Το «Citizen Vigilante» είχε ήδη προκαλέσει αντιδράσεις προτού κυκλοφορήσει, επειδή θα σηματοδοτούσε την επιστροφή του πρωταγωνιστή Άρμι Χάμερ στην οθόνη. Ο Χάμερ είχε εξοστρακιστεί από το Χόλιγουντ το 2021 εξαιτίας καταγγελιών σεξουαλικής κακοποίησης, παρόλο που δεν του ασκήθηκε ποινική δίωξη. Τελικά, την όποια διχογνωμία για την επιστροφή του ηθοποιού επισκίασε ο θόρυβος για το περιεχόμενο του φιλμ. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο διαβόητα άτεχνος Ούβε Μπολ, ο οποίος θεωρείται ευρέως ένας από τους χειρότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Μάλιστα, η σελίδα του στη Wikipedia αναφέρει ήδη ότι έχει σκηνοθετήσει τρεις ταινίες που θεωρούνται ευρέως από τις χειρότερες που έχουν γίνει ποτέ. Ο Μπολ έγινε γνωστός στη δεκαετία του 2000, κυρίως επειδή διασκεύασε με καταστροφικά αποτελέσματα κάποια βιντεοπαιχνίδια της εποχής. Τα τελευταία χρόνια γυρίζει βίαιες και ανώριμες ταινίες δράσης θέλοντας απεγνωσμένα να προκαλέσει, και με το «Citizen Vigilante» ουσιαστικά αποκαλύπτει ανοιχτά ότι υιοθετεί τις ιδέες της Ακροδεξιάς.
Η ταινία ανοίγει αμέσως με το εξής απόφθεγμα: «Κάθε συμπεριφορά μπορεί να αναχθεί στα ένστικτα. Όταν η Δικαιοσύνη αποτυγχάνει, τα ένστικτα μετατρέπονται σε εκδίκηση». Το αποδίδει μάλιστα σε έναν «ανώνυμο». Αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να γράφει «Ούβε Μπολ», γιατί όλοι καταλαβαίνουμε ποιος το έγραψε. Η ιστορία που ακολουθεί είναι τόσο ασύνδετη, που είναι αδύνατο να την παρακολουθήσει κανείς. Προφανώς, αυτό που συνέβη με αυτό το χαμηλού προϋπολογισμού, γυρισμένου στην Κροατία, φασιστικό κακέκτυπο του «Death Wish» είναι μια σειρά από διάσπαρτες σκηνές που ενώθηκαν μεταξύ τους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να δημιουργηθεί αίσθηση συνοχής. Η υπόθεση είναι απλοϊκή: Ένας παρανοϊκός αυτόκλητος τιμωρός σκοτώνει μετανάστες, εντοπίζεται από έναν πράκτορα της Ιντερπόλ και στη συνέχεια του διαφεύγει και συνεχίζει να σκοτώνει. Πρόκειται για μια μονοκόμματη φαντασίωση λευκού εθνικισμού που θα πέρναγε κατευθείαν στα αζήτητα, αν δεν προκαλούσε θόρυβο η απαγόρευσή της στη Γερμανία επειδή θεωρήθηκε ότι υποκινεί ρατσιστική βία. Πράγματι, η παραληρηματική αφήγηση επαναλαμβάνει μονόπλευρα, αυτάρεσκα επιχειρήματα, όπως ότι μονόδρομος για να διασωθεί ο δυτικός πολιτισμός είναι να εξοντωθούν οι μουσουλμάνοι και όσοι τους προστατεύουν νομικά και ότι η εκδικητική βία είναι αναγκαία για τη διατήρηση της τάξης. Αν τώρα αναρωτιέστε πώς η αυτοδικία και οι εν ψυχρώ εκτελέσεις μπορούν να προστατεύσουν τη δημοκρατία, τότε δεν έχετε μυηθεί στην κινηματογραφική διάνοια του Ούβε Μπολ.
Η πρώτη ταινία που μας έκανε «δώρο» ο Ίλον Μασκ
Σε κάθε περίπτωση, η απήχηση της ταινίας φαίνεται να έχει ξεπεράσει τις αρχικές προσδοκίες των δημιουργών της. Ο Ίλον Μασκ δήλωσε δημόσια ότι τη θεωρεί αξιόλογη και μάλιστα την ανάρτησε ολόκληρη στο X, όπου παρέμεινε διαθέσιμη δωρεάν για περίπου 48 ώρες. Αυτή η πρωτοφανής σινεφίλ γενναιοδωρία προώθησε την ταινία σε ένα τεράστιο κοινό και της χάρισε ανυπολόγιστη δημοσιότητα, καταγράφοντας περίπου 10 εκατομμύρια προβολές παγκοσμίως. Παρότι η ανάρτηση αποσύρθηκε, το φιλμ είχε ήδη αρχίσει να αναπαράγεται από άλλους λογαριασμούς, με αποτέλεσμα να συνεχίσει να διακινείται ευρέως στο Διαδίκτυο και με τους πιο ακραίους οπαδούς του Τραμπ να ξεκινούν μια καμπάνια υπόγειας προώθησης. Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του Μασκ η αμφιλεγόμενη ταινία εξασφάλισε διεθνή διανομή, με την Quiver Distribution να αποκτά τα δικαιώματα σε όλες τις αγορές, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία. Σύμφωνα με τον Μπολ, η ταινία έχει ήδη αποφέρει περίπου 600.000 δολάρια από τις ψηφιακές της προβολές, καθώς έφτασε στο Νο 1 του Amazon Prime και σε υψηλές θέσεις στο Apple TV, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι έχει ήδη αποκομίσει δεκάδες εκατομμύρια σε συνολικά έσοδα. Είναι άγνωστο μέχρι στιγμής αν θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες.
Έρχονται και συνέχειες
Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Ούβε Μπολ ανακοίνωσε ότι ετοιμάζει ήδη τη συνέχεια που αναμένεται το 2027. Ο Γερμανός σκηνοθέτης μάλιστα είναι τόσο οπορτουνιστής, που στην πρώιμη αφίσα του σίκουελ έχει τοποθετήσει τη σκληρή δολοφονία της νεαρής Ουκρανίδας Ιρίνα Ζαρούτσκα, η οποία μαχαιρώθηκε θανάσιμα μέσα στο τρένο στο Σάρλοτ της Βόρειας Καρολίνας από έναν μαύρο ψυχοπαθή δολοφόνο.
Στα χέρια ενός ικανότερου σκηνοθέτη η ιστορία θα μπορούσε να εξερευνά την εμμονή του ήρωα με τη βία και την αμφιλεγόμενη πεποίθηση ότι η βαρβαρότητα μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με περισσότερη βαρβαρότητα και θα μπορούσε να ανοίξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τα ηθικά όρια ψυχαγωγίας με vigilante εκδικητές. Πώς όμως να ασχοληθούμε με μια κάκιστη ταινία όπου οι μονόλογοι του Άρμι Χάμερ μοιάζουν με κακογραμμένες ρατσιστικές τοποθετήσεις που συναντάμε στο Reddit και στο facebook; Για παράδειγμα, απευθυνόμενος σε μια οικογένεια μουσουλμάνων, λέει: «Δεν πιστεύω ότι οι καλοί έφυγαν από τη χώρα σας. Έφυγαν οι κακοί και μαζί τους έφεραν το απαρχαιωμένο σύστημα αξιών σας που είναι ενάντια στη Δημοκρατία και στο Κράτος Δικαίου». Ο Ούβε Μπολ μπορεί να είναι ο χειρότερος σκηνοθέτης στον κόσμο (κι ας τον θαυμάζει ο Μασκ), αλλά τουλάχιστον ας του αναγνωρίσουμε ένα επίτευγμα: είναι πραγματικά δύσκολο να φτιάξει κάποιος μια ταινία που να ανταγωνίζεται το «Melania» για τη θέση της χειρότερης ταινίας της χρονιάς.
