To Reuters σε άρθρο του αποτυπώνει την οικονομική ασφυξία που βιώνουν οι κατόχοι των κόκκινων δανείων συνολικής αξίας περίπου 110 δισ. ευρώ που πλέον ανήκουν σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Πιο συγκεκριμένα 75 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο του ελληνικού ΑΕΠ, παραμένουν δεσμευμένα είτε λόγω αναμονής δικαστικών αποφάσεων είτε λόγω καθυστερήσεων στις διαδικασίες διευθέτησης μεταξύ των δανειοληπτών και εταιρειών διαχείρισης.
Στο άρθρο του Reuters επισημαίνεται ότι αυτά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπονομεύουν τελικά την ανάκαμψη καθώς δεν δύναται να υπάρξει χρηματοδότηση είτε για την αγορά ακινήτων είτε για την πραγματοποίηση οποιασδήποτε επένδυσης εάν πρώτα δεν διευθετηθούν παλιές οφειλές. Και αυτή η διευθέτηση δύναται να διαρκέσει για χρόνια.
Αναλυτικά το άρθρο του Reuters
Όταν η κρίση χρέους έπληξε την Ελλάδα το 2009, ο Γιώργος, ιδιοκτήτης κοσμηματοπωλείου έξω από την Αθήνα, βρέθηκε να οφείλει ένα νέο δάνειο ύψους 100.000 ευρώ, τη στιγμή που ο κύκλος εργασιών της επιχείρησής του κατέρρεε.
Καθώς ο ελληνικός χρηματοπιστωτικός τομέας βυθιζόταν στην κρίση, το δάνειο μεταβιβάστηκε από τράπεζα σε τράπεζα, πριν καταλήξει σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία απέρριψε το αίτημά του να αποπληρώνει την οφειλή με πιο προσιτές δόσεις. Η διαφορά οδηγήθηκε στα δικαστήρια, όπου παραμένει μέχρι σήμερα, εγκλωβισμένη σε ένα δικαστικό σύστημα που ασφυκτιά από εκατοντάδες χιλιάδες παρόμοιες υποθέσεις.
Στο μεταξύ, λόγω των ανεξόφλητων τόκων, το χρέος του έχει διπλασιαστεί.
«Έχω μια θηλιά στον λαιμό μου εδώ και 16 χρόνια. Είμαι παγιδευμένος», δήλωσε ο Γιώργος, ζητώντας από το Reuters να μη δημοσιοποιήσει το πλήρες όνομά του, καθώς φοβάται ότι αυτό θα μπορούσε να περιπλέξει περαιτέρω την υπόθεσή του. «Δεν μπορώ να πάρω νέο δάνειο για να αποπληρώσω το παλιό, να επενδύσω στην επιχείρησή μου ή ακόμη και να αποκτήσω πιστωτική κάρτα».
Πολλές μικρές επιχειρήσεις αποκλεισμένες από τη χρηματοδότηση
Η Ελλάδα έχει ανακάμψει δυναμικά τα τελευταία χρόνια από την οικονομική κρίση και πλέον αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, ένα τεράστιο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως αυτό του Γιώργου, εξακολουθεί να υπονομεύει σιωπηρά την πλήρη ανάκαμψη, καθώς όσοι επιθυμούν να αγοράσουν κατοικία ή να επενδύσουν στις επιχειρήσεις τους δεν μπορούν να λάβουν νέα χρηματοδότηση έως ότου διευθετήσουν τις παλιές οφειλές τους — μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια, σύμφωνα με οκτώ δανειολήπτες, έξι κυβερνητικούς αξιωματούχους και ειδικούς.
Ως αποτέλεσμα, περίπου 1,5 εκατομμύριο πολίτες, σχεδόν το ένα τέταρτο του ενήλικου πληθυσμού της χώρας, παραμένουν αποκλεισμένοι από το τραπεζικό σύστημα. Σχεδόν οι μισοί από αυτούς είναι ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, σύμφωνα με στοιχεία της κυβέρνησης και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Περίπου 75 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο του ελληνικού ΑΕΠ, παραμένουν δεσμευμένα λόγω δικαστικών διαφορών ή καθυστερήσεων στις διαδικασίες διευθέτησης από τις εταιρείες διαχείρισης.
«Μια οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση, επενδυτικά εργαλεία, επιχειρηματικά δάνεια ή πιστωτικές κάρτες», δήλωσε η δικηγόρος Νανά Παπαγεωργάκη, η οποία εκπροσωπεί δεκάδες μικρομεσαίους επιχειρηματίες.
Οι καθυστερήσεις στα δικαστήρια
ο υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε στο Reuters ότι πρόσφατη μεταρρύθμιση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η πρόσληψη 1.000 επιπλέον δικαστών έχουν μειώσει σημαντικά τους χρόνους εκδίκασης των υποθέσεων. Σύμφωνα με το υπουργείο, ο μέσος χρόνος επίλυσης μιας υπόθεσης ανέρχεται πλέον στις 315 ημέρες, έναντι περίπου 1.200 ημερών πριν από δύο χρόνια. Εκτίμησε επίσης ότι τα εκκρεμή δάνεια θα έχουν διευθετηθεί έως το 2028.
Ωστόσο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και ειδικοί εκτιμούν ότι οι εταιρείες διαχείρισης θα χρειαστούν τουλάχιστον ακόμη πέντε χρόνια για να ολοκληρώσουν τη διευθέτηση των δανείων.
«Οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να είναι τεράστιες — όχι 700 ημέρες αλλά πολύ περισσότερες. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσουν ακόμη και τις 1.000 ημέρες», δήλωσε η Παπαγεωργάκη. Όπως πρόσθεσε, υπάρχουν υποθέσεις που έχουν προσδιοριστεί να εκδικαστούν ακόμη και το 2035.
Πώς τα δάνεια εγκλωβίστηκαν στα δικαστήρια
Το 2015, υπό την πίεση των διεθνών δανειστών, η Ελλάδα δημιούργησε το νομικό πλαίσιο που επέτρεψε στις τράπεζες να μεταβιβάσουν πάνω από το 90% των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, συνολικής αξίας περίπου 110 δισ. ευρώ, σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Ωστόσο, η αγορά των «κόκκινων» δανείων δεν άρχισε να λειτουργεί ουσιαστικά παρά πέντε χρόνια αργότερα, εν μέρει λόγω διοικητικών καθυστερήσεων. Οι εταιρείες διαχείρισης, που αναλαμβάνουν την αναδιάρθρωση των δανείων και την εκποίηση ακινήτων που έχουν δοθεί ως εγγύηση, βρέθηκαν στο επίκεντρο της κοινωνικής δυσαρέσκειας κατά την περίοδο της λιτότητας.
Η μεγάλη πλειονότητα των δανειοληπτών είχε θέσει ως εξασφάλιση ακίνητα, κυρίως την πρώτη κατοικία τους, η οποία προστατευόταν από τη νομοθεσία. Αντιμέτωποι με τον κίνδυνο απώλειας της κατοικίας τους, πολλοί κατέφυγαν στα δικαστήρια.
«Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τη γρήγορη διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων», δήλωσε η γενική γραμματέας Ιδιωτικού Χρέους του υπουργείου Οικονομικών, Θεώνη Αλαμπάση.
Διεθνείς οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που στήριξαν οικονομικά την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης, έχουν επανειλημμένα επικρίνει τη χώρα για τις καθυστερήσεις. Σε συνέντευξή του τον Μάρτιο, αξιωματούχος του ΔΝΤ υπογράμμισε ότι απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις.
Από την πλευρά τους, οι εταιρείες διαχείρισης υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα οφείλεται κυρίως στη λειτουργία του δικαστικού συστήματος.
«Όταν η δραστηριότητα των εταιρειών διαχείρισης εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τις δικαστικές διαδικασίες και από αποφάσεις που συχνά είναι ασυνεπείς ή αντικρουόμενες, το αποτέλεσμα επηρεάζεται σημαντικά», ανέφερε στο Reuters η Ένωση Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων Ελλάδος, στην οποία συμμετέχουν εταιρείες όπως οι doValue και Intrum.
«Δεν μπορούμε ούτε ένα κλιματιστικό να αλλάξουμε»
Την ίδια στιγμή, πολλοί επιχειρηματίες συνεχίζουν να δίνουν μάχη για την επιβίωσή τους.
«Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε αποπληρώσει ποτέ τα χρέη μας», δήλωσε ιδιοκτήτης μικρού ξενοδοχείου στην Κρήτη, ο οποίος είχε λάβει δάνειο περίπου 1,2 εκατ. ευρώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
«Η εταιρεία διαχείρισης μάς ζητά να καταβάλουμε 2 εκατομμύρια ευρώ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Δεν μπορούμε ούτε καν να αντικαταστήσουμε ένα παλιό κλιματιστικό.