Την ώρα που οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατέγραφαν ιστορικά κέρδη χάρη στην εκτόξευση των επιτοκίων, δύο χώρες αντέδρασαν με τρόπο που άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού. Η Ισπανία και η Ιταλία, με κυβερνήσεις διαφορετικής ιδεολογίας, προχώρησαν σε παρεμβάσεις που στόχευαν ευθέως στα υπερκέρδη των τραπεζών. Και το έκαναν όχι θεωρητικά, αλλά με μέτρα που απέφεραν δισεκατομμύρια στα δημόσια ταμεία ή ενίσχυσαν την πραγματική οικονομία. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα επέλεξε μια εντελώς διαφορετική διαδρομή. Οι τράπεζες επέστρεψαν σε θριαμβευτική κερδοφορία, σε μεγάλο βαθμό αφορολόγητη, ενώ ο αναβαλλόμενος φόρος δημιούργησε μια «μαύρη τρύπα» που υπολογίζεται στα 12 δισ. ευρώ για το Δημόσιο. Η σύγκριση δεν είναι απλώς ενδιαφέρουσα, είναι εξόχως αποκαλυπτική.
Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ προχώρησε το 2023 σε μια από τις πιο στοχευμένες παρεμβάσεις στην Ευρώπη. Επέβαλε έναν έκτακτο φόρο 4,8% στα έσοδα από τόκους και καθαρές προμήθειες για όλες τις τράπεζες με έσοδα άνω των 800 εκατ. ευρώ. Η λογική ήταν απλή, τα υπερκέρδη δεν προέκυψαν από επενδυτική ευφυΐα αλλά από τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ και το τεράστιο spread δανείων καταθέσεων. Το μέτρο απέδωσε περίπου 1,2 δισ. ευρώ ετησίως. Τα χρήματα δεν έμειναν στα χαρτιά. Χρηματοδότησαν επιδοτήσεις στα μέσα μεταφοράς, κοινωνικά μέτρα και δράσεις για την ανακούφιση των νοικοκυριών από την κρίση του κόστους ζωής. Οι ισπανικές τράπεζες αντέδρασαν με προσφυγές. Η ΕΚΤ εξέφρασε επιφυλάξεις. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν έκανε πίσω, αλλά προχώρησε σε παράταση του φόρου, ενσωματώνοντάς τον σε μόνιμο πλαίσιο. Το μήνυμα ήταν σαφές, τα υπερκέρδη δεν μπορούν να μένουν εκτός κοινωνικής λογοδοσίας.
Τον Αύγουστο του 2023 η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αιφνιδίασε τις αγορές ανακοινώνοντας έναν έκτακτο φόρο 40% στα υπερκέρδη των τραπεζών. Τα υπερκέρδη προέκυπταν από το ίδιο φαινόμενο που παρατηρήθηκε σε όλη την Ευρώπη, χαμηλά επιτόκια καταθέσεων, υψηλά επιτόκια δανείων. Η ανακοίνωση προκάλεσε αναταραχή στο χρηματιστήριο του Μιλάνου. Οι τραπεζικές μετοχές υποχώρησαν απότομα και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τροποποιήσει το μέτρο. Όμως η αναδίπλωση δεν σήμαινε υποχώρηση. Αντί να καταργήσει τον φόρο, η κυβέρνηση πρόσφερε στις τράπεζες μια εναλλακτική. Να μην πληρώσουν τον φόρο σε μετρητά, αλλά να μεταφέρουν 2,5 φορές μεγαλύτερο ποσό σε ένα ειδικό, μη διανεμητέο αποθεματικό. Το αποθεματικό αυτό δεν μπορεί να δοθεί ως μέρισμα, δεν μπορεί να γίνει μπόνους, ενισχύει τα κεφάλαια (CET1) και παραμένει εντός του τραπεζικού συστήματος για να στηρίξει την παροχή νέων δανείων. Με άλλα λόγια, η Ιταλία επέλεξε μια λύση που δεν τιμωρεί τις τράπεζες αλλά τις υποχρεώνει να επιστρέψουν μέρος των υπερκερδών στην οικονομία.
Η σύγκριση με την Ελλάδα είναι αναπόφευκτη. Εδώ οι τράπεζές μας ξεφορτώθηκαν τα κόκκινα δάνεια μέσω του «Ηρακλή», με κρατικές εγγυήσεις, επέστρεψαν σε ιστορικά κέρδη και χάρη στον αναβαλλόμενο φόρο μεταθέτουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις στο μέλλον. Ο αναβαλλόμενος φόρος έχει δημιουργήσει μια μαύρη τρύπα 12 δισ. ευρώ στα δημόσια έσοδα. Πρόκειται για ποσό που δεν έχει εισπραχθεί αλλά έχει ήδη εγγραφεί ως «δικαίωμα» των τραπεζών να συμψηφίσουν μελλοντικούς φόρους. Σε μια χώρα όπου η φορολογία στην κατανάλωση είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, το γεγονός ότι οι τράπεζες εμφανίζουν δισεκατομμύρια κέρδη χωρίς να πληρώνουν αντίστοιχους φόρους δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Η Ισπανία και η Ιταλία απέδειξαν ότι υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπιστούν τα τραπεζικά υπερκέρδη με θεσμικά, στοχευμένα μέτρα που επιστρέφουν πόρους στην κοινωνία ή ενισχύουν την οικονομία. Η Ελλάδα, αντίθετα, επέλεξε να αφήσει το τραπεζικό σύστημα να λειτουργεί με όρους που δεν συναντώνται αλλού στην Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τεχνικό ή χρηματοπιστωτικό ζήτημα. Είναι θέμα πολιτικής επιλογής και κοινωνικής προτεραιότητας.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια
