Την προηγούμενη εβδομάδα ανακοινώθηκαν τα στρες τεστ των ευρωπαϊκών τραπεζών που έγιναν δεκτά με αρκετές επιφυλάξεις από πολλές πλευρές. Αφήνοντας τις τεχνικές λεπτομέρειες των στρες τεστ (άλλωστε υπάρχουν πιο αρμόδιοι να το κάνουν) θα αναφερθώ στην προβληματική σύνδεση της ρευστότητας με την οικονομική κατάσταση των τραπεζών.
Υπεραπλουστεύοντας (τόσο ώστε να καταλάβει κάποιος μη σχετικός και ίσως να εκνευριστεί κάποιος σχολαστικός), ο ισολογισμός μιας τράπεζας αποτελείται από τις υποχρεώσεις της (όπως οι καταθέσεις των πελατών της) και τις απαιτήσεις της (όπως η αξία των δανείων που έχει χορηγήσει). Η διαφορά του πρώτου από το δεύτερο (απαιτήσεις μείον υποχρεώσεις) είναι η καθαρή αξία της τράπεζας, αυτό που ονομάζεται κεφάλαιο και σχετίζεται με την αξία των μετοχών της. Συνεπώς ο ισολογισμός είναι εξ ορισμού ισοσκελισμένος, πράγμα που σημαίνει ότι μια τράπεζα μπορεί πάντα να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της αν ρευστοποιήσει το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων (απαιτήσεις και κεφάλαιο). Με απλά λόγια, μια τράπεζα μπορεί να χορηγεί τόσα δάνεια όσα της επιτρέπει το άθροισμα των καταθέσεων και του κεφαλαίου της.
Βέβαια, αυτή η ισότητα είναι μόνο λογιστική. Η οικονομική φερεγγυότητα μιας τράπεζας εξαρτάται από το κεφάλαιό της σαν ποσοστό των δανείων που έχει δώσει, τον αποκαλούμενο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Για να υπολογιστεί αυτός ο δείκτης τα δάνεια σταθμίζονται ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου που φέρουν και συγκεκριμένα τα πιο ριψοκίνδυνα δάνεια σταθμίζονται με υψηλότερο συντελεστή. Όπως καταλαβαίνει κανείς, μια πιστωτική κρίση δημιουργεί μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αυξάνει τον βαθμό κινδύνου και ρίχνει τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Για να αντισταθμιστεί αυτό είτε θα πρέπει να μειωθούν τα δάνεια που χορηγούν είτε να αυξηθεί το μετοχικό τους κεφάλαιο, δηλαδή να γίνει ανακεφαλαιοποίηση. Στην πραγματικότητα έχουν συμβεί και τα δύο. Οι τράπεζες έχουν μειώσει δραματικά τη χορήγηση δανείων, ενώ έχουν προχωρήσει σε μεγάλες αυξήσεις του μετοχικού τους κεφαλαίου, κυρίως με κρατικό χρήμα.
Ο λόγος που ανέλαβε το κράτος την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών είναι ότι αφενός ενδεχόμενη κατάρρευσή τους θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας, αφετέρου μόνο έτσι μπορούσε να αντισταθμίσει τη συρρίκνωση της ρευστότητας. Αυτή η δημόσια εμπλοκή στη διάσωση και στήριξη των τραπεζών δημιουργεί την αυτονόητη απαίτηση να παίξουν κι εκείνες τον ρόλο τους παρέχοντας ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Όμως, στην περίπτωσή μας, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι οι ελληνικές τράπεζες χαίρουν άκρας υγείας. Η πραγματική οικονομία αποτελείται από επιχειρήσεις και νοικοκυριά που χρειάζονται πιστώσεις για να συνεχίσουν να λειτουργούν. Όμως αυτοί που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη δανεισμού είναι ήδη χρεωμένοι και συνεπώς το να τους δανείσει κανείς δεν αποτελεί ασφαλή τοποθέτηση. Δανείζοντας λοιπόν προβληματικές επιχειρήσεις οι τράπεζες δημιουργούν απαιτήσεις υψηλού κινδύνου, δηλαδή δάνεια που έχουν σοβαρή πιθανότητα να μην αποπληρωθούν στο σύνολό τους. Τέτοια δάνεια όμως σταθμίζονται με υψηλότερο συντελεστή επιβαρύνοντας δυσανάλογα τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Αν λοιπόν οι τράπεζες δανείσουν περισσότερο, το πιθανότερο είναι να χρειαστούν κι άλλο δημόσιο χρήμα.
Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών από μόνη της, αλλά κυρίως η δραματική υπερχρέωση της ελληνικής οικονομίας. Όσο επιχειρήσεις και νοικοκυριά αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις (όσο δηλαδή δεν επιλύεται το πρόβλημα των "κόκκινων" δανείων), η αύξηση των πιστώσεων προς την πραγματική οικονομία το μόνο που θα καταφέρει είναι η ανακύκλωση του χρέους με μεγαλύτερη επισφάλεια. Οι τράπεζες φυσικά το γνωρίζουν αυτό και προτιμούν να διοχετεύουν την όποια ρευστότητα σε ασφαλείς τοποθετήσεις, που βελτιώνουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια, χωρίς όμως να προσφέρουν τίποτα στην πραγματική οικονομία.
Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις. Όταν πρόκειται για δάνεια σε υπερχρεωμένα ΜΜΕ και χρεοκοπημένα πολιτικά κόμματα, μικρή σημασία έχει το υψηλό ρίσκο. Εκεί οι αποφάσεις λαμβάνονται με κριτήρια αμοιβαίων εξυπηρετήσεων και ευνοϊκής μεταχείρισης. Αυτό εξηγεί γιατί οι πανηγυρισμοί των εγχώριων ΜΜΕ για τα αποτελέσματα των στρες τεστ ξεπέρασαν κάθε όριο γραφικότητας.
* Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης διδάσκει στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης