Live τώρα    
Ο Ανέστης Αναγνωστάκης σκιαγραφεί το πορτρέτο της μητέρας του / Για τη Νόρα που δεν γνωρίζουμε...
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο Ανέστης Αναγνωστάκης σκιαγραφεί το πορτρέτο της μητέρας του / Για τη Νόρα που δεν γνωρίζουμε...

Η Νόρα Αναγνωστάκη στη Θεσσαλονίκη του 1973 όταν κυκλοφόρησαν από τα "τραμάκια" οι μαγικές στιγμές

Ο Ανέστης Αναγνωστάκης σκιαγραφεί το πορτρέτο της μητέρας του, μιας γυναίκας "φιγούρα άλλης εποχής", η οποία όμως "έζησε την εποχή της ώς το μεδούλι της". Η μητέρα μου, λέει, "γεννήθηκε το 1924. Νομίζω έζησε μια γεμάτη ζωή, με τον άντρα της, το παιδί τους και τους φίλους τους". Ο ίδιος μιλάει για τη μητέρα του. "Για το έργο της θα μιλήσουν άλλοι", λέει.

Στο αφιέρωμά μας για τη σπουδαία Νόρα Αναγνωστάκη, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και ο Μιχ. Γ. Μπακογιάννης γράφουν για το έργο της και τη σημασία του στη νεότερη ελληνική γραμματολογία. Ο Φίλιππος Φιλίππου ανασύρει από το συρτάρι του μια ανέκδοτη συνέντευξη μαζί της. Ο Ανέστης Αναγνωστάκης ανοίγει την πόρτα του σπιτιού τους και μας μιλά για τη Νόρα που δεν γνωρίζουμε. Έτσι όπως την κρατά στη μνήμη και την καρδιά του.

"Τη θυμάμαι καθισμένη στην πολυθρόνα να διαβάζει. Εγώ ζωγράφιζα δίπλα της. Ποτέ δεν παρενέβαινε στα σχεδιάσματά μου παρ' ότι η ίδια είχε σχέση με τη ζωγραφική. Κι εκεί ταλαντούχα, αλλά αφοσιώθηκε στα γράμματα. Τα σχέδιά της υπάρχουν ακόμα στο σπίτι, όπως και οι μακέτες για την εικονογάφηση ενός βιβλίου του Ε.Τ.Α Χόφμαν, του εξωφύλλου της Πυραμίδας του Ρένου Αποστολίδη αλλά και της πρώτης έκδοσης του Πεισίστρατου του Γιώργου Χειμωνά. Είχε κι άλλα σχέδια αλλά δεν μίλαγε ποτέ για τα έργα της, όπως και για όλα όσα έκανε. Έδινε πιο πολύ σημασία στις ανθρώπινες σχέσεις".

"Παίζαμε πολύ συχνά σκάκι μαζί, ήταν τρυφερή μαζί μου", όπως και ο πατέρας μου άλλωστε. Με εκείνον πηγαίναμε σινεμά, βόλτες".

"Τα βιβλία, μετά από τους ανθρώπους, ήταν το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή της. Η πεζογραφία και η ποίηση, αλλά και τα θεωρητικά κείμενα γύρω από τη λογοτεχνία, κυρίως οι Γάλλοι θεωρητικοί όπως ο Μπαρτ, τον οποίο εισήγαγε στην Ελλάδα, ή ο Μωρίς Μπλανσό, ήταν πάντα στο κέντρο του ενδιαφέροντός της. Βέβαια προτιμούσε την καθαυτό λογοτεχνία από τα θεωρητικά κείμενα, περισσότερο είχε σε υπόληψη τους λογοτέχνες, ωστόσο θαύμαζε και τους δοκιμιογράφους. Μέχρι τέλους παρακολουθούσε την ελληνική λογοτεχνία".

"Τα τραπέζια της έχουν μείνει ονομαστά. Μαγείρευε πολύ καλά, έμαθε να μαγειρεύει μετά τον γάμο της. Στις σημειώσεις της για τη λογοτεχνία συχνά πρόσθετε και μια συνταγή μαγειρικής. Τα ψητά της με πορτοκάλι, τυριά, δαμάσκηνα έχουν μείνει ξακουστά. Μέχρι και πέρσι το Πάσχα που έκανε το τελευταίο της τραπέζι, πέρναγε πολλές ώρες στην κουζίνα. Ήταν πληθωρική στη μαγειρική της και ακολουθούσε όλο το τυπικό, από το πρώτο πιάτο ώς το γλυκό ή το παγωτό. Τα έφτιαχνε όλα μόνη της. Για τους φίλους της έφτιαχνε πάντα τις 'γιαλίτσες' μικρά βαζάκια με μαρμελάδες ανάλογα με το γούστο του καθενός. Έπλεκε επίσης πολύ καλά. Στους φίλους της χάριζε μπλούζες, ζακέτες που έφτιαχνε μόνη της. Έχει μείνει ακόμα το τελευταίο της πλεκτό με τις βελόνες πάνω και δίπλα ο τόμος με τις χειρόγραφες συνταγές της. Πριν μπει στο νοσοκομείο, στις 24 Νοεμβρίου, κάλεσε μάστορα να της φτιάξει την κουζίνα. Την απασχολούσε πολύ η εύρυθμη λειτουργία του σπιτιού όπως και τα λουλούδια της, που τα περιποιόταν καθημερινά, σαν παιδιά της. Δήλωνε πάντως ότι δεν είναι φεμινίστρια. Αν και ασχολήθηκε με πρωτοποριακά ζητήματα για την εποχή της, τη θεωρία της λογοτεχνίας, την αναζήτηση και ανακάλυψη φρέσκων φωνών στην ποίηση, επί της ουσίας ήταν μια παραδοσιακή γυναίκα. Δεν θα θυσίαζε ποτέ το σπίτι της, τη μαγειρική της, για να γράψει ένα βιβλίο. Ήταν φιγούρα μιας άλλης εποχής, έτσι την έχω στη σκέψη μου".

"Δεν έγραφε ποτέ κατά παραγγελία, εκτός από τα 18 κείμενα και ένα άρθρο για τον Σεφέρη, το 2000, στο "Βήμα". Άλλωστε έγραφε δύσκολα και αργά. Η μόνη φορά που τη θυμάμαι να περνάει περισσότερες ώρες γράφοντας και όχι μαγειρεύοντας ήταν όταν μετέφραζε Το σπίτι των ραντεβού του Γκριγιέ. Σχεδόν πεινάσαμε εκείνη την περίοδο με τον πατέρα μου. Εκεί που μας τα είχε πάντα όλα έτοιμα στο χέρι, παρακαλάγαμε να μας φτιάξει μια σαλάτα".

"Η πολιτική της δράση είχε να κάνει με την καθημερινή της συμπεριφορά και τον τρόπο που φερόταν στους ανθρώπους. Φοβερά γενναιόδωρη και ανιδιοτελής, συμμετείχε με θέρμη στις πολιτικές συζητήσεις, όχι όμως στην αμιγώς πολιτική δράση. Αυτή περιοριζόταν στη στήριξη του πατέρα μου".

"Με τον πατέρα μου συζητούσαν πολύ. Δεν τους θυμάμαι ποτέ να τσακώνονται, ήταν βαθιά αγαπημένοι μέχρι το τέλος. Άλλωστε μετά τον θάνατό του αρνούνταν να βγει από το σπίτι. Θυμάμαι όμως μετά τη μεταπολίτευση που τον μάλωνε γιατί είχε εστιάσει το ενδιαφέρον του στα πολιτικά και παρακολουθούσε ελάχιστα τα λογοτεχνικά πράγματα. Και οι μόνες φορές που τη θυμάμαι να γκρινιάζει ήταν στη Θεσσαλονίκη, στην περίοδο της χούντας και λίγο μετά, που ήταν αναγκασμένη να πηγαίνει στη 'Βιβλιοθήκη', το βιβλιοπωλείο που είχαν συνεταιρικά με τον Γιάννη Πάνου. Όταν η χούντα το '67 έδιωξε τον πατέρα μου από το ΑΧΕΠΑ και μέχρι να ανοίξει το ιατρείο του εδώ στην Αθήνα το '78, τα πράγματα ήταν δύσκολα οικονομικά. Παρ' όλα αυτά η μάνα μου δεν ήθελε καθόλου να δουλεύει στο βιβλιοπωλείο. Γνωρίστηκαν το '51 στο σπίτι του Ρένου Αποστολίδη, φαίνεται να ήταν ένας κεραυνοβόλος έρωτας που κράτησε ώς το τέλος. Το περίεργο με τους δυο τους ήταν ότι η Νόρα επί της ουσίας δεν αγάπησε ποτέ τη Θεσσαλονίκη και ο Μανόλης έκανε πολλά χρόνια να δεχτεί ότι ζει στην Αθήνα".

"Η περίοδος που θυμόταν έντονα ήταν η Κατοχή. Παρ' όλο που έλεγε συχνά ότι 'η μνήμη μου μοιάζει με ξεχαρβαλωμένο ρολόι', τα γεγονότα της Κατοχής τα θυμόταν με αρκετές λεπτομέρειες. Τους Γερμανούς που είχαν επιτάξει το σπίτι της και είχαν καταλάβει το δωμάτιό της, τα πτώματα που μετέφεραν με τα κάρα, την ημέρα της Απελευθέρωσης που ήταν κι εκείνη στο Σύνταγμα".

" Αγαπούσε πολύ το θέατρο στα νιάτα της, δεν της άρεσε ο κινηματογράφος, αντίθετα ουδέποτε υποτίμησε την τηλεόραση, απεχθανόταν πάντα τα ταξίδια και τις αλλαγές. Δεν είχε σχέση με την τεχνολογία, έγραφε με το χέρι, ούτε καν σε γραφομηχανή, δεν αρχειοθετούσε τίποτα, θεωρούσε το Ίντερνετ νεκροταφείο της σκέψης".

"Αγαπούσε πολύ τους φίλους της. Η Ελένη Βακαλό και τις τελευταίες δεκαετίες η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου ήταν από τις πιο αγαπημένες της φίλες, αργότερα η Μαρία Στασινοπούλου, η Αμαλία Τσακνιά και ο Σπύρος, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Κλείτος Κύρου, ο Θασίτης, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Αλέκος Αργυρίου και μετά ο Νάσος Βαγενάς, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Λάκης Παπαστάθης, ο Βασίλης Αστεριάδης, ο Γιάννης Δουβίτσας ήταν από τους πιο τακτικούς επισκέπτες και τους πιο αγαπημένους της φίλους. Επίσης η Τζένη Μαστοράκη, η Μάρω Δούκα".

"Δεν φοβόταν τον θάνατο, τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Δεν είχε μεταφυσικές ανησυχίες. Πάντα πίστευε ότι την αγάπη και τη φροντίδα μας τη δείχνουμε στους ανθρώπους όσο ζουν".

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0