Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Παρά τα όσα επισημάναμε για την παραγωγή του Φρανκ Κάστορφ, το μουσικό μέρος του κύκλου «Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ», που παρακολουθήσαμε ως προσκεκλημένοι στο Festspielhaus από τις 10 έως τις 15.08, περιελάμβανε την ευτυχή έκβαση ενός ενδιαφέροντος στοιχήματος γύρω από την εκεί πρώτη εμφάνιση του αρχιμουσικού Kirill Petrenko, και μάλιστα σε μια τόσο απαιτητική ανάθεση όσο της επετειακής «Τετραλογίας» της 200ετίας από τη γέννηση του συνθέτη. Ο αυστριακής υπηκοότητας Ρώσος με το ταπεινό παράστημα αποτελεί τον νέο Generalmusikdirektor της Κρατικής Όπερας της Βαυαρίας και, εν όψει της επίδοσής του στο εγχείρημα, επιπλέον μια σημαντική πρόσκτηση για το πλησιόχωρο Φεστιβάλ.
Ο Πετρένκο μάς είχε ήδη εντυπωσιάσει μέσα από τη ραδιοφωνική αναμετάδοση μιας πυρετώδους συναυλιακής παρουσίασης του «Χρυσού του Ρήνου» στο Parco della Musica της Ρώμης, εκδήλωσης που συνοδεύθηκε από δύο ακόμη συναυλίες αποσπασμάτων της «Τετραλογίας». Στον κύκλο παραστάσεων που παρακολουθήσαμε η μουσική του διεύθυνση υπήρξε αποκαλυπτική με τον δικό της υποδόριο τρόπο. Η μετρημένη, στοχαστική και λιτή αφήγηση της Ορχήστρας επέτυχε υπό την μπαγκέτα του ευκρινή ανάδειξη δυναμικής και χρωμάτων, διαψεύδοντας τη δυσφημιστική εξίσωση του Βάγκνερ με τον θόρυβο των ντεσιμπέλ. Όπλα του η οικονομία, ο εύπλαστος βηματισμός και η ασφαλής αίσθηση της συμφωνικής δομής και της «ατελεύτητης μελωδίας», με παράλληλη συντήρηση αποθεμάτων για τις απαραίτητες κορυφώσεις.
Πέραν τούτου, όμως, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το Θέατρο διέθετε τόσο ομοιογενή και εν πολλοίς αυτόχθονα φωνητική διανομή, σταθερά προσανατολισμένη στον συγκερασμό της τήρησης της γραμμής του τραγουδιού με την καθαρότητα εκφοράς του ποιητικού κειμένου που θεωρούσαμε ήδη παρελθόν.
Συνολικά κυρίαρχος ο Βόταν του Wolfgang Koch πάλεψε μιαν ερμηνεία ευφωνική και φωτοσκιασμένη που έχει βαθύνει σημαντικά από την πρώτη ανάληψη του ρόλου, παρά το γεγονός φωνητικών ορίων στη χαμηλή περιοχή κατά το μεγάλο μονόλογο στη β' πράξη της «Βαλκυρίας». Στα μεγάλα ατού της παραγωγής συναριθμούνται ο μελίρρυτος Ζήγκμουντ του τενόρου Johan Botha, η υγιής νεανικοδραματική Ζηγκλίντε της υψιφώνου Anja Kampe και ο υποδειγματικός Χούντινγκ του έμπειρου Νοτιοκορεάτη μπάσου Kwanchul Youn, ενός από τους σύγχρονους πυλώνες του Φεστιβάλ. Μετά από μια νευρική αρχή, με τονικά επισφαλή τα πολεμοχαρή «Hojotoho!» της, και παρά την ατυχή ακροτελεύτια νότα της στον «Ζήγκφριντ», η Βρουγχίλδη της Catherine Foster χάρισε μια συγκινητική «Αναγγελία θανάτου» στη β' πράξη της «Βαλκυρίας», διθυραμβικούς τόνους στον πρόλογο του «Λυκόφωτος των Θεών» και μιαν ατρόμητη «Θυσία» στην τελευταία πράξη του.
Σκηνικά γοητευτικός και επαρκής, παρά τη σφιχτή εκφορά του, ο Ζήγκφριντ του Lance Ryan βρήκε άξιο αντίπαλο στον επαρκώς «μαύρο» Χάγκεν του μπάσου Attila Jun. Ο Άλμπεριχ του Καζάκου Oleg Bryjak διεκδίκησε τους τρόπους εξαγγελίας ενός Gustav Neidlinger, ενώ, σε σειρά ρόλων χαρακτήρα, διακρίθηκαν 3 τενόροι με προσωπικότητα, ο Burkhard Ulrich ως Μίμε, ο Norbert Ernst ως Λόγκε και ο Lothar Odinius ως Φρο. Στίγμα φωνητικής ρώμης κατέγραψαν ο Ντόννερ του βαρυτόνου Markus Eiche, η Φρίκα και η Βαλτράουτε της ακόμη πολλά υποσχόμενης μέτζο Claudia Mahnke, ο γοητευτικός Γκούντερ του βαρυτόνου Alejandro Marco - Buhrmester, το αργυρόηχο δασοπούλι της Mirella Hagen, καθώς και η σκηνικά κακοποιημένη Έρντα της Nadine Weissmann. Περισσότερο ανώνυμες παρέμειναν η κάπως μεστή Φράια της Elisabet Strid και η ωχρή Γκουτρούνε της Allison Oakes.
Είναι σημαντικό ότι οι γίγαντες έτυχαν της επιθυμητής ηχοχρωματικής διαφοροποίησης των ρόλων τους: ζεστός ήχος και ωραίο λεγκάτο πραγματικού basso cantante από τον Wilhelm Schwinghammer ως ερωτιάρη Φάζολτ, βαθύτερες και πιο σκούρες σονοριτέ από τον πραγματιστή Φάφνερ του Sorin Coliban, παλαιού γνώριμου από τον «Ντον Τζοβάννι» του 1992 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Νορν (Okka von der Damerau, Claudia Mahnke, Christiane Kohl), Κόρες του Ρήνου (Mirella Hagen, Julia Rutigliano, Okka von der Damerau) και 8 ισχυρές και καλοδιδαγμένες από τον λεπτολόγο μαέστρο τους Βαλκυρίες, όπως εξάλλου και η ανδρική χορωδία του Φεστιβάλ, σταθερή αξία στο «κάλεσμα των Γκίμπιχουνγκ» του «Λυκόφωτος» υπό τη διδασκαλία του Eberhard Friedrich, συμπλήρωσαν τη μουσική εικόνα. Μολαταύτα η αίσθηση γροθιάς στο στομάχι από μια παραγωγή που αντιστρατευόταν τον Βάγκνερ παραμένει, όπως και το ερώτημα συνέντευξης στη νεότερη δισέγγονή του: «Αγαπάτε στ' αλήθεια τον Βάγκνερ, Frau Wagner;», ένα ερώτημα που όλο και περισσότερο μοιάζει ρητορικό...