Η άρνηση της Χεζμπολάχ να αποδεχθεί τη νέα συμφωνία εκεχειρίας στον Λίβανο και η συνέχιση των ισραηλινών βομβαρδισμών ακόμα και μετά τις σχετικές ανακοινώσεις αποτελούν ίσως την οριστική επιβεβαίωση ενός μοτίβου που επαναλαμβάνεται εδώ και μήνες στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον συνεχίζει να παρουσιάζει διπλωματικές πρωτοβουλίες που υποτίθεται ότι στοχεύουν στην αποκλιμάκωση, όμως οι εξελίξεις που ακολουθούν τις διαψεύδουν σε λίγες μέρες, αν όχι ώρες.
Όλο και περισσότερο οι συμφωνίες εκεχειρίας μοιάζουν να εξυπηρετούν πολιτικές ανάγκες της στιγμής. Ανακοινώνονται με τυμπανοκρουσίες ως μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες και αποτέλεσμα των αμερικανικών πιέσεων, δημιουργούν προσωρινά την εντύπωση ότι μια κρίση τίθεται υπό έλεγχο, αλλά σπανίως συνοδεύονται από τις εγγυήσεις, τους μηχανισμούς και την πολιτική βούληση που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ότι θα παραμείνουν κάτι περισσότερο από ανακοινώσεις.
Γενοκτονία χωρίς... πόλεμο
Η περίπτωση της Γάζας είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σχεδόν 900 ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου και περίπου οκτώ μήνες μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, η εκεχειρία παραμένει μια έννοια απόλυτα ξένη για την καθημερινότητα των κατοίκων. Από τον Οκτώβριο και την πανηγυρική ανακοίνωσή της από τον Τραμπ έχουν καταγραφεί περισσότερες από 2.400 παραβιάσεις της συμφωνίας, με αποτέλεσμα τον θάνατο 765 Παλαιστινίων και τον τραυματισμό περίπου 2.100 ακόμη. Και όμως, η εκεχειρία παρουσιάστηκε σαν την αρχή μιας διαδικασίας που θα οδηγούσε σε σταδιακή ισραηλινή αποχώρηση από μεγάλο μέρος της Λωρίδας της Γάζας. Οι χάρτες που είχαν δοθεί τότε στη δημοσιότητα προέβλεπαν ότι ο ισραηλινός έλεγχος θα περιοριζόταν από το 53% της επικράτειας περίπου στο 40% και στη συνέχεια στο 15%.
Τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Αντιθέτως, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Ισραέλ Κατζ ξεκαθάριζε ήδη από τον Φεβρουάριο ότι δεν θα υπάρξει αποχώρηση «ούτε ενός χιλιοστού» πριν από τον αφοπλισμό της Χαμάς. Λίγο αργότερα ο Μπενιαμίν Νετανιάχου ανακοίνωσε ότι το Ισραήλ ελέγχει πλέον το 60% της Γάζας και έχει δώσει εντολή για επέκταση του ελέγχου στο 70% του θύλακα. Αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να περιοριστούν πολύ σύντομα σε λιγότερο από το ένα τρίτο της Λωρίδας, σε αυτοσχέδιους καταυλισμούς προσφύγων που ήδη ασφυκτιούν από τον συνωστισμό, τις ελλείψεις και τις καταστροφές.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προειδοποιήσει ότι οι διαρκώς μεταβαλλόμενες ζώνες ελέγχου δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας, ενώ ο ΟΗΕ καταγράφει σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα, γεννήτριες, ανταλλακτικά και βασικό εξοπλισμό. Μαρτυρίες κατοίκων περιγράφουν μια αργή αλλά σταθερή επέκταση των ισραηλινών θέσεων. Ολόκληρες γειτονιές βρίσκονται ξανά αντιμέτωπες με τον κίνδυνο εκκένωσης, ενώ οικογένειες που επέστρεψαν στα ερείπια των σπιτιών τους μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας αναγκάζονται για δεύτερη ή τρίτη φορά να μετακινηθούν.
Η περίπτωση της Γάζας αποκαλύπτει έτσι κάτι που συχνά χάνεται πίσω από τις ανακοινώσεις. Μια εκεχειρία κρίνεται από τα όσα ακολουθούν. Και στην προκειμένη περίπτωση αυτό που ακολούθησε ήταν η συνέχιση του πολέμου και της γενοκτονίας με διαφορετικά μέσα. Κάτι αντίστοιχο διαγράφεται σήμερα και στον Λίβανο, όπου οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί συνεχίζονται ακατάπαυστα παρά την ανακοίνωση της εκεχειρίας. Το ερώτημα, επομένως, είναι αν οι συμφωνίες που προωθεί η Ουάσιγκτον σχεδιάζονται για να αλλάξουν πραγματικά την πορεία των συγκρούσεων ή για να δώσουν μόνο την εικόνα ότι κάτι αλλάζει. Γιατί από τη Γάζα μέχρι τον Λίβανο οι εκεχειρίες δεν αποτυγχάνουν όταν παραβιάζονται. Αποτυγχάνουν πολύ νωρίτερα, όταν παρουσιάζονται ως λύσεις σε συγκρούσεις που κανείς δεν έχει αποφασίσει πραγματικά να τερματίσει.
