Του Λέανδρου Πολενάκη
Ο γνωστός μας Ρομέο Καστελούτσι επανέρχεται στο Φεστιβάλ της Αθήνας με το έργο του «Go down Moses». Πρόκειται για μια άλλη ανάγνωση του «Βιβλίου της Εξόδου» της Παλαιάς Διαθήκης, όπου, αντί για τον αγέννητο και ασώματο, αθάνατο Πατέρα - Θεό, πρωταγωνιστεί το γεννημένο θνητό σώμα της γυναίκας, που γεννά με πόνους το παιδί της. Συνδέοντας, έτσι το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου με την καλλιτεχνική δημιουργία. Ο Καστελούτσι θέτει το ερώτημα «τι σημαίνει βλέπω», σήμερα ιδίως, με τον κατακλυσμό των εικόνων που μας ταλανίζει. Και απαντά σε αυτό με τρόπο αρχαϊκό, που είναι, όμως, συγχρόνως μοντέρνος. Για τους αρχαίους, τουλάχιστον ώς την ύστερη ελληνιστική εποχή, το βλέπειν αντιστοιχεί στο βλέπεσθαι. Ό,τι βλέπω με βλέπει, επειδή θεωρείται ότι το φως έχει ως πηγή του το αντικείμενο της θέασης. Κατόπιν η Αναγέννηση «ανακαλύπτει» την προοπτική της εικόνας. Ο θεατής υποχρεωτικά πρέπει πια να υιοθετήσει δεδομένη οπτική γωνία, παύοντας να είναι οργανικό μέρος της παράστασης. Η θέαση καταλήγει εν τέλει να γίνει, σήμερα ιδίως, θέαμα και ασωτεία του βλέμματος. Μόνο η βυζαντινή εικονογραφία, στερούμενη ιστορικής προοπτικής και βάθους τοπίου, διατήρησε και προέκτεινε την βασικά πλατωνική σύλληψη του διηνεκούς, ακτίστου φωτός, που υιοθέτησε ο Χριστιανισμός.
Έρχομαι στην παράσταση του Καστελούτσι: «Η βίαιη έξοδος ενός βρέφους απ' το σώμα μιας γυναίκας», μεταφέρω ένα μικρό μέρος της έξοχης εισαγωγής της Έλενας Παπαλεξίου στο πρόγραμμα, «παραπέμπει στην έξοδο του Εβραϊκού λαού και στην ιδέα της απελευθέρωσης από τη σκλαβιά... η σκλαβιά των Εβραίων, η δουλεία των μαύρων της Αμερικής συνηχούν, εντέλει, με τη δική μας, αόρατη ατομική υποταγή στο θέαμα του σύγχρονου κόσμου. Όμως, «ο λαός δεν γνωρίζει ακόμα ότι είναι λαός, γιατί ακόμα δεν γνωρίζει ότι είναι σκλάβος θα πει η μητέρα στο έργο. Είμαστε θεατές και συνάμα αντικείμενα θέασης ενός διαρκούς ηδονοβλεπτικού θεάματος, αιχμάλωτοι επαναλαμβανόμενων, μονοσήμαντων εικόνων αδιάκοπης ροής, που εισβάλλουν στην συνείδησή μας και υποκλέπτουν την ύπαρξή μας. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: "Τι σημαίνει βλέπω;". Το θέατρο του Ρομέο Καστελούτσι επιχειρεί να ενεργοποιήσει την ικανότητα του θεάσθαι, λειτουργώντας σαν διακόπτης σε αυτήν την αέναη ροή των εικόνων. Αφυπνίζει τον θεατή και καθιστά συνειδητή την πλατωνική ιδέα της εξόδου από το σπήλαιο. Γυμνός και φοβισμένος ο άνθρωπος θα ψηλαφίσει τη δίοδο προς έναν κόσμο άγνωστο και απρόβλεπτο. Θα εκτεθεί στο φως, όπως το βρέφος όταν αποχωρίζεται με βιαιότητα το προστατευτικό σκοτάδι της μήτρας. Στη δική του επώδυνη Έξοδο ποιος θα σταθεί καθοδηγητής του; Ποιος θα συντρίψει τον χρυσούν μόσχον; Ποιος θα τον βοηθήσει να απελευθερωθεί από τα δεσμά των πλαστών ειδώλων;».
Το ίδιο το έργο του Καστελούτσι και η παράστασή του είναι ένας οδηγός. «Οι ιδέες δεν είναι σχήματα νεκρά, είναι ζωντανές, κατοικούν μέσα μας, αναπνέουν, κινούνται αλλάζουν όπως η ζωή», γράφει ο πολλαπλά παρερμηνευμένος Πλάτων στον "Φαίδωνα". Και ο Καστελούτσι μεταγράφει, δίνοντας στον σημερινό θεατή το νήμα για την έξοδο από τον λαβύρινθο, θυμίζοντάς μας εκείνη την παλιά ορφική δοξασία, ότι ο θεός κοιτούσε πρώτα μέσα του τις (θηλυκές) ιδέες και έφτιαχνε μετά τον κόσμο. Με τον ίδιο τρόπο και ο καλός τεχνίτης - δημιουργός οφείλει να κοιτάζει την απέραντη ομορφιά του κόσμου ακέραιη εντός του. Όχι μόνο τις επί μέρους, αποσπασματικές μορφές, τα «είδη» και τα είδωλά της. Οφείλει να είναι ερωτευμένος ακέραια με την ομορφιά, ώστε να μπορεί να ξαναγεννάει την ομορφιά του κόσμου ακέραιη. Έτσι ο «μύστης» Καστελούτσι: έρωτας, ομορφιά και δικαιοσύνη πάνε πάντα μαζί, δεν υπάρχουν το ένα δίχως το άλλο, είναι το μήνυμά του. Έρωτας αληθινός είναι η ομορφιά του κόσμου ακέραιη, που κάθεται μέσα μας και γελάει.
Με εκπληκτικούς, απέριττους, πυρηνικούς ηθοποιούς, με υπερβατικούς φωτισμούς, με άυλα και συνάμα απτά σκηνικά, με άχραντες μουσικές, με την πνοή της πραγματικότητας και με τον ρεαλισμό του ονείρου, πλάθει εικόνες ανεπίληπτου κάλλους, δίνοντας ένα μάθημα τι είναι σύγχρονο θέατρο.