Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν το βράδυ της Τετάρτης μια νέα συμφωνία ανάμεσα στο Ισραήλ και τον Λίβανο. Μια συμφωνία που προβλέπει την ανανέωση της εύθραυστης εκεχειρίας και τη δημιουργία πιλοτικών «ζωνών ασφαλείας» στον Νότιο Λίβανο όπου δεν θα επιτρέπεται η παρουσία μαχητών της Χεζμπολάχ. Η συμφωνία προέκυψε ύστερα από τον τέταρτο γύρο συνομιλιών στην Ουάσιγκτον και παρουσιάστηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ως βήμα προς μια ευρύτερη διευθέτηση της κρίσης.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας έγινε την ώρα που οι συγκρούσεις συνεχίζονταν. Ισραηλινά πλήγματα σκότωσαν την ίδια μέρα τουλάχιστον εννέα άτομα, ανάμεσά τους δύο διασώστες που επέβαιναν σε ασθενοφόρο. Το λιβανικό υπουργείο Υγείας κατηγόρησε το Ισραήλ για παραβίαση του Διεθνούς ανθρωπιστικού Δικαίου, σημειώνοντας ότι τουλάχιστον 128 διασώστες και εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας έχουν σκοτωθεί τους τελευταίους τρεις μήνες. Παράλληλα, η Χεζμπολάχ ανέλαβε την ευθύνη για νέες επιθέσεις εναντίον ισραηλινών θέσεων, ενώ ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε drones και βλήματα που εκτοξεύθηκαν από τον Λίβανο. Η νέα συμφωνία δεν συνιστά κατάπαυση του πυρός με την κλασική έννοια. Προβλέπει τη δημιουργία περιοχών όπου τον αποκλειστικό έλεγχο θα ασκεί ο λιβανικός στρατός και όχι ένοπλες οργανώσεις. Ωστόσο, παραμένει ασαφές πώς ακριβώς θα εφαρμοστεί αυτή η πρόβλεψη και ποιος θα επιβλέπει την υλοποίησή της.
Αποστάσεις από τη Χεζμπολάχ
Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η ίδια η Χεζμπολάχ έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τη διαδικασία. Ο Μαχμούντ Καμάτι, μέλος του πολιτικού συμβουλίου της οργάνωσης, δήλωσε ότι οι συνομιλίες της Ουάσιγκτον «δεν μας αφορούν» και ότι η οργάνωση δεν αναγνωρίζει τα συμπεράσματα ή τις αποφάσεις τους. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η σιιτική οργάνωση θα απορρίψει κάθε μορφή αποκλιμάκωσης. Δείχνει όμως πόσο μεγάλη είναι σήμερα η απόσταση ανάμεσα στις διπλωματικές ανακοινώσεις και στις πραγματικές ισορροπίες που διαμορφώνονται. Πίσω από τον τεχνικό όρο «ζώνες ασφαλείας» κρύβεται ένα από τα παλαιότερα στρατηγικά αιτήματα του Ισραήλ. Η περιοχή ανάμεσα στον ποταμό Λιτάνι και τα ισραηλινά σύνορα βρίσκεται στο επίκεντρο των συγκρούσεων, ήδη από τον πόλεμο του 2006. Η ισραηλινή πλευρά επιδιώκει εδώ και χρόνια να απομακρύνει τη στρατιωτική παρουσία της Χεζμπολάχ από αυτή τη ζώνη και να μεταφέρει την ευθύνη ασφαλείας αποκλειστικά στον λιβανικό στρατό. Η νέα αμερικανική πρωτοβουλία κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό και αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη καχυποψία από τη Χεζμπολάχ και τους συμμάχους της. Στα μάτια τους οι «πιλοτικές ζώνες» δεν αποτελούν απλώς μηχανισμό αποκλιμάκωσης αλλά προσπάθεια να επιβληθούν -μέσω της διπλωματίας- στόχοι που το Ισραήλ δεν κατάφερε να πετύχει στα πεδία των μαχών.
Μια χώρα που συνεχίζει να αιμορραγεί
Πίσω από τις διαπραγματεύσεις στην Ουάσιγκτον, ο Λίβανος εξακολουθεί να πληρώνει το βαρύτερο τίμημα του πολέμου. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τουλάχιστον 3.516 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από την έναρξη της σύγκρουσης τον Μάρτιο. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο κάτοικοι έχουν εκτοπιστεί, ενώ οι ισραηλινές εντολές εκκένωσης καλύπτουν πλέον πάνω από το ένα όγδοο της λιβανικής επικράτειας. Στην παραλιακή ζώνη της Βηρυτού, χιλιάδες οικογένειες εξακολουθούν να ζουν σε πρόχειρους καταυλισμούς με περιορισμένη πρόσβαση σε νερό, τρόφιμα και βασικές υπηρεσίες.
Το οικονομικό κόστος αυξάνεται με ανάλογο ρυθμό. Ο υπουργός Οικονομικών Γιασίν Τζάμπερ προειδοποίησε ότι οι ζημιές έχουν ήδη ξεπεράσει τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια και ενδέχεται να προσεγγίσουν τα 25 δισεκατομμύρια εάν οι εχθροπραξίες συνεχιστούν. Για μια χώρα που βρισκόταν ήδη σε βαθιά οικονομική κρίση πριν από την έναρξη του πολέμου, τα μεγέθη αυτά είναι τεράστια. Ο ίδιος ο Τζάμπερ παραδέχθηκε ότι η πλήρης έκταση των καταστροφών πιθανότατα δεν θα γίνει γνωστή πριν σταματήσουν οι συγκρούσεις και αρχίσουν να επιστρέφουν οι εκτοπισμένοι στις περιοχές τους. Ολόκληρες κοινότητες στον Νότο έχουν σχεδόν αδειάσει, ενώ πόλεις και χωριά βρίσκονται αντιμέτωπα με εκτεταμένες καταστροφές σε κατοικίες, υποδομές και δίκτυα κοινής ωφέλειας.
Η διαπραγματευτική δύναμη της Τεχεράνης
Πίσω από τη συζήτηση για τις ζώνες ασφαλείας κρύβεται μια πολύ ευρύτερη αντιπαράθεση. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι οι συνομιλίες με το Ιράν και ο πόλεμος στον Λίβανο πρέπει να αντιμετωπιστούν ως δύο διαφορετικά ζητήματα. «Θα ήθελα να τα διαχωρίσω» δήλωσε χαρακτηριστικά την Τετάρτη. Η Τεχεράνη υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Τις τελευταίες εβδομάδες Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε συνολική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες προϋποθέτει τον τερματισμό των ισραηλινών επιχειρήσεων στον Λίβανο. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί προειδοποίησε ότι εάν συνεχιστεί η «ισραηλινή επιθετικότητα» εναντίον της Βηρυτού, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις είναι έτοιμες να επανέλθουν στον πόλεμο. Ο επικεφαλής διαπραγματευτής Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ είχε προηγουμένως διαμηνύσει στον πρόεδρο της λιβανικής Βουλής Ναμπίχ Μπέρι ότι η συνέχιση των ισραηλινών επιθέσεων θα μπορούσε να οδηγήσει όχι μόνο σε διακοπή των συνομιλιών με τις ΗΠΑ αλλά και σε «άμεση αντιπαράθεση με τον εχθρό».
Η στάση αυτή έρχεται βέβαια σε αντίθεση με την εικόνα που συνεχίζει να προβάλλει ο Τραμπ. Την εικόνα ενός εξαντλημένου Ιράν που προσπαθεί απλώς να περισώσει ό,τι μπορεί μετά από μήνες πολέμου. Η Τεχεράνη ωστόσο δεν εμφανίζεται ως παθητικός συνομιλητής που περιμένει τις αμερικανικές αποφάσεις. Επιχειρεί να καθορίσει η ίδια τους όρους της συζήτησης. Ο πόλεμος στον Λίβανο παύει έτσι να είναι ένα παράλληλο μέτωπο και μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό εργαλείο. Δείχνει πως η Τεχεράνη παραμένει αρκετά ισχυρή ώστε να χαλάει τους ευρύτερους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον.
Ο Τραμπ θέλει να περιορίσει τη διαπραγμάτευση στα πυρηνικά, στο Ορμούζ και στην εκεχειρία. Η Τεχεράνη επιμένει ότι το πραγματικό αντικείμενο είναι ολόκληρη η περιφερειακή ισορροπία. Και σε αυτή την εξίσωση ο Λίβανος δεν είναι παράπλευρο μέτωπο· είναι βασικός μοχλός πίεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η απειλή του Ιράν για άμεση αποχώρηση από τις συνομιλίες προηγήθηκε της αμερικανικής πίεσης προς το Ισραήλ, της μερικής εκεχειρίας για τη Βηρυτό και της σημερινής συμφωνίας για τις ζώνες ασφαλείας. Το κρίσιμο δεν είναι, επομένως, τι ειπώθηκε στο περίφημο πρόσφατο τηλεφώνημα μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου. Είναι ότι η τύχη των συνομιλιών επηρεάζεται από γεγονότα που συμβαίνουν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Και χάρη στην ιρανική επιμονή, ο Λίβανος αποτελεί πλέον έναν από τους παράγοντες που διαμορφώνουν τη διαπραγμάτευση.
Το τηλεφώνημα που προκάλεσε πολιτική θύελλα
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθαν και οι αποκαλύψεις για την τηλεφωνική «κατσάδα» Τραμπ στον Νετανιάχου. Σύμφωνα με το Axios, ένας έξαλλος Τραμπ αποκάλεσε τον Ισραηλινό πρωθυπουργό «τρελό» και προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να προχωρήσει σε ευρείας κλίμακας βομβαρδισμούς στη Βηρυτό. Ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος επιβεβαίωσε αργότερα την ουσία της παρέμβασής του, δηλώνοντας ότι ήταν «ενοχλημένος» από τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στον Λίβανο και ότι είπε στον Νετανιάχου πως «κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει».
Οι αντιδράσεις στο ίδιο το Ισραήλ ήταν αποκαλυπτικές. Ο Νετανιάχου βρέθηκε αντιμέτωπος με πυρά όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά και από συμμάχους του, επειδή τελικά δεν προχώρησε στα πλήγματα που είχε προαναγγείλει. Ο Ναφτάλι Μπένετ τον κατηγόρησε ότι «έχει χάσει τον έλεγχο της ισραηλινής κυριαρχίας», ο Γιαΐρ Λαπίντ μίλησε για ένα «υποτελές κράτος», ενώ ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ τον κάλεσε ανοιχτά να αγνοήσει τις απαιτήσεις του Τραμπ και να εντείνει τον πόλεμο. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επικριτές του Νετανιάχου δεν τον κατηγόρησαν επειδή απείλησε να βομβαρδίσει τη Βηρυτό. Τον κατηγόρησαν επειδή τελικά δεν το έκανε. Για πολλούς, το επεισόδιο ανέδειξε ένα διαφορετικό πρόβλημα: ότι οι αμερικανικές προτεραιότητες φάνηκε να υπερισχύουν των ισραηλινών σχεδιασμών. Γι’ αυτό και μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώθηκε όχι στη στρατιωτική διάσταση αλλά στο κατά πόσο η κυβέρνηση διατήρησε την ελευθερία κινήσεών της απέναντι στις πιέσεις της Ουάσιγκτον.
Η χρησιμότητα της αμερικανικής «οργής»
Οι διαρροές για την οργή Τραμπ απέναντι στον «ανυπάκουο» σύμμαχο εντάσσονται βέβαια σε ένα μοτίβο που επανέρχεται εδώ και δεκαετίες. Πριν από τον Τραμπ ήταν ο Μπάιντεν. Και πριν από αυτόν ο Ομπάμα. Κάθε μεγάλη κρίση συνοδεύεται από πληροφορίες για θυελλώδεις συνομιλίες, προσωπικές συγκρούσεις και οργισμένους Αμερικανούς Προέδρους. Η πολιτική χρησιμότητα του αφηγήματος είναι προφανής. Επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να εμφανίζεται ως δύναμη αυτοσυγκράτησης που προσπαθεί να ελέγξει έναν δύσκολο σύμμαχο. Προσφέρει πολιτική απόσταση χωρίς να απαιτεί πολιτική ρήξη. Ταυτόχρονα, λειτουργεί και ως χρήσιμο μήνυμα προς πολλαπλά ακροατήρια. Προς το Ιράν, προς τις αραβικές κυβερνήσεις, προς τους Ευρωπαίους συμμάχους αλλά και προς ένα αμερικανικό κοινό που εμφανίζεται ολοένα πιο κουρασμένο από τη διαρκή εμπλοκή της Ουάσιγκτον στις κρίσεις της Μέσης Ανατολής. Η ειρωνεία βέβαια είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη. Ένας πόλεμος που υποτίθεται ότι επρόκειτο να περιορίσει την περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ να πιέζουν τον στενότερο σύμμαχό τους προκειμένου να μην υπονομεύσει μια διαπραγμάτευση στην οποία το Ιράν εξακολουθεί να θέτει όρους. Τρεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή παραμένει πολύ πιο αμφίρροπη απ’ όσο υποστήριζαν ΗΠΑ και Ισραήλ τις πρώτες ημέρες του πολέμου.
Ο πόλεμος βαθαίνει τις ρωγμές
στους Ρεπουμπλικάνους
Στη Βουλή και με την ψήφο 4 Ρεπουμπλικάνων εγκρίθηκε ψήφισμα που βάζει φρένο στον πόλεμο

Η ψηφοφορία της Τετάρτης στη Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί σε αυτή τη φάση να μην απειλεί ευθέως τους σχεδιασμούς του Λευκού Οίκου. Αποτυπώνει όμως κάτι που μέχρι πριν από λίγους μήνες έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο. Την εμφάνιση ολοένα περισσότερων Ρεπουμπλικάνων πρόθυμων να αμφισβητήσουν δημόσια τον Ντόναλντ Τραμπ.
Με ψήφους 215 έναντι 208, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε ψήφισμα που ζητά από τον Πρόεδρο είτε να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη σύγκρουση με το Ιράν είτε να εξασφαλίσει ρητή έγκριση του Κογκρέσου για τη συνέχισή της. Τέσσερις Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς, προκαλώντας μία από τις πιο ηχηρές κοινοβουλευτικές αμφισβητήσεις του Τραμπ από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Το αποτέλεσμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν αναβάλει την ίδια ψηφοφορία δύο εβδομάδες νωρίτερα, αναγνωρίζοντας πως δεν διέθεταν τις απαραίτητες ψήφους για να την μπλοκάρουν. Στο διάστημα που μεσολάβησε όχι μόνο δεν κατάφεραν να πείσουν τους διαφωνούντες να επιστρέψουν στην κομματική γραμμή αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με ακόμη μεγαλύτερη δυσφορία. Οι τέσσερις βουλευτές που διαφοροποιήθηκαν δεν προέρχονται από μια κοινή πολιτική τάση. Άλλοι επικαλούνται θεσμικές ανησυχίες για τον ρόλο του Κογκρέσου στις πολεμικές αποφάσεις. Άλλοι εμφανίζονται περισσότερο προβληματισμένοι από το πολιτικό κόστος μιας σύγκρουσης που εισέρχεται ήδη στον τέταρτο μήνα της.
Ο Γουόρεν Ντέιβιντσον ζήτησε από το Κογκρέσο να «ορίσει την αποστολή, να εγκρίνει την αποστολή και να ολοκληρώσει την αποστολή», ενώ ο Τομ Μπάρετ υποστήριξε ότι έχει έρθει η ώρα το νομοθετικό σώμα να αποφασίσει τα όρια και τη διάρκεια της αμερικανικής εμπλοκής. Πρόκειται για μια συζήτηση που θυμίζει παλαιότερες αμερικανικές στρατιωτικές περιπέτειες στη Μέση Ανατολή. Όχι επειδή οι σημερινές επιχειρήσεις έχουν φτάσει στην κλίμακα του Ιράκ ή του Αφγανιστάν, αλλά επειδή επανέρχεται το ερώτημα που κάθε κυβέρνηση προσπαθεί να αποφύγει: Ποιος είναι ο τελικός στόχος του πολέμου και πότε θεωρείται ότι έχει επιτευχθεί; Και βέβαια οι τριγμοί δεν αφορούν αποκλειστικά τον πόλεμο. Τις τελευταίες εβδομάδες Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές και βουλευτές έχουν συγκρουστεί με τον Λευκό Οίκο και για άλλα ζητήματα. Αντέδρασαν στην πρόταση δημιουργίας ταμείου ύψους 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων για υποστηρικτές του MAGA που δηλώνουν θύματα πολιτικών διώξεων. Εξέφρασαν επίσης επιφυλάξεις για τον διορισμό του Μπιλ Πούλτε σε κορυφαία θέση των υπηρεσιών πληροφοριών.
Για περισσότερο από έναν χρόνο ο Τραμπ είχε καταφέρει να επιβάλει σχεδόν απόλυτη πειθαρχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι πολιτικοί που διαφωνούσαν μαζί του κινδύνευαν να βρεθούν αντιμέτωποι με υποψήφιους που απολάμβαναν την προσωπική του στήριξη στις προκριματικές εκλογές. Η απειλή αυτή αρκούσε συνήθως για να περιορίσει τις δημόσιες διαφοροποιήσεις. Όσο όμως πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, οι προτεραιότητες αρχίζουν να αλλάζουν. Η διάρκεια του πολέμου, η άνοδος των τιμών των καυσίμων, οι επιπτώσεις στην οικονομία και η γενικότερη αβεβαιότητα έχουν αρχίσει να προκαλούν ανησυχία σε περιφέρειες που παραδοσιακά θεωρούνταν ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικάνους. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί από τους βουλευτές που εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στον Λευκό Οίκο προέρχονται από πολιτείες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να κυριαρχεί στο κόμμα του. Η επιρροή του όμως δεν μοιάζει πλέον τόσο αδιαμφισβήτητη όσο πριν από έναν χρόνο. Όλο και περισσότεροι Ρεπουμπλικάνοι αρχίζουν να σκέφτονται όχι μόνο τι θέλει ο σημερινός Πρόεδρος αλλά και τι θα σημαίνει πολιτικά για τους ίδιους η πλήρης ταύτιση μαζί του στο προεκλογικό τοπίο.
