωπος» είχες διευρύνει όχι μόνο την ενορχηστρωτική αλλά και συνολικά την ηχητική σου παλέτα με εντυπωσιακά απρόσμενο τρόπο σε σχέση με το τι έκανες μέχρι τότε. Αυτή τη φορά το κάνεις λιγότερο «εκρηκτικά», αλλά πιο οργανωμένα και μεθοδικά. Είναι η συνέχεια μιας αναζήτησης που άρχισε στον προηγούμενο δίσκο ή μια ολότελα διαφορετική διαδικασία;

Και τα δύο... Στον προηγούμενο δίσκο πρωτοαποφάσισα να προσεγγίσω τη μουσική έτσι όπως αρέσει σε εμένα και όχι σε κάποιο φανταστικό κοινό. Τώρα το προχωράω, η θεματική του δίσκου είναι διαφορετική όμως και είχα και άλλα στοιχήματα μπροστά μου.

Και πώς επέλεξες γι' αυτό τον Χρήστο Λαϊνά, ο οποίος όχι μόνο ήταν εντελώς έξω από τον κύκλο των μέχρι τώρα συνεργατών σου, αλλά θα έλεγε κανείς ακόμα και των ακουσμάτων σου; Τι σε έκανε να προσέξεις και σε προσέλκυσε στη δουλειά του;

Μου έλεγαν όλοι για το πώς συνδέεται με φυσικούς χώρους, πως του αρέσει να ανακατεύει και να ανασυνθέτει τους ήχους και όχι απλώς να τους μιξάρει. Μόλις μου είπε, εντελώς φυσικά, ότι θα ηχογραφήσουμε στο πατρικό μου, ήξερα ότι είναι ο άνθρωπός μου.

Είναι η ιδέα μου ή στη δημιουργία αυτού του δίσκου υπάρχει ένα, συνειδητό ή μη, δίπολο, όσο δηλαδή οι στίχοι είναι μια ενδοσκοπική ενατένιση, ίσως και αναθεώρηση του παρελθόντος, άλλο τόσο η μουσική είναι κατά κάποιον τρόπο το «αντίβαρό» τους, εκφράζοντας μία κατ' εσένα νεωτερικότητα και κοιτάζοντας προς το έστω και άμεσο μέλλον;

Δεν έχεις άδικο... Αν και οι στίχοι επίσης, αν εξαιρέσεις τα θέματά τους, είναι νεωτερικά γραμμένοι.

Τι θα είχες να πεις, αλήθεια, αποτιμώντας το πρόσφατο παρελθόν, τα όσα δηλαδή έχουν συμβεί στη χώρα μας από την αρχή περίπου του καλοκαιριού και μετά; Και, κυρίως, πώς βλέπεις να διαμορφώνεται το παρόν αλλά και το συλλογικό μας μέλλον, διακρίνεις τις αποχρώσεις του τελευταίου να είναι πιο φωτεινές ή πιο σκοτεινές από εκείνες της τελευταίας πενταετίας;

Δεν μου αρκεί πια ως πολίτη η επίκληση της σκληρότητας των δανειστών, όσο κι αν είναι αληθινή. Θέλω από ανθρώπους που υποσχέθηκαν με τόση ευκολία τόσα πράγματα να έχουν όραμα και διάθεση έργου. Ακόμα και προεκλογικά με ενοχλούσε ότι μόνο για επιστροφές σε μισθούς μιλούσαν και όχι, π.χ., για το πώς σκέφτονται να αναμορφώσουν την Παιδεία, η απουσία της οποίας είναι ο νούμερο ένα λόγος που δουλοποιηθήκαμε στα χρόνια της φούσκας. Επειδή λοιπόν η κυβέρνηση εκλέχθηκε με υποσχέσεις και χωρίς σχέδιο, αυτό που βλέπω να διαμορφώνεται είναι μια νέα γενιά κυνικών και ένα τεράστιο κύμα οργανωμένης παρανομίας κολομβιανού τύπου. Όταν ένα παιδί πρέπει να μείνει εδώ και βλέπει πως δεν έχει ούτε μισή ελπίδα –και είναι και απαίδευτο-, στο γκανγκστεριλίκι θα οδηγηθεί. Ας κάνουμε τα πάντα για να μη συμβεί αυτό.

Σε έχει αλλάξει καθόλου όχι σαν άνθρωπο, αλλά ως δημιουργό το ότι έγινες πατέρας;

Ναι, απολύτως. Πάντα έγραφα απευθυνόμενος σε αγαπημένα πρόσωπα. Τώρα, ό,τι λέω σκέφτομαι να το λέω στην κόρη μου. Και έχει άλλη δύναμη!

Ποια θα είναι η συνέχεια για τον χειμώνα, μετά την παρουσίαση του δίσκου στο «Gagarin 205»;

Έχω κάποια σχέδια, αλλά από τη νέα χρονιά. Ώς τότε θα παίξω σε αγαπημένες ελληνικές πόλεις το νέο και το παλιό υλικό.

Και μια τελευταία ερώτηση για να πάμε τα πράγματα και σε μια άλλη, πιο ξένοιαστη πίστα... Video game σε «μπλιμπλικάδικο» ή σημερινό multi user διαδικτυακό παιχνίδι;

Σημερινό, ασυζητητί! Πλέον τα video games πλησιάζουν την υψηλή τέχνη, είναι μικρά σύμπαντα. Έχω χαθεί ολόκληρες νύχτες στον κόσμο τους, μόνος ή με φίλους...

ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

«ΚΑΛΛΙΘΕΑ»

INNER EAR

Στο «Καλλιθέα» ο Φ. Δεληβοριάς όχι απλά δεν νοσταλγεί το παρελθόν, αλλά, αντίθετα, χωρίς να διστάζει να παραδεχτεί τα λάθη που έκανε σ' αυτό, αποκαθηλώνει κάθε είδους «τοτέμ» και σαρώνει αναίτιες ενοχές, ενώ αποδέχεται πλήρως τις ευθύνες που του αναλογούν. Αποδεικνύει έτσι πόσο άδικο είναι να τσουβαλιάζεται κι αυτός στο λεγόμενο «έντεχνο», καθώς κανείς από όσους ανήκουν σ' αυτό δεν θα είχε το θάρρος και τη δύναμη να επιχειρήσει κάτι τέτοιο και ακόμα περισσότερο να το επενδύσει με μια μουσική συχνά συναρπαστική, η οποία εμπνέεται από το πριν, ενώ οραματίζεται το μετά.

Θ.Μ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0