Ανείπωτος πόνος και σπαραγμός διαπνέει κάθε πρόσωπο πυρόπληκτου, μπροστά στο θέαμα της καταστροφής του σπιτιού που στέγασαν τη ζωή τους, με την απελπισία να κάνει «βόλτα» στις ελάχιστες λέξεις που βγαίνουν από τα χείλη τους.
Αυτή είναι η πραγματικότητα που έχουν τώρα να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι που είδαν τις φλόγες να τυλίγουν την στέγη τους, τα προσωπικά τους αντικείμενα, μέχρι και τις αναμνήσεις τους.

Το μόνο που τους απέμεινε από τις στάχτες είναι ένα κλειδί το οποίο φυλάνε στη χούφτα τους, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι έφυγαν τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβαν να πάρουν τίποτα παραπάνω. Ούτε μια δεύτερη αλλαξιά ρούχων, όπως περιγράφουν στις κάμερες.

«Όλα κάηκαν, όλα, τα πάντα… Δε ξέρω τι θα γίνει», τα απελπισμένα λόγια ηλικιωμένου που αναγκάστηκε να φύγει με την σύζυγό του από το σπίτι που στέγασαν τις ζωές τους για δεκάδες χρόνια. Κοιτώντας πίσω, έβλεπαν μόνο το «κουφάρι» του.
«Τίποτα» δεν έχει μείνει όρθιο, λέει άλλος ηλικιωμένος χωρίς καλά καλά να βγαίνει η φωνή του.

Κρατώντας το κλειδί του καταστραμμένου σπιτιού της σφιχτά στα χέρια, μια γυναίκα σπαράζει: «Όλα καήκανε Θεέ μου». «Θα μείνουμε στον δρόμο, δε ξέρουμε πού θα πάμε», συμπληρώνει ο σύζυγός της.

Οι άνθρωποι αυτοί, περιπλανιούνται ανάμεσα σε όσα άφησε πίσω της η μανιασμένη φωτιά για να αναμετρηθούν τελικά με την σκληρή πραγματικότητα που τους αφήνει χωρίς υπάρχοντα.