(...) Και τότε πήγα κι άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγος αέρας καθαρός. Εδώ θα ταμπουρωθώ, σκέφτηκα, εδώ θα πολεμήσω μέχρις εσχάτων. Ούτε μια σπιθαμή πιο πίσω (...)
Σπύρος Τσακνιάς, από τη συλλογή «Χαμηλό βαρομετρικό»
Ε, ναι. Αυτές είναι οι προγραμματικές μας δηλώσεις: τα λίγα τριαντάφυλλα στον τοίχο της Καισαριανής από τον πρωθυπουργό της χώρας. Ε, ναι. Αυτή είναι η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Μια κυβέρνηση από τριαντάφυλλα αληθινής μνήμης και ολόκληρης περηφάνειας. Μια κυβέρνηση που δεν έχει βαθύ κράτος, αλλά διαθέτει βαθύ πληθυσμό. Τον πληθυσμό των απόντων. Γιατί οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής -όλοι οι εκτελεσμένοι, όχι μονάχα οι διακόσιοι της Πρωτομαγιάς- υπήρξαν πολλές φορές νεκροί. Άλλοτε ανύπαρκτοι, άλλοτε παρασιωπημένοι, άλλοτε τιμημένοι, αλλ' ωστόσο πάντοτε νεκροί. Ένας ετερότοπος. Γι' αυτό έκλαψα όταν είδα τον πρωθυπουργό της χώρας να καταθέτει το πένθος μιας πατρίδας και μητρίδας χωρίς παιάνες, χωρίς σημαιοφορίες πάνω στο μάρμαρο της πιο αναλιωμένης σιωπής που γνώρισε ποτέ η χώρα. Και τότε μου ήρθε στο μυαλό η λέξη η φοβερή του Αριστοφάνη, η άπαξ συναντώμενη όχι μονάχα στο έργο του άλλα και σε ολόκληρη την ελληνική γλώσσα με τρεις προθέσεις πριν το ρήμα: υπεκπρορέει. Ακούς; Υπεκπρορέει. Είναι για το νερό που έρχεται από κάτω, αναβλύζει και τρέχει εμπρός. Το νερό που εκπηγάζει. Ακριβώς όπως το δάκρυ. Και, ναι. Κλάψαμε πολύ. Βλέποντας το νερό να τρέχει. Από τόσα και τόσα μάτια. Από τόσα και τόσα σκυμμένα κεφάλια. Αχ αυτές οι σκυμμένες κρήνες των δακρύων με τις τριμμένες άκρες στα ρούχα. Αχ αυτές οι τριμμένες άκρες στα δάκρυα. Αυτές οι σημαίες των έσω εκρήξεων. Επειδή, όπως λέει και ο Διονύσιος Σολωμός, «Τα σπλάχνα και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Και αναβλύζουν. Και έρχονται. Στο θυσιαστήριο της Καισαριανής. Και να που τώρα ουδείς μπορεί να αφαιρέσει το υγρόν ως δυνατότητα καίρια: επειδή κλαίμε ως εμπροσθογενής δυνατότητα και όχι ως δακρύβρεχτη υπώρια της ιδεολογίας που πολλές φορές εξαντλήθηκε σε εσχατιές ημίφωτος της απραξίας. Έχω την αίσθηση ότι ο Αλέξης Τσίπρας κατέθεσε απίστευτο βάρος πάνω στο μάρμαρο των εκτελεσμένων. Κατέθεσε το βάρος των δακρύων ως τιμή αλλά και ως διαλάμπουσα δυνατότητα ελευθερίας από το πένθος. Γι' αυτό κλαίω. Γι' αυτό δεν θέλω να σκουπίσω το μισοκοιμισμένο δάκρυ που δεν ξύπνησε γιατί δεν αποκοιμήθηκε ποτέ και όλο λαμπυρίζει για να μην πεινάσεις και να μη διψάσεις από όνειρο. Και ελπίδα. Αυτό το υγρό που γεώργησε τις απελπισίες μας και μας έφερε μέχρι εδώ. Εδώ όπου «Ζαλίζει τ' αγιόκλημα και κατεβαίνω στον κήπο μου/Και θάβω τα πτώματα των μυστικών μου νεκρών / Και το λώρο το χρυσό των προδομένων / Αστέρων τους κόβω να πέσουν στην άβυσσο».
Ιδού ο ενεστώς απίστευτης διάρκειας. Ιδού το «Άξιον Εστί» του ενεστώτος ανθρώπου. Με λίγα τριαντάφυλλα στο σκληρότατο μάρμαρο της Καισαριανής. Ιδού η λαμπηδόνα που εξατμίζεται. Ιδού η σκουριά που καταργείται ως διαδικασία· ναι. Αυτό είναι το σπουδαίο. Ότι η σκουριά καταργείται διαδικαστικά, πηγαίνοντας από ενεστώτα σε ενεστώτα, έτσι που το ποίημα να μοιάζει δικαιωμένο στη βασική αισθητική του δομή και στη βασική ηθική του θεμελίωση: «Σκουριάζουν τα σίδερα και τιμωρώ τον αιώνα τους / Εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές / Κι από γιούλια και νάρκισσους το καινούργιο / Μαχαίρι ετοιμάζω που αρμόζει στους Ήρωες».
Λίγα λουλούδια για τους δικούς μας ήρωες με τα σκουριασμένα χέρια. Και μια μεγαλειώδης στιγμή. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, σαν αργοπορημένο μέλλον, καταθέτει για πρώτη φορά τον θρίαμβο της νόμιμα καταυγασμένης Ιστορίας. Φέρνει πίσω τους νεκρούς μας. Ταυτοποιεί το DNA τους με την πραγματικότητα. Ναι! Είναι αυτοί! Ναι! Είμαστε εμείς! Ναι! Είμαστε η δικιά τους άρνηση στον θάνατο. Ναι! Είμαστε από το ίδιο γενετικό υλικό της αδιάκοπης προσπάθειας. Το λέει κι ο Γιάννης Ρίτσος στο ποίημα του «Ο Ηρακλής κι εμείς», που γράφτηκε στις 23 Μαρτίου του 1968, δηλαδή μέσα στη μαύρη χούντα: (...) «Όμως εμείς, τέκνα θνητών, δίχως δασκάλους, με δικιά μας μόνο θέληση, / μ' επιμονή κι επιλογή και βάσανα, γίναμε αυτό που γίναμε. Καθόλου / δε νιώθουμε πιο κάτου μήτε χαμηλώνουμε τα μάτια. Μόνες / περγαμηνές μας: τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος».
Οπότε, και πάλι ναι: κλάψαμε. Με σημαίες των έσω δακρύων. Με τη μνήμη να αναδύεται μέσα από την άμπωτη του μέλλοντος. Και να αποχαιρετά εκείνους που έφυγαν. Και να υποδέχεται εκείνους που έρχονται. Και να στέκεται μαζί μ' εκείνους που είναι εδώ. Εδώ. Στο παρόν. Σε μια Ιντιφάντα επιθετικής αξιοπρέπειας εναντίον της νεκροκρατίας των ανιστόρητων αριθμών. Των χάλκινων αριθμών που φτερουγίζουν πάνω από τους ανθρώπους με χάλκινα φτερά και συνθλίβουν τον αέρα. Γιατί, να το ξέρεις: οι αριθμοί από μόνοι τους είναι διαφημίσεις τρόμου. Φοβούνται μόνοι τους οι αριθμοί, χωρίς ανθρώπους. Και τότε καταφεύγουν στις αριθμήσεις. Σε μια επαναστατική αριθμητική των συστημάτων. Εδώ είμαστε: στα συστήματα των αριθμών. Στους ισοσκελισμούς της Μακρονήσου με τα ανδράποδα των τραγωδιών και των τυμπανισμών. Στους ίσους λογισμούς του Λειβαδίτη με τον Ανδρέα Λοβέρδο. Εδώ είμαστε: στο μακροσκελές τίποτα. Που κάλυψε το έδαφος μιας απέραντης Καισαριανής.
Γι' αυτό έκλαψα καθώς έβλεπα τον πρωθυπουργό της χώρας να διανύει χιλιάδες χιλιόμετρα Ιστορίας και να φτάνει στο σημείο του συνανοίκειν: την ακέραια μνήμη. Τη μνήμη της απόλυτης ελευθερίας για ζωή που φτάνει μέχρι τον θάνατο. Και που θάνατος δεν είναι.
Είναι απλώς η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα. Ε, ναι. Αυτό είναι.
Κώστας Καναβούρης