Στην πιο απρόβλεπτη, ασαφή και… περίεργη φάση του οδεύει ο πόλεμος στην Ουκρανία τέσσερα και πλέον χρόνια μετά το ξέσπασμά του. Και οι τρεις κύριοι παράγοντες που εμπλέκονται άμεσα και έμμεσα -Ρωσία, Ουκρανία, Ε.Ε.- επαναπροσδιορίζουν διαρκώς τους στόχους τους, επιδιώκοντας να ενισχύσουν τη θέση τους πριν αρχίσουν να διαπραγματεύονται μία λύση.
Επιπλέον, η νέα στρατιωτική τακτική της Ουκρανίας με την εκτεταμένη και συστηματική χρήση drones μεγάλης εμβέλειας και η κλιμάκωση των επιθέσεων κατά ουκρανικών πόλεων από πλευράς Ρωσίας δημιουργούν ένα σκηνικό επικίνδυνης, ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Αυτό το στοιχείο σε συνδυασμό με τις πολιτικές εξελίξεις στον ευρωπαϊκό εσωτερικό κύκλο, καθώς η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας σηματοδοτεί πρόθεση ευθυγράμμισης με τις Βρυξέλλες όσον αφορά τη στρατιωτική βοήθεια προς το Κιέβο -ενώ δείχνει να εγκαταλείπει και την αντίθεσή της στην ένταξή του στην Ε.Ε.- διαφοροποιούν τα δεδομένα ενισχύοντας την αίσθηση μιας πιο περίπλοκης κατάστασης πραγμάτων.
Έτσι, η δυναμική της σύγκρουσης συνεχίζει να μετατοπίζεται από τη μία κατεύθυνση στην άλλη δίχως ορατή, σταθερή προοπτική για πολιτική συμφωνία· ως εκ τούτου οι άμεσες εξελίξεις παραμένουν άδηλες. Πόση κλιμάκωση μπορεί να «αντέξει» το παγιωμένο αδιέξοδο ενός αργού πολέμου φθοράς πριν από οποιαδήποτε σημαντική αποκλιμάκωση; Πόση στρατιωτική πίεση χρειάζεται για να ενεργοποιηθεί το πολιτικό κίνητρο; Πόσο ρίσκο μπορεί να αναληφθεί πριν από ένα reset στη βούληση των εμπλεκομένων για διαπραγμάτευση;
Θολό τοπίο
Πίσω από τη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου, τους θανάτους και την καταστροφή κρύβεται μια βαθύτερη στρατηγική πραγματικότητα.
Όλοι οι σημαντικοί παράγοντες της σύγκρουσης συμπεριφέρονται ως να επρόκειτο να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις άμεσα, αύριο κιόλας, τόσο σύντομα δηλαδή ώστε να χρειάζεται να δικαιολογήσουν την εντατικοποίηση της προσπάθειάς τους να «περάσουν» καθοριστικές αλλαγές στο πεδίο της μάχης και συνακόλουθα στο πολιτικο-διπλωματικό τοπίο πριν από τη διαπραγμάτευση.
Έτσι λοιπόν, η Ρωσία κλιμακώνει τα χτυπήματά της, η Ουκρανία καινοτομεί με επιθέσεις με εξελιγμένα drones και η Ευρώπη επανατοποθετείται διπλωματικά, εγκαταλείποντας την ιδέα του ανυποχώρητου θιασώτη της φιλελεύθερης τάξης.
Όλα αυτά μπορεί να σημαίνουν πως ο πόλεμος εισέρχεται σε μια νέα και ενδεχομένως πολύ πιο επικίνδυνη φάση, κατά την οποία οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν θα στοχεύουν αποκλειστικά στην επίτευξη εδαφικών κερδών ή σε αποδυνάμωση της στρατιωτικής μηχανής του αντιπάλου. Θα στοχεύουν στην ψυχολογική πίεση, στο «νευρικό σύστημα», ενισχύοντας πιθανές σκέψεις για παραχωρήσεις σε έναν διακανονισμό που το περίγραμμά του συνεχίζει να είναι ασαφές.
Η δυναμική αυτή βοηθά στην εξήγηση μιας συνθήκης που -κατά τα άλλα- φαίνεται αντιφατική. Η Μόσχα εξαπολύει από αέρος επιδρομές στις ουκρανικές πόλεις, ενώ ταυτόχρονα επιμένει πως η διπλωματία είναι εφικτή. Η Ουκρανία εξαπολύει στοχευμένες επιθέσεις εκατοντάδες χιλιόμετρα εντός της Ρωσίας και παράλληλα δηλώνει έτοιμη για άμεσες συνομιλίες με τον Πούτιν. Και οι Ευρωπαίοι, δίχως να εγκαταλείπουν τη στρατιωτική υποστήριξη και τον στόχο ενσωμάτωσης του Κιέβου στην Ε.Ε., ετοιμάζονται παρομοίως για διάλογο με το Κρεμλίνο.
Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας φαίνεται τώρα να διευκολύνει τους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς. Αφήνει πίσω της την άρνηση του Όρμπαν στη στρατιωτική στήριξη του Κιέβου και στην ενταξιακή διαδικασία. Οι συνομιλίες για την ουκρανική ένταξη επιταχύνθηκαν μετά την επίσκεψη του Ούγγρου πρωθυπουργού Πέτερ Μαγιάρ στις Βρυξέλλες την περασμένη Δευτέρα και τη συνάντησή του με κορυφαίους αξιωματούχους προκειμένου να συζητήσουν πώς θα αποδεσμευτούν 16,4 δισ. ευρώ σε παγωμένα κεφάλαια της Ε.Ε. προς το Κίεβο.
Η Ουκρανία «μπαίνει» στην Ε.Ε. μαζί με τη Μολδαβία εγκαινιάζοντας εκ των πραγμάτων ένα νέο κεφάλαιο ενωσιακής διεύρυνσης προς ανατολάς. Το άνοιγμα της πρώτης διαπραγματευτικής «ομάδας» για τις δύο χώρες, δηλαδή το επίσημο πρώτο βήμα προς την ένταξη, έχει προγραμματιστεί να γίνει στη διάρκεια διακυβερνητικής διάσκεψης στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουνίου, σύμφωνα με διπλωμάτες που μίλησαν στο Politico.
Αν η ουκρανική ένταξη είναι το ένα σκέλος της ανανεωμένης κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής (συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας) το άλλο είναι σίγουρα η προσέγγιση με τη Μόσχα.
Το Bloomberg αποκάλυψε την Πέμπτη πως οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης -Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία- επεξεργάζονται κοινό σχέδιο για διαπραγμάτευση με τον Πούτιν με στόχο τον τερματισμό του πολέμου. Το θέμα έχει συζητηθεί και με τους Ουκρανούς, διευκρίνισαν οι πηγές. Οι Ευρωπαίοι θέλουν να αποφευχθεί ένας ακόμη δύσκολος χειμώνας για το Κίεβο με πιθανή εντατικοποίηση των ρωσικών επιθέσεων κατά ουκρανικών ενεργειακών υποδομών, αλλά ταυτόχρονα βλέπουν και μια «ευκαιρία» να ανοίγεται, καθώς οι Ουκρανοί χτυπούν τώρα βαθιά μέσα στη ρωσική ενδοχώρα και οι ρωσικές δυνάμεις έχουν «κολλήσει» στο μέτωπο του Ντονμπάς. Ωστόσο, αντί να φέρουν την ειρήνη πιο κοντά, όλες αυτές οι εξελίξεις μπορεί να κάνουν τον δρόμο προς τη διαπραγμάτευση ακόμη πιο δύσβατο.
Ο πειρασμός της κλιμάκωσης
Οι πόλεμοι στους οποίους δεν είναι εφικτή η συντριπτική νίκη τελειώνουν συνήθως με έναν τρόπο: καταλήγοντας στο αδιέξοδο. Οι εμπόλεμοι αντιλαμβάνονται πως η θέση τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων δεν μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά συνεχίζοντας τη μάχη. Όμως, ούτε η Ουκρανία ούτε -πολύ περισσότερο- η Ρωσία έχουν καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα μέχρι στιγμής.
Οι πρόσφατες ρωσικές επιθέσεις στο Κίεβο, το Ντνίπρο και άλλες ουκρανικές πόλεις υποδηλώνουν τη στρατηγική προσπάθεια του Κρεμλίνου να αποδείξει ότι διατηρεί την κυριαρχία σε επίπεδο κλιμάκωσης, παρά την αυξανόμενη πίεση που δέχεται σε άλλα σημεία του μετώπου. Οι ρωσικές προελάσεις στο Ντονμπάς έχουν επιβραδυνθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες και ο ρυθμός αύξησης των εδαφικών κερδών για τον ρωσικό στρατό έχει επίσης μειωθεί σε σύγκριση με προηγούμενες επιθετικές φάσεις.
Αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα στον Πούτιν. Το Κρεμλίνο έχει επανειλημμένα συνδέσει τον τερματισμό του πολέμου με τον πλήρη έλεγχο του Ντονμπάς. Με τις ουκρανικές δυνάμεις ανυποχώρητες και με τις ρωσικές προωθήσεις να μετριούνται σε μερικά χιλιόμετρα κάθε φορά, η Μόσχα κινδυνεύει να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς να διαθέτει τη στρατιωτική ορμή που της είναι απαραίτητη για να επιβάλει στο Κίεβο παραχωρήσεις.
Έτσι, η από αέρος κλιμάκωση εξυπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς. Επιβάλλει ψυχολογικό κόστος, επιβαρύνει την ουκρανική αεράμυνα και δείχνει -τόσο εντός όσο και εκτός- ότι η Ρωσία παραμένει ικανή να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων παρά τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει. Είναι επίσης μια υπενθύμιση ότι η χώρα διατηρεί σημαντικά μέσα εξαναγκασμού, ακόμη και αν οι νίκες της στο πεδίο της μάχης περιορίζονται. Το μήνυμα είναι σαφές: Η Μόσχα θέλει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για ειρήνη να γίνει υπό την πίεση της στρατιωτικής υπεροχής της.
Νέα θεωρία
Αλλά εδώ αναδύεται μία ειδοποιός διαφορά. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της σύγκρουσης έχουν μεταβληθεί σημαντικά τελευταία. Ακόμη και πριν από έναν χρόνο, η Ουκρανία δεν είχε την ίδια αποτελεσματικότητα που διαθέτει σήμερα. Ίσως η πιο σημαντική μεταβολή, σύμφωνα με τους στρατιωτικούς αναλυτές, ήταν η στροφή του Κιέβου στη χρήση drones μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς. Έτσι, οι ουκρανικές δυνάμεις είναι πλέον ικανές να στοχεύουν ρωσικά στοιχεία που μέχρι χθες ήταν απρόσβλητα. Χτυπούν συστηματικά και αποτελεσματικά διυλιστήρια, τερματικούς σταθμούς, εφοδιαστικούς κόμβους, κέντρα διοίκησης και ναυτικές υποδομές βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος.
Αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην πρώτη γραμμή του μετώπου, η Ουκρανία επιτίθεται τώρα στα υλικοτεχνικά και οικονομικά συστήματα που στηρίζουν την πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας. Οι πρόσφατες επιθέσεις σε διυλιστήρια στις περιοχές Κρασνοντάρ, Ροστόφ, Σαράτοφ και Βόλγκογκραντ, μαζί με επιθέσεις σε παρόμοιους στόχους κοντά στην Αγία Πετρούπολη και εναντίον εγκαταστάσεων του στόλου της Βαλτικής στην Κροστάνδη, αντικατοπτρίζουν μια σκόπιμη εκστρατεία αύξησης του οικονομικού κόστους του πολέμου για τη Μόσχα.
Μέχρι σήμερα, το κεντρικό ζητούμενο για το Κίεβο ήταν η επιβίωση. Τώρα η επιδίωξή του είναι η διαμόρφωση του στρατηγικού πλαισίου της σύγκρουσης. Εν κατακλείδι, η επιβολή της ασύμμετρης διάστασης. Ο πόλεμος με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλης εμβέλειας επιτρέπει στην Ουκρανία να επιβάλει ασύμμετρη πίεση σε έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο με πολύ μικρότερο κόστος.
Η στρατηγική αυτή είναι κι ένα πολιτικό μήνυμα. Το διατύπωσε ξεκάθαρα ο Ζελένσκι την περασμένη εβδομάδα. Τα χτυπήματα με drones στη ρωσική ενδοχώρα, είπε, δημιουργούν τις συνθήκες για διαπραγματεύσεις με ισότιμους όρους. Προφανώς, εφόσον η Ρωσία μπορεί να απειλεί οποιαδήποτε ουκρανική πόλη παραμένοντας άτρωτη στο εσωτερικό της, η διπλωματία ευνοεί τη Μόσχα. Αν και η Ουκρανία μπορεί με τη σειρά της να θέτει σε κίνδυνο τα ρωσικά οικονομικά και στρατιωτικά στοιχεία, η ισορροπία επανέρχεται.
Υπό αυτή την έννοια, η κλιμακούμενη ουκρανική εκστρατεία με drones κατά της Ρωσίας, δεν συνιστά απλά στρατιωτική καινοτομία. Είναι μια εν δυνάμει προετοιμασία για διαπραγματεύσεις. Το Κίεβο κατανοεί πως η πραγματικότητα στο πεδίο της μάχης δεν μπορεί από μόνη της να καθορίσει τη δυναμική των μελλοντικών συνομιλιών. Αν η Μόσχα αρχίσει να διαπιστώνει την ευαλωτότητά της και την ικανότητα του αντιπάλου της στην ανάληψη πρωτοβουλίας και ανθεκτικότητας, αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει και τη θέση της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Με τη σειρά του, το Κρεμλίνο φαίνεται επίσης να το αντιλαμβάνεται αυτό· έτσι η αντίδρασή του γίνεται ολοένα και πιο έντονη.
Το τρίτο πρόσωπο ζει στις Βρυξέλλες
Η Ουκρανία ξαναμπαίνει στο μεγάλο ευρωπαϊκό κάδρο. Ξεκλειδώνουν δισεκατομμύρια ευρώ και ταυτόχρονα, ενισχύεται η προοπτική της ευρωπαϊκής πορείας της. Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι ενστερνίζονται την ιδέα ότι είναι αδύνατον να συνεχίσουν στον δρόμο μιας μόνιμης εχθρότητας με τη Ρωσία

Ο τρίτος σημαντικός παράγοντας στο τρίγωνο του Ουκρανικού τείνει να παραβλέπεται, επειδή δεν εμπλέκεται άμεσα. Ωστόσο, οι τελευταίες εξελίξεις και μετατοπίσεις σχηματίζουν το αχνό περίγραμμα μιας από τις μεγαλύτερες μεταμορφώσεις του στη μέχρι τώρα διάρκεια της σύγκρουσης.
Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να κρύβεται στη διστακτικότητα και στην αμφιθυμία της καθώς υποχωρούν τα «αναχώματα» στο εσωτερικό της, αλλά και καθώς αρχίζει να πρυτανεύει ο ρεαλισμός. Μέχρι πρότινος, η Ουγγαρία αποτελούσε το κύριο εσωτερικό εμπόδιο των ευρωπαϊκών σχεδίων για την Ουκρανία. Υπό τον Βίκτορ Όρμπαν, η Βουδαπέστη καθυστερούσε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, τη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο, την ενταξιακή διαδικασία της Ουκρανίας.
Αυτό το στάτους φαίνεται να αλλάζει τώρα. Η νέα κυβέρνηση υπό τον Πέτερ Μαγιάρ σηματοδοτεί την πρόθεσή της να άρει τις αντιρρήσεις του προκατόχου της. Και οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται απλώς σε γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Η Ουκρανία ξαναμπαίνει στο μεγάλο κάδρο. Ξεκλειδώνουν δισεκατομμύρια ευρώ που μπορούν έμμεσα να υποστηρίξουν την πολεμική προσπάθειά της, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πρόσθετων συστημάτων αεράμυνας ώστε να αμυνθεί στην πυραυλική εκστρατεία της Ρωσίας.
Ταυτόχρονα, ενισχύεται η προοπτική της ευρωπαϊκής πορείας του Κιέβου. Αν και οι διαπραγματεύσεις ένταξης είναι ακόμη αβέβαιες και θα πάρουν χρόνο, ο συμβολισμός της έναρξής τους έχει σημασία. Μια αξιόπιστη πορεία ένταξης ενισχύει το ηθικό των Ουκρανών και σηματοδοτεί στη Μόσχα ότι ο χρόνος μπορεί να μην ευνοεί απαραίτητα εκείνη.
Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο: Η υπό ενδυνάμωση εσωτερική ευρωπαϊκή συνοχή μπορεί να αλλάξει τους πολιτικούς υπολογισμούς για τους όρους και τις προϋποθέσεις της τελικής διαπραγμάτευσης. Με άλλα λόγια, μέχρι τώρα η Μόσχα μπορούσε εύλογα να ελπίζει ότι η ευρωπαϊκή ενότητα θα ράγιζε υπό το βάρος της οικονομικής και ενεργειακής πίεσης, από την πολιτική κόπωση, τις μεταβολές στον ευρύτερο εκλογικό χάρτη.
Όμως, παρά το ότι οι διαιρέσεις παραμένουν, οι ενδείξεις παραπέμπουν σε μια διαφορετική εικόνα και ενδεχόμενη πορεία. Η πίεση και η κόπωση μπορεί τελικά να μην οδήγησαν σε διάσπαση και κατακερματισμό αλλά σε έναν ιστορικό συμβιβασμό με τον ρεαλισμό. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φαίνεται τώρα να ενστερνίζονται την ιδέα ότι είναι αδύνατον να συνεχίσουν στον δρόμο μιας μόνιμης εχθρότητας με τη Ρωσία. Ότι, ιστορικά, κανένα σύστημα ασφάλειας στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι βιώσιμο δίχως στρατηγικό πλαίσιο που να περιλαμβάνει τη Ρωσία.
Η Δυτική Ευρώπη έζησε επί δεκαετίες σε σχέση ανοιχτού ανταγωνισμού και αντιπαλότητας με τη Σοβιετική Ένωση, χωρίς ποτέ όμως αυτή η συνθήκη να διακινδυνεύσει ευθεία, άμεση σύγκρουση. Οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται τώρα πρόθυμοι να συζητήσουν με τη Μόσχα, πιθανώς πάνω σε ένα ευρύτερο πλαίσιο για το μέλλον της διμερούς σχέσης, αντιλαμβανόμενοι αναμφίβολα τη σημασία της συγκυρίας: Η αμερικανική εμπλοκή και δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια γίνονται όλο και λιγότερο προβλέψιμες.
Η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη στις Βρυξέλλες, σχετικά με το αν η Ευρώπη θα πρέπει τελικά να συμμετάσχει άμεσα στις διαπραγματεύσεις, αντικατοπτρίζει αυτή την εξέλιξη. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες παραμένουν διχασμένοι σχετικά με την ακριβή μορφή που θα πρέπει να έχει η εμπλοκή τους. Ενδεικτικά, ο υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας Έσπεν Μπαρθ Έιντε είπε πως η Ευρώπη πρέπει να συμμετάσχει στις συνομιλίες Ρωσίας-Ουκρανίας αλλά όχι ως μεσολαβητής, εκφράζοντας μια θέση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με εκείνη της επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. Κάγια Κάλας, η οποία χαρακτήρισε τις άμεσες διαπραγματεύσεις με τον Πούτιν ως «παγίδα».
Αν μη τι άλλο, αυτή η θέση αποκαλύπτει και τη σταδιακή συνειδητοποίηση πως οποιαδήποτε νέα συνθήκη συνύπαρξης θα περιλαμβάνει ένα πλαίσιο διευθετήσεων που η ίδια η Ευρώπη οφείλει να βοηθήσει στη διαμόρφωσή του. Δεν μπορεί να το αποφύγει αυτό, μιας και δεν στέκεται απλά στο πλευρό της Ουκρανίας. Είναι ήδη άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος τής μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων.
