Ο βαρύς φάκελος της ενσωμάτωσης των δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ ξανανοίγει, με τη διαδικασία του επείγοντος απ’ ότι φαίνεται, καθώς οι εξελίξεις σε άλλα “καυτά σημεία” τρέχουν και η στρατηγική της ευρωπαϊκής αυτονόμησης δεν μπορεί να περιμένει.
Σε μια σπάνια επίδειξη βούλησης και από κοινού κινητοποίησης, οι Ευρωπαίοι δείχνουν τώρα αποφασισμένοι να προχωρήσουν το ζήτημα, αλλά όχι πια με υποσχέσεις και ρητορική.
Για μεγάλο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, η υπόσχεση των Βρυξελλών να ενσωματώσουν τα δυτικά Βαλκάνια στην ευρωπαϊκή οικογένεια είχε κολλήσει σε αυτό που προβάλλονταν ως γραφειοκρατία και απαιτητική διαδικασία εκπλήρωσης των όρων της ένταξης. Όμως, ήταν κοινό μυστικό πως η αιτία της ευρωπαϊκής απροθυμίας βρίσκονταν αλλού.
Έτσι, οι υποψήφιες χώρες συμμετείχαν σε πολλές συνόδους κορυφής, εφάρμοσαν μεταρρυθμίσεις, άλλαξαν τις νομοθεσίες τους και περίμεναν στην εξώπορτα της ΕΕ για χρόνια. Βέβαια, οι Βρυξέλλες επαίνεσαν την πρόοδο και τις δεσμεύσεις τους, ωστόσο ανέβαλαν επανειλημμένα τις δικές τους αποφάσεις. Η ένταξη για αυτές τις χώρες παρέμεινε ουσιαστικά μια απώτερη φιλοδοξία, όχι ένα δρομολογημένο σχέδιο.
Η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει τώρα
Καθώς περισσότεροι από 30 Ευρωπαίοι ηγέτες συγκεντρώνονται σήμερα στο Μαυροβούνιο, σε μια, τρόπο τινά, πανηγυρική σύνοδο, η ΕΕ στέλνει ένα ασυνήθιστα ευθύ και θερμό μήνυμα στις έξι υποψήφιες χώρες των δυτικών Βαλκανίων: “Φίλοι μας, η διεύρυνση επιστρέφει στην ατζέντα!”
Οπωσδήποτε αυτό το αιφνίδιο ενδιαφέρον προκαλεί απορία και αμφιβολίες ως προς τη “γνησιότητά” του. Τί συνέβη και οι Ευρωπαίοι θυμήθηκαν ξαφνικά τους δυτικο-Βαλκάνιους; Τί άλλαξε; Γιατί ξεπαγώνει τώρα η ευρωπαϊκή προοπτική αυτών των χωρών; Προφανώς πίσω από τη ρητορική και την καλλιέργεια ενθουσιασμού κρύβεται μια άλλη πραγματικότητα, αρκετά σύνθετη.
Το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την ξεχασμένη, βαλκανική γωνιά της Ευρώπης, σίγουρα δεν έχει να κάνει με κάποια ευρωπαϊκή ενοχή. Δεν έχει επίσης να κάνει με κάποιου είδους μεταμέλεια για την υπόσχεση που δόθηκε κάποτε και έμεινε ανεκπλήρωτη μέχρι σήμερα. Έχει να κάνει με τον ψυχρό γεωπολιτικό υπολογισμό, το μεγάλο πλάνο της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονόμησης, τη σταδιακή συρρίκνωση της αμερικανικής στήριξης στο ευρω-ατλαντικό οικοδόμημα, τον εντεινόμενο φόβο στρατηγικής ευπάθειας στη γειτονιά της Ευρώπης.
“Πάμε!” (...)
Εμανουέλ Μακρόν, Φρίντριχ Μερτς, Τζόρτζια Μελόνι, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είναι μεταξύ των “30” που συναντώνται σήμερα στο ειδυλλιακό παραθαλάσσιο Τίβατ του Μαυροβουνίου για συνομιλίες κορυφής με έμφαση στη βαθύτερη ενσωμάτωση των έξι βαλκανικών χωρών- μεταξύ των οποίων το Μαυροβούνιο και η Αλβανία- στην ενιαία αγορά της ΕΕ ανοίγοντας το δρόμο για την πολυπόθητη ένταξη στο μπλοκ.
«Η δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δυτικά Βαλκάνια είναι πραγματική. Τόσο πραγματική όσο και η ευκαιρία για διεύρυνση», είχε πει ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στις αρχές της εβδομάδας από το Σεράγεβο.
Και ήταν απολύτως ειλικρινής: Η διεύρυνση, είπε, αντιπροσωπεύει «γεωστρατηγικό συμφέρον για την Ευρώπη» και «επένδυση στην ειρήνη, τη σταθερότητα και την ασφάλεια της ηπείρου μας» καθώς Ρωσία και Κίνα ανταγωνίζονται για επιρροή στη περιοχή.
Η σύνοδος κορυφής στο Τιβάτ γίνεται στον απόηχο της εκλογικής ήττας του Ορμπάν στην Ουγγαρία και στην απόσυρση του ουγγρικού βέτο για την ενταξιακή προοπτική της Ουκρανίας από τη νέα κυβέρνηση του Πέτερ Μαγιάρ. Ήταν ένα βήμα που χαιρετίστηκε ως “ορόσημο από τους εμπλεκόμενους. Η απόφαση του Ούγγρου πρωθυπουργού, ύστερα από συνομιλίες που είχε την Τετάρτη στις Βρυξέλλες, ανοίγει το δρόμο στην Ουκρανία και τη Μολδαβία να αρχίσουν διαπραγματεύσεις μέσα στο μήνα για τα πρώτα κεφάλαια του εγχειριδίου κανόνων της ΕΕ, το τμήμα που είναι αφιερωμένο στο κράτος δικαίου και τα δημοκρατικά πρότυπα.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, το εναρκτήριο λάκτισμα θα δοθεί στις 15 Ιουνίου σε διακυβερνητική σύσκεψη στο Λουξεμβούργο. Πρόκειται αναμφίβολα για μια ιστορική στιγμή.
Ελπίδες και πραγματικότητα
Οι δύο χώρες της ανατολικής Ευρώπης προχώρησαν με διαδικασίες fast track για να λάβουν το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη μετά το ξέσπασμα του πολέμου, το 2022. Τώρα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ανυπομονούν να δείξουν και στις έξι χώρες των δυτικών Βαλκανίων πως κι αυτές κινούνται πλέον στη αριστερή “γρήγορη” λωρίδα του αυτοκινητόδρομου της ένταξης.
Το Μαυροβούνιο, το οποίο επιδιώκει να γίνει το 28ο μέλος της ΕΕ έως το 2028, είναι μέχρι στιγμής πιο κοντά στο στόχο του. Όπως αποκάλυψε πρόσφατα ο Guardian τα νέα κράτη μέλη θα μπορούσαν να στερηθούν το δικαίωμα του βέτο για αρκετά χρόνια προκειμένου να μην επαναληφθούν φαινόμενα μπλοκαρίσματος αποφάσεων από τους “νεοεισαχθέντες”, μια οδυνηρή εμπειρία που αντιμετώπισε η Ένωση με την εσπευσμένη διεύρυνση της προς ανατολάς στην αυγή της μεταψυχροπολεμικής περιόδου.
Η Αλβανία θεωρείται από τις Βρυξέλλες ως η επόμενη χώρα που είναι πιθανό να ενταχθεί, αν και ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τρέφουν αμφιβολίες για την πρόοδό της στην ικανοποίηση όλων των όρων ένταξης.
Οι ελπίδες των υπολοίπων, Βόρειας Μακεδονίας, Κόσοβου, Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, σκιάζονται από εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές διαμάχες ενώ για τη Σερβία η κατάσταση παραμένει ασαφής καθώς ο Βούσιτς δεν ευθυγραμμίζεται με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας ενώ εκκρεμεί και το μεγάλο αγκάθι της αναγνώρισης του Κοσόβου από το Βελιγράδι.
Για τους αναλυτές, η σπουδή των Βρυξελλών να ενσωματώσουν τα δυτικά Βαλκάνια είναι δικαιολογημένη και αναμενόμενη στην τρέχουσα συγκυρία. Αν η ΕΕ αφήσει να δημιουργηθεί στρατηγικό κενό στα δυτικά Βαλκάνια, θα σπεύσουν να το καλύψουν άλλοι.
Η Ρωσία συνεχίζει να διατηρεί πολιτική επιρροή στην περιοχή μέσω ιστορικών, πολιτισμικών και ενεργειακών δεσμών ενώ η Κίνα έχει επεκτείνει το οικονομικό αποτύπωμά της με επενδύσεις σε υποδομές και με τη χρηματοδότηση έργων που συνδέονται με τις ευρύτερες φιλοδοξίες της. Την ίδια ώρα, η πολιτική απογοήτευση σε πολλά βαλκανικά κράτη έχει κυριαρχήσει καθώς οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται δίχως ορατό τέλος.
Για τις Βρυξέλλες, η πολιτική και ψυχολογική πίεση αυξάνεται. Οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βλέπουν όλο και περισσότερο τα Βαλκάνια ως την πρώτη γραμμή του μετώπου απόκρουσης της έξωθεν επιρροής στην Ευρώπη, την οποία θεωρούν στρατηγικής σημασίας και όχι ένα περιφερειακό ζήτημα.
Αυτή η πίεση εξηγεί και τον επείγοντα χαρακτήρα της συνόδου κορυφής στο Μαυροβούνιο. Οι ηγέτες της ΕΕ επικεντρώνονται τώρα λιγότερο σε μεγαλόσχημες δηλώσεις υποστήριξης και επαίνων και περισσότερο στα πρακτικά βήματα που πρέπει να γίνουν ώστε να φανεί πως ο στόχος της ένταξης είναι δρομολογημένος. Τα σχέδια για την κατάργηση των τελών περιαγωγής, την επέκταση συμμετοχής στην ενιαία αγορά και την ενσωμάτωση των τοπικών οικονομιών στα ευρωπαϊκά συστήματα πληρωμών, είναι πρώτα στην ατζέντα. Ο στόχος είναι σαφής. Οι Ευρωπαίοι θέλουν να δείξουν πως η οικονομική ευθυγράμμιση με την Ευρώπη φέρνει άμεσα οφέλη.
Το μήνυμα
Το βαθύτερο μήνυμα είναι εξίσου σαφές και ουσιαστικό: Ακόμη και πριν από την ένταξη αυτή καθ’ εαυτή, θέλουμε η περιοχή σας να μοιάζει ευρωπαϊκή!
Ο ανανεωμένος ενθουσιασμός της ΕΕ για τα Βαλκάνια είναι κατά μία έννοια επιβεβλημένος. Όχι τόσο από την ευρύτερη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα όσο από την ίδια την ευρωπαϊκή βιασύνη για την ένταξη της Ουκρανίας. Είναι ένας τρόπος εξευμενισμού της βαλκανικής απογοήτευσης.
Αφότου ξέσπασε ο πόλεμος, η διαδικασία ένταξης του Κιέβου προχωρά με πρωτοφανή ταχύτητα. Η Ουκρανία έλαβε καθεστώς υποψήφιας χώρας μέσα σε λίγους μήνες και ετοιμάζεται να ανοίξει βασικά κεφάλαια ενταξιακών διαπραγματεύσεων την ώρα που οι Βρυξέλλες έχουν για χρόνια τους Βαλκάνιους στην αναμονή.
Η “επιτάχυνση” της ουκρανικής ένταξης δημιουργεί ένα δύσκολο πρόβλημα για τις Βρυξέλλες. Οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων βρίσκονται στον προθάλαμο της εισόδου εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Για παράδειγμα, το Μαυροβούνιο εγκαινίασε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις του το 2012, η Σερβία το 2014. Όμως η πόρτα παραμένει ακόμη κλειστή.
Πολλές κυβερνήσεις στα Βαλκάνια βλέπουν αυτή την “προτίμηση” προς την Ουκρανία με αυξανόμενη απογοήτευση. Θεωρούν πως οι χώρες τους βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα στα σχέδια των Ευρωπαίων. Φυσικά το συναίσθημα αυτό αμφισβητεί την ευρωπαϊκή αξιοπιστία. Δεν αποκλείεται λοιπόν, η σύνοδος κορυφής στο Τιβάτ να εξυπηρετεί διπλό σκοπό: Αφενός να καθησυχάσει τα δυτικά Βαλκάνια ότι δεν έχουν ξεχαστεί, αφετέρου να διαβεβαιώσει πως η διεύρυνση παραμένει ένα ευρύτερο ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό σχέδιο και όχι μια πρωτοβουλία αποκλειστικά σχεδιασμένη για την Ουκρανία.
Όμως η εξισορρόπηση είναι πάντα δύσκολη. Ο λόγος βρίσκεται… εντός. Πολλά κράτη μέλη παραμένουν ιδιαίτερα επιφυλακτικά στην προοπτική ένταξης των δυτικών Βαλκανίων. Η ιδέα της διεύρυνση δεν βρίσκει σύμφωνη όλη την Ευρώπη. Ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Γαλλία, ο σκεπτικισμός για την περαιτέρω επέκταση του μπλοκ, παραμένει σημαντικός.
Αυτό εξηγεί γιατί η ΕΕ θέτει στο τραπέζι της ενταξιακής διαπραγμάτευσης πρωτοφανείς διασφαλίσεις για τις υποχρεώσεις των μελλοντικών μελών.
Μεταξύ των προτάσεων και η προσωρινή αναστολή του δικαιώματος του βέτο. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, τα κράτη μέλη μπορούν να μπλοκάρουν σημαντικές αποφάσεις σε τομείς όπως η εξωτερική πολιτική και η φορολογία. Η ιδέα της καθυστέρησης αυτών των εξουσιών για τους νεοεισερχόμενους αντικατοπτρίζει τα διδάγματα που αντλήθηκαν κυρίως από την Ουγγαρία. Τα επανειλημμένα βέτο του Ορμπάν ματαίωσαν τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων της Ένωσης και αποκάλυψαν τα τρωτά σημεία του συστήματος της ομοφωνίας.
Η διεύρυνση ως εργαλείο
Αλλά η ευρύτερη συζήτηση για τη διεύρυνση αποκαλύπτει ταυτόχρονα και το πόσο δραματικά έχει αλλάξει στο σύνολό της η ευρωπαϊκή στρατηγική σκέψη. Η ένταξη δεν προβάλλεται πια αποκλειστικά ως ανταμοιβή για τις μεταρρυθμίσεις που οφείλουν να κάνουν τα υποψήφια μέλη. Είναι εργαλείο στρατηγικής μόχλευσης.
Για πολύ καιρό, τα δυτικά Βαλκάνια αντιμετωπίζονταν ως ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο η υλοποίηση του οποίου μπορούσε να περιμένει. Κανένας Ευρωπαίος δεν είχε κανένα λόγο να βιάζεται. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έβαλε τέλος σε αυτή την οπτική. Οι ηγέτες της Ένωσης θεωρούν τώρα πως η “εγκατάλειψη” περιοχών της Ευρώπης από τις Βρυξέλλες και η δημιουργία γκρίζων ζωνών εντός της ηπείρου δημιουργεί ευκαιρίες για αντιπάλους και κινδύνους για την ίδια την Ευρώπη.
Το ανανεωμένο ενδιαφέρον της ΕΕ για τα δυτικά Βαλκάνια δεν είναι επομένως μια πράξη αλληλεγγύης ή μια καθυστερημένη εκπλήρωση παλαιών υποσχέσεων. Είναι μια σαφής αντίδραση σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον υπό το οποίο η ασφάλεια, η πολιτικο- οικονομική επιρροή και ο στρατηγικός ανταγωνισμός έχουν γίνει άρρηκτα συνδεδεμένα με την ατζέντα της διεύρυνσης.
Σίγουρα, το αν τα Δυτικά Βαλκάνια ανήκουν στην Ευρώπη, όπως συχνά τίθεται, είναι το λανθασμένο ερώτημα. Το καίριο ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι αν η Ευρώπη μπορεί να τα αφήσει να περιμένουν έξω από την πόρτα της για πολύ καιρό ακόμη.